ك
إصحاح
G2067
G2068. esthíō
G2069
المعنى المختصر للكلمة
esthíō: used only in certain tenses, the rest being supplied by
اللفظ الأصلي ἐσθίω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق esthíō (es-thee-o)
تكرار الورود في الكتاب 62 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 used only in certain tenses, the rest being supplied by
2 to eat (usually literal)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
devour eat live

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐσθίων (8×) ἐσθίετε (6×) ἐσθίει (5×) ἐσθίουσιν (3×) ἐσθίοντα (3×) ὁ ; ἐσθίων (2×) ἤσθιον, (2×) ἐσθίοντες (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (62 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا نَظَرَ الْفَرِّيسِيُّونَ قَالُوا لِتَلاَمِيذِهِ: لِمَاذَا يَأْكُلُ مُعَلِّمُكُمْ مَعَ الْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
καὶ ἰδόντες οἱ ; Φαρισαῖοι εἶπον τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· διὰ ; τί ἐσθίει ὁ ; διδάσκαλος ; ὑμῶν; μετὰ τῶν ; τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν
متى 11: 18 Mat.11.18
لأَنَّهُ جَاءَ يُوحَنَّا لاَ يَأْكُلُ وَلاَ يَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: فِيهِ شَيْطَانٌ.
γὰρ ἦλθεν Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἔχει. δαιμόνιον
متى 11: 19 Mat.11.19
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ. وَالْحِكْمَةُ تَبَرَّرَتْ مِنْ بَنِيهَا.
ἦλθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν. καὶ ; ἡ ; σοφία ἐδικαιώθη ἀπὸ τῶν ; αὐτῆς.¶ ; τέκνων
فِي ذلِكَ الْوَقْتِ ذَهَبَ يَسُوعُ فِي السَّبْتِ بَيْنَ الزُّرُوعِ، فَجَاعَ تَلاَمِيذُهُ وَابْتَدَأُوا يَقْطِفُونَ سَنَابِلَ وَيَأْكُلُونَ.
Ἐν ; ἐκείνῳ τῷ ; καιρῷ ἐπορεύθη ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; σάββασιν διὰ τῶν ; σπορίμων· δὲ ; ἐπείνασαν οἱ ; μαθηταὶ καὶ ; ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ; ἐσθίειν.
متى 14: 21 Mat.14.21
وَالآكِلُونَ كَانُوا نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُل، مَا عَدَا النِّسَاءَ وَالأَوْلاَدَ.
οἱ ; δὲ ; ἐσθίοντες ἦσαν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ ; παιδίων.¶
لِمَاذَا يَتَعَدَّى تَلاَمِيذُكَ تَقْلِيدَ الشُّيُوخِ، فَإِنَّهُمْ لاَ يَغْسِلُونَ أَيْدِيَهُمْ حِينَمَا يَأْكُلُونَ خُبْزًا.
διὰ ; τί παραβαίνουσιν οἱ ; μαθηταί ; σου τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων; οὐ ; γὰρ νίπτονται τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ὅταν ἐσθίωσιν.¶ ἄρτον
متى 15: 27 Mat.15.27
فَقَالَتْ: نَعَمْ، يَا سَيِّدُ. وَالْكِلاَبُ أَيْضًا تَأْكُلُ مِنَ الْفُتَاتِ الَّذِي يَسْقُطُ مِنْ مَائِدَةِ أَرْبَابِهَا..
Ἡ ; δὲ ; εἶπεν· ναὶ κύριε· τὰ ; κυνάρια καὶ ; γὰρ ἐσθίει ἀπὸ τῶν ; ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς ; τραπέζης τῶν ; κυρίων ; αὐτῶν.¶
متى 15: 38 Mat.15.38
وَالآكِلُونَ كَانُوا أَرْبَعَةَ آلاَفِ رَجُل مَا عَدَا النِّسَاءَ وَالأَوْلاَدَ.
οἱ ; δὲ ; ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ ; παιδίων.¶
متى 26: 21 Mat.26.21
وَفِيمَا هُمْ يَأْكُلُونَ قَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ وَاحِدًا مِنْكُمْ يُسَلِّمُنِي.
καὶ ἐσθιόντων εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ; ὑμῶν παραδώσει ; με.
متى 26: 26 Mat.26.26
وَفِيمَا هُمْ يَأْكُلُونَ أَخَذَ يَسُوعُ الْخُبْزَ، وَبَارَكَ وَكَسَّرَ وَأَعْطَى التَّلاَمِيذَ وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا. هذَا هُوَ جَسَدِي.
δὲ αὐτῶν Ἐσθιόντων λαβὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἄρτον ; τὸν καὶ ; εὐλογήσας ἔκλασεν, καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς καὶ ; εἶπεν· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμά ; μου.
وَكَانَ يُوحَنَّا يَلْبَسُ وَبَرَ الإِبِلِ، وَمِنْطَقَةً مِنْ جِلْدٍ عَلَى حَقْوَيْهِ، وَيَأْكُلُ جَرَادًا وَعَسَلاً بَرِّيًّا.
ἦν ; δὲ ὁ ; Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ; ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ; ὀσφὺν ; αὐτοῦ καὶ ; ἐσθίων ἀκρίδας καὶ ; μέλι ἄγριον.
وَأَمَّا الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ فَلَمَّا رَأَوْهُ يَأْكُلُ مَعَ الْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ، قَالُوا لِتَلاَمِيذِهِ: مَا بَالُهُ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ مَعَ الْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
καὶ οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ; Φαρισαῖοι ἰδόντες ; αὐτὸν ἐσθίοντα μετὰ τελωνῶν τῶν ; ἁμαρτωλῶν ἔλεγον τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· τί ; ὅτι ἐσθίει καὶ ; πίνει;¶ μετὰ τῶν ; τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν
وَأَمَّا الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ فَلَمَّا رَأَوْهُ يَأْكُلُ مَعَ الْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ، قَالُوا لِتَلاَمِيذِهِ: مَا بَالُهُ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ مَعَ الْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
καὶ οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ; Φαρισαῖοι ἰδόντες ; αὐτὸν ἐσθίοντα μετὰ τελωνῶν τῶν ; ἁμαρτωλῶν ἔλεγον τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· τί ; ὅτι ἐσθίει καὶ ; πίνει;¶ μετὰ τῶν ; τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν
وَلَمَّا رَأَوْا بَعْضًا مِنْ تَلاَمِيذِهِ يَأْكُلُونَ خُبْزًا بِأَيْدٍ دَنِسَةٍ، أَيْ غَيْرِ مَغْسُولَةٍ، لاَمُوا.
καὶ ἰδόντες τινὰς τῶν ; μαθητῶν ἐσθίοντας ἄρτους χερσίν, κοιναῖς τοῦτ᾽ ; ἔστιν ἀνίπτοις, ἐμέμψαντο·
لأَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ وَكُلَّ الْيَهُودِ إِنْ لَمْ يَغْسِلُوا أَيْدِيَهُمْ بِاعْتِنَاءٍ، لاَ يَأْكُلُونَ، مُتَمَسِّكِينَ بِتَقْلِيدِ الشُّيُوخِ.
γὰρ οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; πάντες οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐὰν ; μὴ νίψωνται τὰς ; χεῖρας, πυγμῇ οὐκ ἐσθίουσιν κρατοῦντες τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων·
وَمِنَ السُّوقِ إِنْ لَمْ يَغْتَسِلُوا لاَ يَأْكُلُونَ. وَأَشْيَاءُ أُخْرَى كَثِيرَةٌ تَسَلَّمُوهَا لِلتَّمَسُّكِ بِهَا، مِنْ غَسْلِ كُؤُوسٍ وَأَبَارِيقَ وَآنِيَةِ نُحَاسٍ وَأَسِرَّةٍ.
καὶ ; ἀπ᾽ ἀγορᾶς ἐὰν μὴ βαπτίσωνται, οὐκ ἐσθίουσιν· καὶ ; ἄλλα πολλά ; ἐστιν ἃ ; παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ; ξεστῶν καὶ ; χαλκίων καὶ ; κλινῶν.¶
ثُمَّ سَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ وَالْكَتَبَةُ: لِمَاذَا لاَ يَسْلُكُ تَلاَمِيذُكَ حَسَبَ تَقْلِيدِ الشُّيُوخِ، بَلْ يَأْكُلُونَ خُبْزًا بِأَيْدٍ غَيْرِ مَغْسُولَةٍ.
Ἔπειτα ἐπερωτῶσιν ; αὐτὸν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς· διὰ ; τί οὐ περιπατοῦσιν οἱ ; μαθηταί ; σου κατὰ τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων, ἀλλὰ ἐσθίουσιν τὸν ; ἄρτον;¶ χερσὶν ἀνίπτοις
فَأَجَابَتْ وَقَالَتْ لَهُ: نَعَمْ، يَا سَيِّدُ. وَالْكِلاَبُ أَيْضًا تَحْتَ الْمَائِدَةِ تَأْكُلُ مِنْ فُتَاتِ الْبَنِينَ..
ἡ ; δὲ ; ἀπεκρίθη καὶ ; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, γὰρ ; τὰ ; κυνάρια καὶ ὑποκάτω τῆς ; τραπέζης ἐσθίει ἀπὸ τῶν ; ψιχίων τῶν ; παιδίων.¶
وَفِيمَا هُمْ مُتَّكِئُونَ يَأْكُلُونَ، قَالَ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ وَاحِدًا مِنْكُمْ يُسَلِّمُنِي. اَلآكِلُ مَعِي.
καὶ αὐτῶν ἀνακειμένων καὶ ; ἐσθιόντων εἶπεν· ὁ ; Ἰησοῦς ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ; ὑμῶν παραδώσει ; με, ὁ ; ἐσθίων μετ᾽ ; ἐμοῦ.
وَفِيمَا هُمْ مُتَّكِئُونَ يَأْكُلُونَ، قَالَ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ وَاحِدًا مِنْكُمْ يُسَلِّمُنِي. اَلآكِلُ مَعِي.
καὶ αὐτῶν ἀνακειμένων καὶ ; ἐσθιόντων εἶπεν· ὁ ; Ἰησοῦς ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ; ὑμῶν παραδώσει ; με, ὁ ; ἐσθίων μετ᾽ ; ἐμοῦ.
فَتَذَمَّرَ كَتَبَتُهُمْ وَالْفَرِّيسِيُّونَ عَلَى تَلاَمِيذِهِ قَائِلِينَ: لِمَاذَا تَأْكُلُونَ وَتَشْرَبُونَ مَعَ عَشَّارِينَ وَخُطَاةٍ.
καὶ ; ἐγόγγυζον οἱ ; γραμματεῖς ; αὐτῶν οἱ ; Φαρισαῖοι πρὸς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ λέγοντες· διὰ ; τί ἐσθίετε καὶ ; πίνετε;¶ μετὰ τῶν ; τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν
وَقَالُوا لَهُ: لِمَاذَا يَصُومُ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا كَثِيرًا وَيُقَدِّمُونَ طِلْبَاتٍ، وَكَذلِكَ تَلاَمِيذُ الْفَرِّيسِيِّينَ أَيْضًا، وَأَمَّا تَلاَمِيذُكَ فَيَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτόν· διὰ ; τί νηστεύουσιν οἱ ; μαθηταὶ Ἰωάννου πυκνὰ καὶ ; ποιοῦνται, δεήσεις ὁμοίως οἱ τῶν ; Φαρισαίων, καὶ δὲ οἱ ; σοὶ ἐσθίουσιν καὶ ; πίνουσιν.¶
وَفِي السَّبْتِ الثَّانِي بَعْدَ الأَوَّلِ اجْتَازَ بَيْنَ الزُّرُوعِ. وَكَانَ تَلاَمِيذُهُ يَقْطِفُونَ السَّنَابِلَ وَيَأْكُلُونَ وَهُمْ يَفْرُكُونَهَا بِأَيْدِيهِمْ.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν σαββάτῳ δευτεροπρώτῳ διαπορεύεσθαι ; αὐτὸν διὰ τῶν ; σπορίμων, καὶ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἔτιλλον τοὺς ; στάχυας καὶ ; ἤσθιον ψώχοντες ταῖς ; χερσίν.
لأَنَّهُ جَاءَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ لاَ يَأْكُلُ خُبْزًا وَلاَ يَشْرَبُ خَمْرًا، فَتَقُولُونَ: بِهِ شَيْطَانٌ.
γὰρ ἐλήλυθεν Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς μὴ ἐσθίων ἄρτον μήτε πίνων οἶνον, καὶ ; λέγετε· ἔχει. δαιμόνιον
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَتَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
ἐλήλυθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν.
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
وَأَيَّةَ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَقَبِلُوكُمْ، فَكُلُوا مِمَّا يُقَدَّمُ لَكُمْ،
καὶ ; ἣν ; ἂν πόλιν εἰς ; εἰσέρχησθε, καὶ ; δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν
وَكَانَ يَشْتَهِي أَنْ يَمْلأَ بَطْنَهُ مِنَ الْخُرْنُوبِ الَّذِي كَانَتِ الْخَنَازِيرُ تَأْكُلُهُ، فَلَمْ يُعْطِهِ
καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν ; κοιλίαν ; αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ; κερατίων ὧν οἱ ; χοῖροι, ἤσθιον καὶ ; οὐδεὶς ἐδίδου ; αὐτῷ.¶
كَانُوا يَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ، وَيُزَوِّجُونَ وَيَتَزَوَّجُونَ، إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ نُوحٌ الْفُلْكَ، وَجَاءَ الطُّوفَانُ وَأَهْلَكَ الْجَمِيعَ.
ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο ἄχρι ἡμέρας ἧς εἰσῆλθεν Νῶε εἰς ; τὴν ; κιβωτόν, καὶ ; ἦλθεν ὁ ; κατακλυσμὸς καὶ ; ἀπώλεσεν ἅπαντας
كَذلِكَ أَيْضًا كَمَا كَانَ فِي أَيَّامِ لُوطٍ: كَانُوا يَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ، وَيَشْتَرُونَ وَيَبِيعُونَ، وَيَغْرِسُونَ وَيَبْنُونَ.
ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν.