ك
إصحاح
G2067
G2068. esthíō
G2069
المعنى المختصر للكلمة
esthíō: used only in certain tenses, the rest being supplied by
اللفظ الأصلي ἐσθίω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق esthíō (es-thee-o)
تكرار الورود في الكتاب 62 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 used only in certain tenses, the rest being supplied by
2 to eat (usually literal)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
devour eat live

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐσθίων (8×) ἐσθίετε (6×) ἐσθίει (5×) ἐσθίουσιν (3×) ἐσθίοντα (3×) ὁ ; ἐσθίων (2×) ἤσθιον, (2×) ἐσθίοντες (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (62 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لِتَأْكُلُوا وَتَشْرَبُوا عَلَى مَائِدَتِي فِي مَلَكُوتِي، وَتَجْلِسُوا عَلَى كَرَاسِيَّ تَدِينُونَ أَسْبَاطَ إِسْرَائِيلَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
ἵνα ; ἔσθητε καὶ ; πίνητε ἐπὶ τῆς ; τραπέζης ; μου ἐν τῇ ; βασιλείᾳ ; μου καὶ ; καθίσησθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς ; φυλὰς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶ δώδεκα
وَلَمَّا قَالَ هذَا أَخَذَ خُبْزًا وَشَكَرَ اللهَ أَمَامَ الْجَمِيعِ، وَكَسَّرَ، وَابْتَدَأَ يَأْكُلُ.
δὲ Εἴπας ταῦτα καὶ ; λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησεν τῷ ; θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ ; κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
وَاحِدٌ يُؤْمِنُ أَنْ يَأْكُلَ كُلَّ شَيْءٍ، وَأَمَّا الضَّعِيفُ فَيَأْكُلُ بُقُولاً.
μὲν ; ὃς πιστεύει φαγεῖν πάντα, δὲ ὁ ; ἀσθενῶν ἐσθίει. λάχανα
لاَ يَزْدَرِ مَنْ يَأْكُلُ بِمَنْ لاَ يَأْكُلُ، وَلاَ يَدِنْ مَنْ لاَ يَأْكُلُ مَنْ يَأْكُلُ، لأَنَّ اللهَ قَبِلَهُ.
μὴ ἐξουθενείτω, ὁ ; ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα καὶ ; μὴ κρινέτω· ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα γὰρ ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; προσελάβετο.
لاَ يَزْدَرِ مَنْ يَأْكُلُ بِمَنْ لاَ يَأْكُلُ، وَلاَ يَدِنْ مَنْ لاَ يَأْكُلُ مَنْ يَأْكُلُ، لأَنَّ اللهَ قَبِلَهُ.
μὴ ἐξουθενείτω, ὁ ; ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα καὶ ; μὴ κρινέτω· ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα γὰρ ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; προσελάβετο.
لاَ يَزْدَرِ مَنْ يَأْكُلُ بِمَنْ لاَ يَأْكُلُ، وَلاَ يَدِنْ مَنْ لاَ يَأْكُلُ مَنْ يَأْكُلُ، لأَنَّ اللهَ قَبِلَهُ.
μὴ ἐξουθενείτω, ὁ ; ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα καὶ ; μὴ κρινέτω· ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα γὰρ ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; προσελάβετο.
لاَ يَزْدَرِ مَنْ يَأْكُلُ بِمَنْ لاَ يَأْكُلُ، وَلاَ يَدِنْ مَنْ لاَ يَأْكُلُ مَنْ يَأْكُلُ، لأَنَّ اللهَ قَبِلَهُ.
μὴ ἐξουθενείτω, ὁ ; ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα καὶ ; μὴ κρινέτω· ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα γὰρ ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; προσελάβετο.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
لاَ تَنْقُضْ لأَجْلِ الطَّعَامِ عَمَلَ اللهِ. كُلُّ الأَشْيَاءِ طَاهِرَةٌ، لكِنَّهُ شَرٌّ لِلإِنْسَانِ الَّذِي يَأْكُلُ بِعَثْرَةٍ.
μὴ κατάλυε ἕνεκεν βρώματος τὸ ; ἔργον τοῦ ; θεοῦ. πάντα μὲν ; καθαρὰ ἀλλὰ κακὸν τῷ ; ἀνθρώπῳ τῷ ; ἐσθίοντι· διὰ ; προσκόμματος
وَلكِنْ لَيْسَ الْعِلْمُ فِي الْجَمِيعِ. بَلْ أُنَاسٌ بِالضَّمِيرِ نَحْوَ الْوَثَنِ إِلَى الآنَ يَأْكُلُونَ كَأَنَّهُ مِمَّا ذُبِحَ لِوَثَنٍ، فَضَمِيرُهُمْ إِذْ هُوَ ضَعِيفٌ يَتَنَجَّسُ.
ἀλλ᾽ οὐκ ἡ ; γνῶσις· ἐν πᾶσιν δὲ τινὲς τῇ ; συνειδήσει τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ἐσθίουσιν, ὡς εἰδωλόθυτον ἡ ; συνείδησις ; αὐτῶν οὖσα ἀσθενὴς μολύνεται.
لأَنَّهُ إِنْ رَآكَ أَحَدٌ يَا مَنْ لَهُ عِلْمٌ، مُتَّكِئًا فِي هَيْكَلِ وَثَنٍ، أَفَلاَ يَتَقَوَّى ضَمِيرُهُ، إِذْ هُوَ ضَعِيفٌ، حَتَّى يَأْكُلَ مَا ذُبِحَ لِلأَوْثَانِ.
γάρ ἐὰν ἴδῃ ; σὲ τις σὲ ; τὸν ἔχοντα γνῶσιν κατακείμενον, ἐν εἰδωλείῳ οὐχὶ οἰκοδομηθήσεται ; εἰς συνείδησις ; αὐτοῦ ὄντος ἀσθενοῦς ἐσθίειν; τὰ ; εἰδωλόθυτα
مَنْ تَجَنَّدَ قَطُّ بِنَفَقَةِ نَفْسِهِ. وَمَنْ يَغْرِسُ كَرْمًا وَمِنْ ثَمَرِهِ لاَ يَأْكُلُ. أَوْ مَنْ يَرْعَى رَعِيَّةً وَمِنْ لَبَنِ الرَّعِيَّةِ لاَ يَأْكُلُ.
τίς στρατεύεται ποτέ; ὀψωνίοις ἰδίοις τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ; ἐκ τοῦ; καρποῦ; αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ; ἐκ τοῦ ; γάλακτος τῆς ; ποίμνης οὐκ ἐσθίει;
مَنْ تَجَنَّدَ قَطُّ بِنَفَقَةِ نَفْسِهِ. وَمَنْ يَغْرِسُ كَرْمًا وَمِنْ ثَمَرِهِ لاَ يَأْكُلُ. أَوْ مَنْ يَرْعَى رَعِيَّةً وَمِنْ لَبَنِ الرَّعِيَّةِ لاَ يَأْكُلُ.
τίς στρατεύεται ποτέ; ὀψωνίοις ἰδίοις τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ; ἐκ τοῦ; καρποῦ; αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ; ἐκ τοῦ ; γάλακτος τῆς ; ποίμνης οὐκ ἐσθίει;
أَلَسْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ الَّذِينَ يَعْمَلُونَ فِي الأَشْيَاءِ الْمُقَدَّسَةِ، مِنَ الْهَيْكَلِ يَأْكُلُونَ. الَّذِينَ يُلاَزِمُونَ الْمَذْبَحَ يُشَارِكُونَ الْمَذْبَحَ.
Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι τὰ ἱερὰ ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ ἐσθίουσιν; οἱ παρεδρεύοντες τῷ ; θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται; τῷ ; θυσιαστηρίῳ
انْظُرُوا إِسْرَائِيلَ حَسَبَ الْجَسَدِ. أَلَيْسَ الَّذِينَ يَأْكُلُونَ الذَّبَائِحَ هُمْ شُرَكَاءَ الْمَذْبَحِ.
βλέπετε τὸν ; Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς ; θυσίας εἰσίν;¶ κοινωνοὶ τοῦ ; θυσιαστηρίου
كُلُّ مَا يُبَاعُ فِي الْمَلْحَمَةِ كُلُوهُ غَيْرَ فَاحِصِينَ عَنْ شَيْءٍ، مِنْ أَجْلِ الضَّمِيرِ،
Πᾶν πωλούμενον ἐν τὸ ; μακέλλῳ ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν ; συνείδησιν·
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ مِنْ غَيْرِ الْمُؤْمِنِينَ يَدْعُوكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَذْهَبُوا، فَكُلُّ مَا يُقَدَّمُ لَكُمْ كُلُوا مِنْهُ غَيْرَ فَاحِصِينَ، مِنْ أَجْلِ الضَّمِيرِ.
Εἴ δέ τις τῶν ἀπίστων καλεῖ ; ὑμᾶς καὶ ; θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν ; συνείδησιν·
وَلكِنْ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هذَا مَذْبُوحٌ لِوَثَنٍ فَلاَ تَأْكُلُوا مِنْ أَجْلِ ذَاكَ الَّذِي أَعْلَمَكُمْ، وَالضَّمِيرِ. لأَنَّ لِلرَّبِّ الأَرْضَ وَمِلأَهَا
δέ ἐὰν εἴπῃ· ὑμῖν τις τοῦτο εἰδωλόθυτόν; ἐστιν, μὴ ἐσθίετε δι᾽ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ ; τὴν ; συνείδησιν· γὰρ τοῦ ; κυρίου ἡ ; γῆ καὶ ; τὸ ; πλήρωμα ; αὐτῆς.
فَإِذَا كُنْتُمْ تَأْكُلُونَ أَوْ تَشْرَبُونَ أَوْ تَفْعَلُونَ شَيْئًا، فَافْعَلُوا كُلَّ شَيْءٍ لِمَجْدِ اللهِ.
εἴτε ; οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε ποιεῖτε, τι ποιεῖτε. πάντα εἰς ; δόξαν θεοῦ
أَفَلَيْسَ لَكُمْ بُيُوتٌ لِتَأْكُلُوا فِيهَا وَتَشْرَبُوا. أَمْ تَسْتَهِينُونَ بِكَنِيسَةِ اللهِ وَتُخْجِلُونَ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ. مَاذَا أَقُولُ لَكُمْ. أَأَمْدَحُكُمْ عَلَى هذَا. لَسْتُ أَمْدَحُكُمْ.
μὴ ; γὰρ ἔχετε οἰκίας ἐσθίειν εἰς ; τὸ καὶ ; πίνειν; ἢ καταφρονεῖτε τῆς ; ἐκκλησίας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί εἴπω ὑμῖν; ἐπαινέσω ; ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.
فَإِنَّكُمْ كُلَّمَا أَكَلْتُمْ هذَا الْخُبْزَ وَشَرِبْتُمْ هذِهِ الْكَأْسَ، تُخْبِرُونَ بِمَوْتِ الرَّبِّ إِلَى أَنْ يَجِيءَ.
γὰρ ὁσάκις ; ἂν ἐσθίητε τοῦτον ἄρτον καὶ ; πίνητε, τοῦτο τὸ ; ποτήριον καταγγέλλετε τὸν ; θάνατον τοῦ ; κυρίου ἄχρι οὗ ; ἂν ἔλθῃ.¶
إِذًا أَيُّ مَنْ أَكَلَ هذَا الْخُبْزَ، أَوْ شَرِبَ كَأْسَ الرَّبِّ، بِدُونِ اسْتِحْقَاق، يَكُونُ مُجْرِمًا فِي جَسَدِ الرَّبِّ وَدَمِهِ.
Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τοῦτον τὸν ; ἄρτον ἢ πίνῃ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; κυρίου ἀναξίως ἔσται ἔνοχος τοῦ σώματος τοῦ ; κυρίου. καὶ ; τοῦ ; αἵματος
وَلكِنْ لِيَمْتَحِنِ الإِنْسَانُ نَفْسَهُ، وَهكَذَا يَأْكُلُ مِنَ الْخُبْزِ وَيَشْرَبُ مِنَ الْكَأْسِ.
δὲ δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ ; οὕτως ἐσθιέτω ἐκ τοῦ ; ἄρτου καὶ ; πινέτω· ἐκ τοῦ ; ποτηρίου
لأَنَّ الَّذِي يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ بِدُونِ اسْتِحْقَاق يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ دَيْنُونَةً لِنَفْسِهِ، غَيْرَ مُمَيِّزٍ جَسَدَ الرَّبِّ.
γὰρ ὁ ἐσθίων καὶ ; πίνων ἀναξίως ἐσθίει καὶ ; πίνει κρίμα ἑαυτῷ μὴ διακρίνων τὸ ; σῶμα τοῦ ; κυρίου.
لأَنَّ الَّذِي يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ بِدُونِ اسْتِحْقَاق يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ دَيْنُونَةً لِنَفْسِهِ، غَيْرَ مُمَيِّزٍ جَسَدَ الرَّبِّ.
γὰρ ὁ ἐσθίων καὶ ; πίνων ἀναξίως ἐσθίει καὶ ; πίνει κρίμα ἑαυτῷ μὴ διακρίνων τὸ ; σῶμα τοῦ ; κυρίου.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَجُوعُ فَلْيَأْكُلْ فِي الْبَيْتِ، كَيْ لاَ تَجْتَمِعُوا لِلدَّيْنُونَةِ. وَأَمَّا الأُمُورُ الْبَاقِيَةُ فَعِنْدَمَا أَجِيءُ أُرَتِّبُهَا.
εἴ ; δέ τις πεινᾷ, ἐσθιέτω, ἐν οἴκῳ ἵνα μὴ συνέρχησθε. εἰς ; κρίμα δὲ λοιπὰ ὡς ; ἂν ἔλθω διατάξομαι.¶
فَإِنَّنَا أَيْضًا حِينَ كُنَّا عِنْدَكُمْ، أَوْصَيْنَاكُمْ بِهذَا: أَنَّهُ إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُرِيدُ أَنْ يَشْتَغِلَ فَلاَ يَأْكُلْ أَيْضًا.
γὰρ καὶ ὅτε ἦμεν πρὸς ; ὑμᾶς, παρηγγέλλομεν ; ὑμῖν τοῦτο ὅτι εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι μηδὲ ἐσθιέτω.