ك
إصحاح
G2035
G2036. épō
G2037
المعنى المختصر للكلمة
épō: to speak or say (by word or writing)
اللفظ الأصلي ἔπω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق épō (ep-o)
تكرار الورود في الكتاب 841 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to speak or say (by word or writing)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
answer bid bring word call command grant say (on) speak tell

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἶπεν (185×) εἶπεν· (97×) καὶ ; εἶπεν (81×) καὶ ; εἶπεν· (36×) εἶπον (23×) ὁ ; δὲ ; εἶπεν (21×) δὲ ; εἶπεν (21×) ὁ ; δὲ ; εἶπεν· (18×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (841 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِنْ كُنْتُ قُلْتُ لَكُمُ الأَرْضِيَّاتِ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ، فَكَيْفَ تُؤْمِنُونَ إِنْ قُلْتُ لَكُمُ السَّمَاوِيَّاتِ.
εἰ εἶπον ὑμῖν τὰ ; ἐπίγεια καὶ ; οὐ πιστεύετε, πῶς πιστεύσετε; ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ; ἐπουράνια
إِنْ كُنْتُ قُلْتُ لَكُمُ الأَرْضِيَّاتِ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ، فَكَيْفَ تُؤْمِنُونَ إِنْ قُلْتُ لَكُمُ السَّمَاوِيَّاتِ.
εἰ εἶπον ὑμῖν τὰ ; ἐπίγεια καὶ ; οὐ πιστεύετε, πῶς πιστεύσετε; ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ; ἐπουράνια
فَجَاءُوا إِلَى يُوحَنَّا وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هُوَذَا الَّذِي كَانَ مَعَكَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ، الَّذِي أَنْتَ قَدْ شَهِدْتَ هُوَ يُعَمِّدُ، وَالْجَمِيعُ يَأْتُونَ إِلَيْهِ
καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ ; σοῦ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, οὗτος βαπτίζει, καὶ ; πάντες ἔρχονται πρὸς ; αὐτόν.
أجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: لاَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ أَنْ يَأْخُذَ شَيْئًا إِنْ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ مِنَ السَّمَاءِ.
ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ ; εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν; ἓν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον ; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ.
أَنْتُمْ أَنْفُسُكُمْ تَشْهَدُونَ لِي أَنِّي قُلْتُ: لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ بَلْ إِنِّي مُرْسَلٌ أَمَامَهُ.
αὐτοὶ ὑμεῖς μαρτυρεῖτε μοι ὅτι εἶπον οὐκ ἐγώ ὁ ; χριστός, ἀλλ᾽ εἰμὶ ἀπεσταλμένος ἔμπροσθεν ; ἐκείνου.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: لَوْ كُنْتِ تَعْلَمِينَ عَطِيَّةَ اللهِ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يَقُولُ لَكِ أَعْطِينِي لأَشْرَبَ، لَطَلَبْتِ أَنْتِ مِنْهُ فَأَعْطَاكِ مَاءً حَيًّا.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι· δός ; μοι πεῖν, ἂν ; ᾔτησας σὺ αὐτὸν καὶ ; ἔδωκεν ; ἄν ; σοι ὕδωρ ζῶν.
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: كُلُّ مَنْ يَشْرَبُ مِنْ هذَا الْمَاءِ يَعْطَشُ أَيْضًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ ; πίνων ἐκ τούτου τοῦ ; ὕδατος διψήσει πάλιν.
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
وَعِنْدَ ذلِكَ جَاءَ تَلاَمِيذُهُ، وَكَانُوا يَتَعَجَّبُونَ أَنَّهُ يَتَكَلَّمُ مَعَ امْرَأَةٍ. وَلكِنْ لَمْ يَقُلْ أَحَدٌ: مَاذَا تَطْلُبُ. أَوْ لِمَاذَا تَتَكَلَّمُ مَعَهَا.
καὶ ; ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ἐθαύμασαν ὅτι ἐλάλει· μετὰ γυναικὸς μέντοι οὐδεὶς ; εἶπεν· τί ζητεῖς, ἢ τί λαλεῖς μετ᾽ ; αὐτῆς;¶
هَلُمُّوا انْظُرُوا إِنْسَانًا قَالَ لِي كُلَّ مَا فَعَلْتُ. أَلَعَلَّ هذَا هُوَ الْمَسِيحُ..
δεῦτε, ἴδετε ἄνθρωπον ὃς ; εἶπέν μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός;
فَقَالَ لَهُمْ: أَنَا لِي طَعَامٌ لآكُلَ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ أَنْتُمْ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ ἔχω βρῶσιν φαγεῖν ἣν ; οὐκ οἴδατε. ὑμεῖς
فَآمَنَ بِهِ مِنْ تِلْكَ الْمَدِينَةِ كَثِيرُونَ مِنَ السَّامِرِيِّينَ بِسَبَبِ كَلاَمِ الْمَرْأَةِ الَّتِي كَانَتْ تَشْهَدُ أَنَّهُ: قَالَ لِي كُلَّ مَا فَعَلْتُ.
δὲ ; ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτὸν ἐκ ἐκείνης τῆς ; πόλεως πολλοὶ τῶν Σαμαριτῶν διὰ τὸν ; λόγον τῆς ; γυναικὸς μαρτυρούσης ὅτι εἶπέν μοι πάντα ὅσα ἐποίησα.
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. اِبْنُكَ حَيٌّ. فَآمَنَ الرَّجُلُ بِالْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا لَهُ يَسُوعُ، وَذَهَبَ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν ὁ ; ἄνθρωπος τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐπορεύετο.
فَاسْتَخْبَرَهُمْ عَنِ السَّاعَةِ الَّتِي فِيهَا أَخَذَ يَتَعَافَى، فَقَالُوا لَهُ: أَمْسِ فِي السَّاعَةِ السَّابِعَةِ تَرَكَتْهُ الْحُمَّى.
ἐπύθετο ; οὖν ; παρ᾽ ; αὐτῶν τὴν ; ὥραν ᾗ ἐν ἔσχεν. κομψότερον καὶ ; εἶπαν αὐτῷ ὅτι ; ἐχθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν ; αὐτὸν πυρετός.¶ ; ὁ
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
أَجَابَهُمْ: إِنَّ الَّذِي أَبْرَأَنِي هُوَ قَالَ لِي: احْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς· ὁ ποιήσας ; με ; ὑγιῆ, ἐκεῖνός εἶπεν· μοι ἆρον τὸν ; σου ; κράβαττόν καὶ ; περιπάτει.
فَسَأَلُوهُ: مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي قَالَ لَكَ: احْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ..
ἠρώτησαν ; οὖν τίς αὐτόν· ; ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ ; εἰπών σοι· ἆρον τὸν ; κράββατον ; σου καὶ ; περιπάτει;
بَعْدَ ذلِكَ وَجَدَهُ يَسُوعُ فِي الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: هَا أَنْتَ قَدْ بَرِئْتَ، فَلاَ تُخْطِئْ أَيْضًا، لِئَلاَّ يَكُونَ لَكَ أَشَرُّ.
μετὰ ταῦτα εὑρίσκει ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἴδε γέγονας· ὑγιὴς μηκέτι ; ἁμάρτανε ἵνα ; μὴ τι ; γένηται. σοί χεῖρόν
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لاَ يَقْدِرُ الابْنُ أَنْ يَعْمَلَ مِنْ نَفْسِهِ شَيْئًا إِلاَّ مَا يَنْظُرُ الآبَ يَعْمَلُ. لأَنْ مَهْمَا عَمِلَ ذَاكَ فَهذَا يَعْمَلُهُ الابْنُ كَذلِكَ.
ἀπεκρίνατο ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ δύναται ὁ ; υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν ; μή βλέπῃ τὸν ; πατέρα ποιοῦντα. γὰρ ἃ ; ἂν ποιῇ, ἐκεῖνος ταῦτα ; καὶ ποιεῖ. ὁ ; υἱὸς ὁμοίως
وَلَمَّا وَجَدُوهُ فِي عَبْرِ الْبَحْرِ، قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، مَتَى صِرْتَ هُنَا.
καὶ εὑρόντες ; αὐτὸν πέραν τῆς ; θαλάσσης εἶπον αὐτῷ· ῥαββί, πότε γέγονας;¶ ὧδε
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: أَنْتُمْ تَطْلُبُونَنِي لَيْسَ لأَنَّكُمْ رَأَيْتُمْ آيَاتٍ، بَلْ لأَنَّكُمْ أَكَلْتُمْ مِنَ الْخُبْزِ فَشَبِعْتُمْ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ζητεῖτέ ; με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφάγετε ἐκ ἄρτων ; τῶν καὶ ; ἐχορτάσθητε.
وَلكِنِّي قُلْتُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ قَدْ رَأَيْتُمُونِي، وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ.
ἀλλ᾽ εἶπον ὑμῖν καὶ ; ἑωράκατέ ἑωράκατέ ; με καὶ ; οὐ πιστεύετε.
فَكَانَ الْيَهُودُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَيْهِ لأَنَّهُ قَالَ: أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ.
οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι Ἐγόγγυζον περὶ ; αὐτοῦ ὅτι εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβὰς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ·
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لاَ تَتَذَمَّرُوا فِيمَا بَيْنَكُمْ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· μὴ γογγύζετε καὶ ἀλλήλων.
قَالَ هذَا فِي الْمَجْمَعِ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي كَفْرِنَاحُومَ.
εἶπεν Ταῦτα ἐν συναγωγῇ διδάσκων ἐν Καφαρναούμ.
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، إِذْ سَمِعُوا: إِنَّ هذَا الْكَلاَمَ صَعْبٌ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَسْمَعَهُ.
οὖν ; εἶπαν· πολλοὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἀκούσαντες οὗτος· ὁ ; λόγος σκληρός ; ἐστιν τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;¶
فَعَلِمَ يَسُوعُ فِي نَفْسِهِ أَنَّ تَلاَمِيذَهُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَى هذَا، فَقَالَ لَهُمْ: أَهذَا يُعْثِرُكُمْ.
Εἰδὼς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι μαθηταὶ ; αὐτοῦ ; οἱ γογγύζουσιν περὶ τούτου εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο σκανδαλίζει; ; ὑμᾶς
قَالَ لَهُمْ هذَا وَمَكَثَ فِي الْجَلِيلِ.
δὲ ; εἰπὼν αὐτοῖς ταῦτα ἔμεινεν ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ.¶
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: تَعْلِيمِي لَيْسَ لِي بَلْ لِلَّذِي أَرْسَلَنِي.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἡ ; ἐμὴ ; διδαχὴ οὐκ ἔστιν ; ἐμὴ ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός ; με·