المعنى المختصر للكلمة
épō:
to speak or say (by word or
writing)
اللفظ الأصلي
ἔπω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
épō
(ep-o)
تكرار الورود في الكتاب
841
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to speak or say (by word or writing)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
answer
bid
bring word
call
command
grant
say (on)
speak
tell
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
εἶπεν (185×)
εἶπεν· (97×)
καὶ ; εἶπεν (81×)
καὶ ; εἶπεν· (36×)
εἶπον (23×)
ὁ ; δὲ ; εἶπεν (21×)
δὲ ; εἶπεν (21×)
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· (18×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (841 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 16: 7
Luk.16.7
ثُمَّ قَالَ لآخَرَ: وَأَنْتَ كَمْ عَلَيْكَ. فَقَالَ: مِئَةُ كُرِّ قَمْحٍ. فَقَالَ لَهُ: خُذْ صَكَّكَ وَاكْتُبْ ثَمَانِينَ.
ἔπειτα εἶπεν· ἑτέρῳ σὺ ; δὲ πόσον ὀφείλεις; ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἑκατὸν κόρους σίτου. καὶ ; λέγει αὐτῷ· δέξαι σου ; τὸ; γράμμα καὶ ; γράψον ὀγδοήκοντα.
لوقا 16: 7
Luk.16.7
ثُمَّ قَالَ لآخَرَ: وَأَنْتَ كَمْ عَلَيْكَ. فَقَالَ: مِئَةُ كُرِّ قَمْحٍ. فَقَالَ لَهُ: خُذْ صَكَّكَ وَاكْتُبْ ثَمَانِينَ.
ἔπειτα εἶπεν· ἑτέρῳ σὺ ; δὲ πόσον ὀφείλεις; ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἑκατὸν κόρους σίτου. καὶ ; λέγει αὐτῷ· δέξαι σου ; τὸ; γράμμα καὶ ; γράψον ὀγδοήκοντα.
لوقا 16: 15
Luk.16.15
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمُ الَّذِينَ تُبَرِّرُونَ أَنْفُسَكُمْ قُدَّامَ النَّاسِ. وَلكِنَّ اللهَ يَعْرِفُ قُلُوبَكُمْ. إِنَّ الْمُسْتَعْلِيَ عِنْدَ النَّاسِ هُوَ رِجْسٌ قُدَّامَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐστε ; οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ; ἀνθρώπων, δὲ ὁ ; θεὸς γινώσκει τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν ὅτι τὸ ; ὑψηλὸν ἐν ἀνθρώποις ἐστιν.¶ βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
لوقا 16: 24
Luk.16.24
فَنَادَى وَقَالَ: يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، ارْحَمْنِي، وَأَرْسِلْ لِعَازَرَ لِيَبُلَّ طَرَفَ إِصْبَِعِهِ بِمَاءٍ وَيُبَرِّدَ لِسَانِي، لأَنِّي مُعَذَّبٌ فِي هذَا اللَّهِيبِ.
καὶ ; αὐτὸς ; φωνήσας εἶπεν· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν ; με καὶ ; πέμψον Λάζαρον ἵνα ; βάψῃ τὸ ; ἄκρον τοῦ ; δακτύλου ; αὐτοῦ ὕδατος καὶ ; καταψύξῃ τὴν ; γλῶσσάν ; μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν ταύτῃ.¶ τῇ ; φλογὶ
لوقا 16: 30
Luk.16.30
فَقَالَ: لاَ، يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، بَلْ إِذَا مَضَى إِلَيْهِمْ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يَتُوبُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν πορευθῇ πρὸς ; αὐτούς, τις ἀπὸ νεκρῶν μετανοήσουσιν.
لوقا 17: 5
Luk.17.5
فَقَالَ الرُّسُلُ لِلرَّبِّ: زِدْ إِيمَانَنَا..
Καὶ ; εἶπαν οἱ ; ἀπόστολοι τῷ ; κυρίῳ· πρόσθες ; ἡμῖν ἡμῖν ; πίστιν.
لوقا 17: 14
Luk.17.14
فَنَظَرَ وَقَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا وَأَرُوا أَنْفُسَكُمْ لِلْكَهَنَةِ. وَفِيمَا هُمْ مُنْطَلِقُونَ طَهَرُوا.
Καὶ ; ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ; ἱερεῦσιν. καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ὑπάγειν ; αὐτούς, ἐκαθαρίσθησαν.
لوقا 17: 17
Luk.17.17
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: أَلَيْسَ الْعَشَرَةُ قَدْ طَهَرُوا. فَأَيْنَ التِّسْعَةُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ ; δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ ; δὲ ; ποῦ; ἐννέα
لوقا 17: 19
Luk.17.19
ثُمَّ قَالَ لَهُ: قُمْ وَامْضِ، إِيمَانُكَ خَلَّصَكَ.
καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε.¶
لوقا 17: 20
Luk.17.20
وَلَمَّا سَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ: مَتَى يَأْتِي مَلَكُوتُ اللهِ. أَجَابَهُمْ وَقَالَ: لاَ يَأْتِي مَلَكُوتُ اللهِ بِمُرَاقَبَةٍ،
δὲ Ἐπερωτηθεὶς ὑπὸ ; τῶν ; Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ, ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν· οὐκ ἔρχεται ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μετὰ ; παρατηρήσεως,
لوقا 17: 37
Luk.17.37
فَأَجَابوا وَقَالُوا لَهُ: أَيْنَ يَا رَبُّ. فَقَالَ لَهُمْ: حَيْثُ تَكُونُ الْجُثَّةُ هُنَاكَ تَجْتَمِعُ النُّسُورُ.
Καὶ ; ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ· ποῦ, κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὅπου τὸ ; σῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ; ἀετοὶ
لوقا 18: 4
Luk.18.4
وَكَانَ لاَ يَشَاءُ إِلَى زَمَانٍ. وَلكِنْ بَعْدَ ذلِكَ قَالَ فِي نَفْسِهِ: وَإِنْ كُنْتُ لاَ أَخَافُ اللهَ وَلاَ أَهَابُ إِنْسَانًا،
καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον. δὲ μετὰ ταῦτα ; εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ ; καὶ οὐ φοβοῦμαι τὸν ; θεὸν καὶ οὐκ ἐντρέπομαι, ἄνθρωπον
لوقا 18: 16
Luk.18.16
أَمَّا يَسُوعُ فَدَعَاهُمْ وَقَالَ: دَعُوا الأَوْلاَدَ يَأْتُونَ إِلَيَّ وَلاَ تَمْنَعُوهُمْ، لأَنَّ لِمِثْلِ هؤُلاَءِ مَلَكُوتَ اللهِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος; αὐτὰ εἶπεν ἄφετε τὰ ; παιδία ἔρχεσθαι πρός ; με καὶ ; μὴ κωλύετε ; αὐτά· γὰρ τῶν ; τοιούτων ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.
لوقا 18: 19
Luk.18.19
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لِمَاذَا تَدْعُونِي صَالِحًا. لَيْسَ أَحَدٌ صَالِحًا إِلاَّ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· τί με ; λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ ; μὴ εἷς ὁ ; θεός.
لوقا 18: 21
Luk.18.21
فَقَالَ: هذِهِ كُلُّهَا حَفِظْتُهَا مُنْذُ حَدَاثَتِي.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητος ; μου.¶
لوقا 18: 22
Luk.18.22
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ ذلِكَ قَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ أَيْضًا شَيْءٌ: بعْ كُلَّ مَا لَكَ وَوَزِّعْ عَلَى الْفُقَرَاءِ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· σοι ; λείπει· ἔτι ἕν πώλησον πάντα ὅσα ἔχεις καὶ ; διάδος πτωχοῖς, καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι.¶
لوقا 18: 24
Luk.18.24
فَلَمَّا رَآهُ يَسُوعُ قَدْ حَزِنَ، قَالَ: مَا أَعْسَرَ دُخُولَ ذَوِي الأَمْوَالِ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Ἰδὼν ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς περίλυπον ; γενόμενον εἶπεν· πῶς δυσκόλως εἰσελεύσονται οἱ ; ἔχοντες τὰ ; χρήματα εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
لوقا 18: 26
Luk.18.26
فَقَالَ الَّذِينَ سَمِعُوا: فَمَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
δὲ ; εἶπαν οἱ ἀκούσαντες· καὶ ; τίς δύναται σωθῆναι;
لوقا 18: 27
Luk.18.27
فَقَالَ: غَيْرُ الْمُسْتَطَاعِ عِنْدَ النَّاسِ مُسْتَطَاعٌ عِنْدَ اللهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· τὰ ; ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ ; ἐστιν.¶ παρὰ τῷ ; θεῷ
لوقا 18: 29
Luk.18.29
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
لوقا 18: 31
Luk.18.31
وَأَخَذَ الاثْنَيْ عَشَرَ وَقَالَ لَهُمْ: هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَسَيَتِمُّ كُلُّ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ بِالأَنْبِيَاءِ عَنِ ابْنِ الإِنْسَانِ،
Παραλαβὼν ; δὲ τοὺς ; δώδεκα εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ; τελεσθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ ; τῶν ; προφητῶν τῷ υἱῷ τοῦ ; ἀνθρώπου·
لوقا 18: 41
Luk.18.41
قِائِلاً: مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ بِكَ. فَقَالَ: يَا سَيِّدُ، أَنْ أُبْصِرَ..
λέγων τί θέλεις ποιήσω; σοι ὁ ; δὲ ; εἶπεν· κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.
لوقا 18: 42
Luk.18.42
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَبْصِرْ. إِيمَانُكَ قَدْ شَفَاكَ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ἀνάβλεψον· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε.
لوقا 19: 5
Luk.19.5
فَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى الْمَكَانِ، نَظَرَ إِلَى فَوْقُ فَرَآهُ، وَقَالَ لَهُ: يَا زَكَّا، أَسْرِعْ وَانْزِلْ، لأَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَمْكُثَ الْيَوْمَ فِي بَيْتِكَ.
καὶ ; ὡς ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐπὶ τὸν ; τόπον, ἀναβλέψας εἶδεν ; αὐτόν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· γὰρ δεῖ με ; μεῖναι. σήμερον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; σου
لوقا 19: 8
Luk.19.8
فَوَقَفَ زَكَّا وَقَالَ لِلرَّبِّ: هَا يَا رَبُّ أُعْطِي نِصْفَ أَمْوَالِي لِلْمَسَاكِينِ، وَإِنْ كُنْتُ قَدْ وَشَيْتُ بِأَحَدٍ أَرُدُّ أَرْبَعَةَ أَضْعَافٍ.
Σταθεὶς ; δὲ Ζακχαῖος εἶπεν πρὸς ; τὸν ; κύριον· ἰδοὺ κύριε, δίδωμι· τὰ ; ἡμίσιά μου ; τῶν ; ὑπαρχόντων, τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; εἴ ἐσυκοφάντησα, τινός ; τι ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.¶
لوقا 19: 11
Luk.19.11
وَإِذْ كَانُوا يَسْمَعُونَ هذَا عَادَ فَقَالَ مَثَلاً، لأَنَّهُ كَانَ قَرِيبًا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَكَانُوا يَظُنُّونَ أَنَّ مَلَكُوتَ اللهِ عَتِيدٌ أَنْ يَظْهَرَ فِي الْحَالِ.
δὲ αὐτῶν Ἀκουόντων ταῦτα προσθεὶς εἶπεν παραβολὴν τὸ ; αὐτὸν εἶναι ἐγγὺς Ἰερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν ; αὐτοὺς ὅτι ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μέλλει ἀναφαίνεσθαι.¶ παραχρῆμα
لوقا 19: 13
Luk.19.13
فَدَعَا عَشَرَةَ عَبِيدٍ لَهُ وَأَعْطَاهُمْ عَشَرَةَ أَمْنَاءٍ، وَقَالَ لَهُمْ: تَاجِرُوا حَتَّى آتِيَ.
καλέσας ; δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν ; αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι.
لوقا 19: 15
Luk.19.15
وَلَمَّا رَجَعَ بَعْدَمَا أَخَذَ الْمُلْكَ، أَمَرَ أَنْ يُدْعَى إِلَيْهِ أُولئِكَ الْعَبِيدُ الَّذِينَ أَعْطَاهُمُ الْفِضَّةَ، لِيَعْرِفَ بِمَا تَاجَرَ كُلُّ وَاحِدٍ.
καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ἐπανελθεῖν ; αὐτὸν λαβόντα τὴν ; βασιλείαν καὶ ; εἶπεν φωνηθῆναι αὐτῷ τούτους τοὺς ; δούλους οἷς ἔδωκεν τὸ ; ἀργύριον, ἵνα ; γνοῖ τί διεπραγματεύσατο τίς
لوقا 19: 17
Luk.19.17
فَقَالَ لَهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ. لأَنَّكَ كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ، فَلْيَكُنْ لَكَ سُلْطَانٌ عَلَى عَشْرِ مُدْنٍ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ ὅτι ἐγένου, πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ ἴσθι ἔχων ἐξουσίαν ἐπάνω δέκα πόλεων.¶
لوقا 19: 24
Luk.19.24
ثُمَّ قَالَ لِلْحَاضِرِينَ: خُذُوا مِنْهُ الْمَنَا وَأَعْطُوهُ لِلَّذِي عِنْدَهُ الْعَشَرَةُ الأَمْنَاءُ.
καὶ εἶπεν· τοῖς ; παρεστῶσιν ἄρατε ἀπ᾽ ; αὐτοῦ τὴν ; μνᾶν καὶ ; δότε τῷ ἔχοντι. τὰς ; δέκα μνᾶς