ك
إصحاح
G2035
G2036. épō
G2037
المعنى المختصر للكلمة
épō: to speak or say (by word or writing)
اللفظ الأصلي ἔπω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق épō (ep-o)
تكرار الورود في الكتاب 841 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to speak or say (by word or writing)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
answer bid bring word call command grant say (on) speak tell

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἶπεν (185×) εἶπεν· (97×) καὶ ; εἶπεν (81×) καὶ ; εἶπεν· (36×) εἶπον (23×) ὁ ; δὲ ; εἶπεν (21×) δὲ ; εἶπεν (21×) ὁ ; δὲ ; εἶπεν· (18×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (841 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَتَظُنُّونَ أَنَّ هؤُلاَءِ الْجَلِيلِيِّينَ كَانُوا خُطَاةً أَكْثَرَ مِنْ كُلِّ الْجَلِيلِيِّينَ لأَنَّهُمْ كَابَدُوا مِثْلَ هذَا.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· δοκεῖτε ὅτι οὗτοι οἱ ; Γαλιλαῖοι ἐγένοντο ἁμαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς ; Γαλιλαίους ὅτι πεπόνθασιν; τοιαῦτα
فَلَمَّا رَآهَا يَسُوعُ دَعَاهَا وَقَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، إِنَّكِ مَحْلُولَةٌ مِنْ ضَعْفِكِ..
ἰδὼν ; δὲ ; αὐτὴν ὁ ; Ἰησοῦς προσεφώνησεν καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ; ἀσθενείας ; σου.
فَأَجَابَهُ الرَّبُّ وَقَالَ: يَا مُرَائِي. أَلاَ يَحُلُّ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ فِي السَّبْتِ ثَوْرَهُ أَوْ حِمَارَهُ مِنَ الْمِذْوَدِ وَيَمْضِي بِهِ وَيَسْقِيهِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν; αὐτῷ ὁ ; κύριος καὶ ; εἶπεν· ὑποκριταί, οὐ λύει ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ τὸν ; βοῦν ; αὐτοῦ ἢ τὸν ; ὄνον ἀπὸ τῆς ; φάτνης, καὶ ; ἀπαγαγὼν ποτίζει;
وَقَالَ أَيْضًا: بِمَاذَا أُشَبِّهُ مَلَكُوتَ اللهِ.
Καὶ ; εἶπεν· πάλιν τίνι ὁμοιώσω τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ;
فَقَالَ لَهُ وَاحِدٌ: يَا سَيِّدُ، أَقَلِيلٌ هُمُ الَّذِينَ يَخْلُصُونَ. فَقَالَ لَهُمُ:
Εἶπεν ; δέ αὐτῷ· τις κύριε, εἰ ; ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς·
فَقَالَ لَهُمُ: امْضُوا وَقُولُوا لِهذَا الثَّعْلَبِ: هَا أَنَا أُخْرِجُ شَيَاطِينَ، وَأَشْفِي الْيَوْمَ وَغَدًا، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ أُكَمَّلُ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ; ταύτῃ· ἀλώπεκι ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ; ἰάσεις σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι.
فَقَالَ لَهُمُ: امْضُوا وَقُولُوا لِهذَا الثَّعْلَبِ: هَا أَنَا أُخْرِجُ شَيَاطِينَ، وَأَشْفِي الْيَوْمَ وَغَدًا، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ أُكَمَّلُ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ; ταύτῃ· ἀλώπεκι ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ; ἰάσεις σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι.
هُوَذَا بَيْتُكُمْ يُتْرَكُ لَكُمْ خَرَابًا. وَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَنِي حَتَّى يَأْتِيَ وَقْتٌ تَقُولُونَ فِيهِ: مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ..
ἰδοὺ ὁ ; οἶκος ; ὑμῶν ἀφίεται ὑμῖν ἔρημος. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι· οὐ ; μὴ ἴδητέ ; με ἕως ; ἄν ἥξῃ ὅτε ; εἴπητε· εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَكَلَّمَ النَّامُوسِيِّينَ وَالْفَرِّيسِيِّينَ قِائِلاً: هَلْ يَحِلُّ الإِبْرَاءُ فِي السَّبْتِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; νομικοὺς καὶ ; Φαρισαίους λέγων· εἰ ἔξεστιν θεραπεύειν τῷ σαββάτῳ
ثُمَّ أجَابَهم وَقَالَ: مَنْ مِنْكُمْ يَسْقُطُ حِمَارُهُ أَوْ ثَوْرُهُ فِي بِئْرٍ وَلاَ يَنْشُلُهُ حَالاً فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Καὶ ἀποκριθεὶς ; πρὸς ; αὐτοὺς εἶπεν· τίνος ὑμῶν ἐμπεσεῖται ὄνος ἢ βοῦς εἰς φρέαρ καὶ ; οὐκ ἀνασπάσει εὐθέως ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ σαββάτου;
بَلْ مَتَى دُعِيتَ فَاذْهَبْ وَاتَّكِئْ فِي الْمَوْضِعِ الأَخِيرِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ الَّذِي دَعَاكَ يَقُولُ لَكَ: يَا صَدِيقُ، ارْتَفِعْ إِلَى فَوْقُ. حِينَئِذٍ يَكُونُ لَكَ مَجْدٌ أَمَامَ الْمُتَّكِئِينَ مَعَكَ.
ἀλλ᾽ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσον εἰς τὸν ; τόπον, ἔσχατον ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς ; σε, εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον. τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν ; συνανακειμένων σοι.
فَلَمَّا سَمِعَ ذلِكَ وَاحِدٌ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ قَالَ لَهُ: طُوبَى لِمَنْ يَأْكُلُ خُبْزًا فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
δέ Ἀκούσας ταῦτα τις τῶν συνανακειμένων εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄρτον ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ لَهُ: إِنْسَانٌ صَنَعَ عَشَاءً عَظِيمًا وَدَعَا كَثِيرِينَ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός ; τις ἐποίησεν δεῖπνον μέγα καὶ ; ἐκάλεσεν πολλούς·
وَأَرْسَلَ عَبْدَهُ فِي سَاعَةِ الْعَشَاءِ لِيَقُولَ لِلْمَدْعُوِّينَ: تَعَالَوْا لأَنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ أُعِدَّ.
καὶ ; ἀπέστειλεν τὸν ; δοῦλον ; αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ ; δείπνου εἰπεῖν τοῖς ; κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ; ἤδη πάντα. ἐστιν ἕτοιμά
فَابْتَدَأَ الْجَمِيعُ بِرَأْيٍ وَاحِدٍ يَسْتَعْفُونَ. قَالَ لَهُ الأَوَّلُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ حَقْلاً، وَأَنَا مُضْطَرٌّ أَنْ أَخْرُجَ وَأَنْظُرَهُ. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; ἤρξαντο πάντες ἀπὸ ; μιᾶς παραιτεῖσθαι.¶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ; πρῶτος ἠγόρασα ἀγρὸν καὶ ; ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ; ἰδεῖν ; αὐτόν· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ خَمْسَةَ أَزْوَاجِ بَقَرٍ، وَأَنَا مَاضٍ لأَمْتَحِنَهَا. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἠγόρασα πέντε ζεύγη βοῶν καὶ ; πορεύομαι δοκιμάσαι ; αὐτά· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي تَزَوَّجْتُ بِامْرَأَةٍ، فَلِذلِكَ لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَجِيءَ.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἔγημα γυναῖκα καὶ ; διὰ ; τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
فَأَتَى ذلِكَ الْعَبْدُ وَأَخْبَرَ سَيِّدَهُ بِذلِكَ. حِينَئِذٍ غَضِبَ رَبُّ الْبَيْتِ، وَقَالَ لِعَبْدِهِ: اخْرُجْ عَاجِلاً إِلَى شَوَارِعِ الْمَدِينَةِ وَأَزِقَّتِهَا، وَأَدْخِلْ إِلَى هُنَا الْمَسَاكِينَ وَالْجُدْعَ وَالْعُرْجَ وَالْعُمْيَ.
καὶ ; παραγενόμενος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἀπήγγειλεν τῷ ; κυρίῳ ; αὐτοῦ ταῦτα.¶ Τότε ὀργισθεὶς ὁ ; οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ ; δούλῳ ; αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς ; πλατείας τῆς ; πόλεως, καὶ ; ῥύμας καὶ ; εἰσάγαγε ὧδε. τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; ἀναπείρους καὶ ; χωλοὺς καὶ ; τυφλοὺς
فَقَالَ الْعَبْدُ: يَا سَيِّدُ، قَدْ صَارَ كَمَا أَمَرْتَ، وَيُوجَدُ أَيْضًا مَكَانٌ.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ; ἐστίν. ἔτι τόπος
فَقَالَ السَّيِّدُ لِلْعَبْدِ: اخْرُجْ إِلَى الطُّرُقِ وَالسِّيَاجَاتِ وَأَلْزِمْهُمْ بِالدُّخُولِ حَتَّى يَمْتَلِئَ بَيْتِي،
καὶ ; εἶπεν ὁ ; κύριος πρὸς ; τὸν ; δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ; ὁδοὺς καὶ ; φραγμοὺς καὶ ; ἀνάγκασον εἰσελθεῖν ἵνα γεμισθῇ μου ; ὁ ; οἶκος.
وَكَانَ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ سَائِرِينَ مَعَهُ، فَالْتَفَتَ وَقَالَ لَهُمْ:
δὲ ὄχλοι πολλοί. Συνεπορεύοντο αὐτῷ καὶ ; στραφεὶς εἶπεν πρὸς ; αὐτούς·
فَقَالَ أَصْغَرُهُمَا لأَبِيهِ: يَا أَبِي أَعْطِنِي الْقِسْمَ يُصِيبُنِي مِنَ الْمَالِ. فَقَسَمَ لَهُمَا مَعِيشَتَهُ.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; νεώτερος ; αὐτῶν τῷ ; πατρί· πάτερ, δός ; μοι μέρος ἐπιβάλλον τῆς οὐσίας. Καὶ; διεῖλεν αὐτοῖς τὸν ; βίον.
فَرَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ وَقَالَ: كَمْ مِنْ أَجِيرٍ لأَبِي يَفْضُلُ عَنْهُ الْخُبْزُ وَأَنَا أَهْلِكُ جُوعًا.
δὲ ; ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν εἶπεν πόσοι μίσθιοι τοῦ ; πατρός ; μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ ; δὲ ἀπόλλυμαι. λιμῷ
فَقَالَ لَهُ: أَخُوكَ جَاءَ فَذَبَحَ أَبُوكَ الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ، لأَنَّهُ قَبِلَهُ سَالِمًا.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ ὅτι ; ὁ ; ἀδελφός ; σου ἥκει, καὶ ; ἔθυσεν ὁ ; πατήρ ; σου τὸν ; μόσχον τὸν ; σιτευτόν, ὅτι αὐτὸν ; ἀπέλαβεν. ὑγιαίνοντα
فَأَجَابَ وَقَالَ لأَبِيهِ: هَا أَنَا أَخْدِمُكَ سِنِينَ هذَا عَدَدُهَا، وَقَطُّ لَمْ أَتَجَاوَزْ وَصِيَّتَكَ، وَجَدْيًا لَمْ تُعْطِنِي قَطُّ لأَفْرَحَ مَعَ أَصْدِقَائِي.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ ; πατρὶ ; αὐτοῦ· ἰδοὺ δουλεύω ; σοι ἔτη τοσαῦτα καὶ ; οὐδέποτε παρῆλθον, ἐντολήν ; σου καὶ ; ἔριφον ἐμοὶ ; οὐδέποτε ; ἔδωκας ἵνα ; εὐφρανθῶ. μετὰ τῶν ; φίλων ; μου
فَقَالَ لَهُ: يَا بُنَيَّ أَنْتَ مَعِي فِي كُلِّ حِينٍ، وَكُلُّ مَا لِي فَهُوَ لَكَ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ μετ᾽ ; ἐμοῦ πάντοτε καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν. σά
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
فَقَالَ: مِئَةُ بَثِّ زَيْتٍ. فَقَالَ لَهُ: خُذْ صَكَّكَ وَاجْلِسْ عَاجِلاً وَاكْتُبْ خَمْسِينَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἑκατὸν βάτους ἐλαίου. ὁ ; καὶ; εἶπεν αὐτῷ· δέξαι σου ; τὸ; γράμμα καὶ ; καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.
فَقَالَ: مِئَةُ بَثِّ زَيْتٍ. فَقَالَ لَهُ: خُذْ صَكَّكَ وَاجْلِسْ عَاجِلاً وَاكْتُبْ خَمْسِينَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἑκατὸν βάτους ἐλαίου. ὁ ; καὶ; εἶπεν αὐτῷ· δέξαι σου ; τὸ; γράμμα καὶ ; καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.