ك
إصحاح
G1784
G1785. entolḗ
G1786
المعنى المختصر للكلمة
entolḗ: injunction, i.e. an authoritative prescription
اللفظ الأصلي ἐντολή
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق entolḗ (en-tol-ay)
تكرار الورود في الكتاب 58 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

injunction, i.e. an authoritative prescription

الإنجليزية — KJV Translation Tags
commandment precept

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐντολὴν (10×) ἐντολὴ (5×) τὴν ; ἐντολὴν (5×) τὰς ; ἐντολὰς (5×) ἐντολῆς (4×) ἐντολὰς (3×) ἡ ; ἐντολὴ (2×) ἐντολή. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (58 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَمَنْ نَقَضَ إِحْدَى هذِهِ الْوَصَايَا الصُّغْرَى وَعَلَّمَ النَّاسَ هكَذَا، يُدْعَى أَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ. وَأَمَّا مَنْ عَمِلَ وَعَلَّمَ، فَهذَا يُدْعَى عَظِيمًا فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ.
Ὃς ; ἐὰν ; οὖν λύσῃ μίαν τούτων τῶν ; ἐντολῶν τῶν ; ἐλαχίστων καὶ ; διδάξῃ τοὺς ; ἀνθρώπους, οὕτως κληθήσεται ἐλάχιστος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν. δ᾽ ὃς ; ἂν ποιήσῃ καὶ ; διδάξῃ, οὗτος κληθήσεται μέγας ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν.
فَقَدْ أَبْطَلْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ بِسَبَب تَقْلِيدِكُمْ.
καὶ ἠκυρώσατε τὴν; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ διὰ τὴν ; παράδοσιν ; ὑμῶν.¶
متى 22: 36 Mat.22.36
يَا مُعَلِّمُ، أَيَّةُ وَصِيَّةٍ هِيَ الْعُظْمَى فِي النَّامُوسِ.
διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ ; νόμῳ;
متى 22: 38 Mat.22.38
هذِهِ هِيَ الْوَصِيَّةُ الأُولَى وَالْعُظْمَى.
αὕτη ἐστὶν ἐντολή. πρώτη μεγάλη
متى 22: 40 Mat.22.40
بِهَاتَيْنِ الْوَصِيَّتَيْنِ يَتَعَلَّقُ النَّامُوسُ كُلُّهُ وَالأَنْبِيَاءُ.
ἐν ; ταύταις ταῖς ; δυσὶν ; ἐντολαῖς κρέμανται ὁ ; νόμος ὅλος καὶ ; οἱ ; προφῆται.¶
لأَنَّكُمْ تَرَكْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ وَتَتَمَسَّكُونَ بِتَقْلِيدِ النَّاسِ: غَسْلَ الأَبَارِيقِ وَالْكُؤُوسِ، وَأُمُورًا أُخَرَ كَثِيرَةً مِثْلَ هذِهِ تَفْعَلُونَ.
γὰρ Ἀφέντες τὴν ; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ κρατεῖτε τὴν ; παράδοσιν τῶν ; ἀνθρώπων βαπτισμοὺς ξεστῶν καὶ ; ποτηρίων καὶ ; ἄλλα πολλὰ παρόμοια τοιαῦτα ποιεῖτε.
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: حَسَنًا. رَفَضْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ لِتَحْفَظُوا تَقْلِيدَكُمْ.
καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· καλῶς ἀθετεῖτε τὴν ; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; τηρήσητε τὴν ; παράδοσιν ; ὑμῶν
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: مِنْ أَجْلِ قَسَاوَةِ قُلُوبِكُمْ كَتَبَ لَكُمْ هذِهِ الْوَصِيَّةَ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς Ἰησοῦς ; ὁ εἶπεν αὐτοῖς· πρὸς τὴν ; σκληροκαρδίαν ; ὑμῶν ἔγραψεν ὑμῖν ταύτην· τὴν ; ἐντολὴν
أَنْتَ تَعْرِفُ الْوَصَايَا: لاَ تَزْنِ. لاَ تَقْتُلْ. لاَ تَسْرِقْ. لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ. لاَ تَسْلُبْ. أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ.
οἶδας· τὰς ; ἐντολὰς μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, μὴ ἀποστερήσῃς, τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα.
فَجَاءَ وَاحِدٌ مِنَ الْكَتَبَةِ وَسَمِعَهُمْ يَتَحَاوَرُونَ، فَلَمَّا رَأَى أَنَّهُ أَجَابَهُمْ حَسَنًا، سَأَلَهُ: أَيَّةُ وَصِيَّةٍ هِيَ أَوَّلُ الْكُلِّ.
Καὶ ; προσελθὼν εἷς τῶν γραμματέων, ἀκούσας αὐτῶν ; συζητούντων, εἰδὼς ὅτι ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς, καλῶς ἐπηρώτησεν ; αὐτόν· ποία ἐντολὴ ἐστὶν πρώτη πασῶν
فَأَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنَّ أَوَّلَ كُلِّ الْوَصَايَا هِيَ: اسْمَعْ يَا إِسْرَائِيلُ. الرَّبُّ إِلهُنَا رَبٌّ وَاحِدٌ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; πρώτη πασῶν τῶν ; ἐντολῶν· ἐστίν ἄκουε Ἰσραήλ, κύριος ὁ ; θεὸς ; ἡμῶν κύριος εἷς
وَتُحِبُّ الرَّبَّ إِلهَكَ مِنْ كُلِّ قَلْبِكَ، وَمِنْ كُلِّ نَفْسِكَ، وَمِنْ كُلِّ فِكْرِكَ، وَمِنْ كُلِّ قُدْرَتِكَ. هذِهِ هِيَ الْوَصِيَّةُ الأُولَى.
καὶ ; ἀγαπήσεις κύριον τὸν ; θεόν ; σου ἐξ ὅλης τῆς ; καρδίας ; σου καὶ ἐξ ; ὅλης τῆς ; ψυχῆς ; σου καὶ ; ἐξ ὅλης τῆς ; διανοίας ; σου καὶ ; ἐξ ὅλης τῆς ; ἰσχύος ; σου. αὕτη ἐντολή. πρώτη
وَثَانِيَةٌ مِثْلُهَا هِيَ: تُحِبُّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ. لَيْسَ وَصِيَّةٌ أُخْرَى أَعْظَمَ مِنْ هَاتَيْنِ.
καὶ ; δευτέρα ὁμοία αὕτη· ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου ὡς ; σεαυτόν. οὐκ ; ἔστιν. ἐντολὴ ἄλλη μείζων τούτων
وَكَانَا كِلاَهُمَا بَارَّيْنِ أَمَامَ اللهِ، سَالِكَيْنِ فِي جَمِيعِ وَصَايَا الرَّبِّ وَأَحْكَامِهِ بِلاَ لَوْمٍ.
ἦσαν ; δὲ ἀμφότεροι δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ; ἐντολαῖς τοῦ ; κυρίου καὶ ; δικαιώμασιν ἄμεμπτοι.
أَنْتَ تَعْرِفُ الْوَصَايَا: لاَ تَزْنِ. لاَ تَقْتُلْ. لاَ تَسْرِقْ. لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ. أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ.
οἶδας· τὰς ; ἐντολὰς μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου.
فَرَجَعْنَ وَأَعْدَدْنَ حَنُوطًا وَأَطْيَابًا. وَفِي السَّبْتِ اسْتَرَحْنَ حَسَبَ الْوَصِيَّةِ.
ὑποστρέψασαι ; δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ ; μύρα καὶ ; τὸ ; μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ; ἐντολήν.¶
لَيْسَ أَحَدٌ يَأْخُذُهَا مِنِّي، بَلْ أَضَعُهَا أَنَا مِنْ ذَاتِي. لِي سُلْطَانٌ أَنْ أَضَعَهَا وَلِي سُلْطَانٌ أَنْ آخُذَهَا أَيْضًا. هذِهِ الْوَصِيَّةُ قَبِلْتُهَا مِنْ أَبِي.
οὐδεὶς αἴρει ; αὐτὴν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, ἀλλ᾽ τίθημι ; αὐτὴν ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ. ἔχω ἐξουσίαν θεῖναι ; αὐτὴν καὶ ; ἔχω ἐξουσίαν λαβεῖν ; αὐτήν· πάλιν ταύτην τὴν ; ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
وَكَانَ أَيْضًا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ قَدْ أَصْدَرُوا أَمْرًا أَنَّهُ إِنْ عَرَفَ أَحَدٌ أَيْنَ هُوَ فَلْيَدُلَّ عَلَيْهِ، لِكَيْ يُمْسِكُوهُ.
δὲ καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι δεδώκεισαν ἐντολήν ἵνα ἐάν γνῷ τις ποῦ ἐστιν μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
لأَنِّي لَمْ أَتَكَلَّمْ مِنْ نَفْسِي، لكِنَّ الآبَ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ أَعْطَانِي وَصِيَّةً: مَاذَا أَقُولُ وَبِمَاذَا أَتَكَلَّمُ.
ὅτι ; ἐγὼ οὐκ ἐλάλησα, ἐξ ἐμαυτοῦ ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ, πέμψας ; με αὐτός μοι ; ἔδωκεν ἐντολὴν τί εἴπω καὶ ; τί λαλήσω.
وَصِيَّةً جَدِيدَةً أَنَا أُعْطِيكُمْ: أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا. كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ تُحِبُّونَ أَنْتُمْ أَيْضًا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς ἀγαπᾶτε ὑμεῖς καὶ ἀλλήλους.
إِنْ حَفِظْتُمْ وَصَايَايَ تَثْبُتُونَ فِي مَحَبَّتِي، كَمَا أَنِّي أَنَا قَدْ حَفِظْتُ وَصَايَا أَبِي وَأَثْبُتُ فِي مَحَبَّتِهِ.
ἐὰν τηρήσητε, τὰς ; ἐντολάς ; μου μενεῖτε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; μου· καθὼς ἐγὼ τετήρηκα, τὰς ; ἐντολὰς τοῦ ; πατρός ; μου καὶ ; μένω ἐν αὐτοῦ ; τῇ ; ἀγάπῃ.¶
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
وَلكِنَّ الْخَطِيَّةَ وَهِيَ مُتَّخِذَةٌ فُرْصَةً بِالْوَصِيَّةِ أَنْشَأَتْ فِيَّ كُلَّ شَهْوَةٍ. لأَنْ بِدُونِ النَّامُوسِ الْخَطِيَّةُ مَيِّتَةٌ.
δὲ ἡ ; ἁμαρτία λαβοῦσα ἀφορμὴν τῆς ; ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ; ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· γὰρ χωρὶς νόμου ἁμαρτία νεκρά·
أَمَّا أَنَا بِدُونِ النَّامُوسِ عَائِشًا قَبْلاً. وَلكِنْ لَمَّا جَاءَتِ الْوَصِيَّةُ عَاشَتِ الْخَطِيَّةُ، فَمُتُّ أَنَا،
δὲ ἐγὼ χωρὶς νόμου ἔζων ποτέ· δὲ ἐλθούσης τῆς ; ἐντολῆς ἀνέζησεν, ἁμαρτία δὲ ; ἀπέθανον, ἐγὼ
فَوُجِدَتِ الْوَصِيَّةُ الَّتِي لِلْحَيَاةِ هِيَ نَفْسُهَا لِي لِلْمَوْتِ.
καὶ ; εὑρέθη ἡ ; ἐντολὴ ἡ εἰς ; ζωὴν αὕτη μοι εἰς ; θάνατον·
لأَنَّ الْخَطِيَّةَ، وَهِيَ مُتَّخِذَةٌ فُرْصَةً بِالْوَصِيَّةِ، خَدَعَتْنِي بِهَا وَقَتَلَتْنِي.
γὰρ ἡ ; ἁμαρτία λαβοῦσα ἀφορμὴν διὰ ; τῆς ; ἐντολῆς ἐξηπάτησέν ; με καὶ ; δι᾽ ; αὐτῆς ἀπέκτεινεν·
إِذًا النَّامُوسُ مُقَدَّسٌ، وَالْوَصِيَّةُ مُقَدَّسَةٌ وَعَادِلَةٌ وَصَالِحَةٌ.
ὥστε ; μὲν ὁ ; νόμος ἅγιος καὶ ; ἡ ; ἐντολὴ ἁγία καὶ ; δικαία καὶ ; ἀγαθή.
فَهَلْ صَارَ لِي الصَّالِحُ مَوْتًا. حَاشَا. بَلِ الْخَطِيَّةُ. لِكَيْ تَظْهَرَ خَطِيَّةً مُنْشِئَةً لِي بِالصَّالِحِ مَوْتًا، لِكَيْ تَصِيرَ الْخَطِيَّةُ خَاطِئَةً جِدًّا بِالْوَصِيَّةِ.
οὖν γέγονεν ἐμοὶ τὸ ; ἀγαθὸν θάνατος; μὴ ; γένοιτο, ἀλλ᾽ ἡ ; ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτία, κατεργαζομένη μοι διὰ ; ἀγαθοῦ ; τοῦ θάνατον, ἵνα γένηται ἡ ; ἁμαρτία ἁμαρτωλὸς καθ᾽ ; ὑπερβολὴν διὰ ; τῆς ; ἐντολῆς.¶
لأَنَّ لاَ تَزْنِ، لاَ تَقْتُلْ، لاَ تَسْرِقْ، لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ، لاَ تَشْتَهِ، وَإِنْ كَانَتْ وَصِيَّةً أُخْرَى، هِيَ مَجْمُوعَةٌ فِي هذِهِ الْكَلِمَةِ: أَنْ تُحِبَّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ.
γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις οὐ ψευδομαρτυρήσεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ ; εἴ τις ; ἐντολή, ἑτέρα ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τούτῳ τῷ ; λόγῳ ἐν ; τῷ ; ἀγαπήσεις πλησίον ; σου ὡς ; σου
لَيْسَ الْخِتَانُ شَيْئًا، وَلَيْسَتِ الْغُرْلَةُ شَيْئًا، بَلْ حِفْظُ وَصَايَا اللهِ.
οὐδέν ἡ ; περιτομὴ ἐστιν καὶ ; οὐδέν ἡ ; ἀκροβυστία ἐστιν ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν θεοῦ.