ك
إصحاح
G1543
G1544. ekbállō
G1545
المعنى المختصر للكلمة
ekbállō: to eject (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἐκβάλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ekbállō (ek-bal-lo)
تكرار الورود في الكتاب 65 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to eject (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bring forth cast (forth, out) drive (out) expel leave pluck (pull, take, thrust) out put forth (out) send away (forth, out)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐκβάλλει (6×) ἔκβαλε (4×) ἐκβάλλω (4×) ἐκβάλω (3×) ἐκβάλλειν (3×) καὶ ; ἐξέβαλεν (3×) ἐκβάλλῃ (2×) ἐκβάλλουσιν; (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (65 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَتْ الامْرَأَةُ أُمَمِيَّةً، وَفِي جِنْسِهَا فِينِيقِيَّةً سُورِيَّةً. فَسَأَلَتْهُ أَنْ يُخْرِجَ الشَّيْطَانَ مِنِ ابْنَتِهَا.
δὲ ; ἦν ἡ ; γυνὴ Ἑλληνὶς τῷ ; γένει, Συροφοινίκισσα καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα ἐκβάλλῃ τὸ ; δαιμόνιον ἐκ τῆς ; θυγατρὸς ; αὐτῆς.
وَحَيْثُمَا أَدْرَكَهُ يُمَزِّقْهُ فَيُزْبِدُ وَيَصِرُّ بِأَسْنَانِهِ وَيَيْبَسُ. فَقُلْتُ لِتَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ὅπου ; ἂν αὐτὸν ; καταλάβῃ, ῥήσσει ; αὐτόν· καὶ ; ἀφρίζει καὶ ; τρίζει τοὺς ; ὀδόντας ; αὐτοῦ καὶ ; ξηραίνεται. καὶ ; εἶπα τοῖς ; μαθηταῖς ; σου ἵνα ; αὐτὸ ; ἐκβάλωσιν, οὐκ ; καὶ ἴσχυσαν.¶
فَأَجَابَهُ يُوحَنَّا قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، رَأَيْنَا وَاحِدًا يُخْرِجُ شَيَاطِينَ بِاسْمِكَ وَهُوَ لَيْسَ يَتْبَعُنَا، فَمَنَعْنَاهُ لأَنَّهُ لَيْسَ يَتْبَعُنَا.
ἀπεκρίθη; δὲ ; αὐτῷ ὁ ; Ἰωάννης· λέγων διδάσκαλε, εἴδομέν τινα ἐκβάλλοντα δαιμόνια ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; σου ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ; ἡμῖν αὐτὸν ; ἐκωλύσαμεν; καὶ ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ; ἡμῖν.¶
وَجَاءُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ. وَلَمَّا دَخَلَ يَسُوعُ الْهَيْكَلَ ابْتَدَأَ يُخْرِجُ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِي الْهَيْكَلِ، وَقَلَّبَ مَوَائِدَ الصَّيَارِفَةِ وَكَرَاسِيَّ بَاعَةِ الْحَمَامِ.
καὶ ; ἔρχονται εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ εἰσελθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; κατέστρεψεν τὰς ; τραπέζας τῶν ; κολλυβιστῶν καὶ ; τὰς ; καθέδρας τῶν ; πωλούντων τὰς ; περιστερὰς
وَبَعْدَمَا قَامَ بَاكِرًا فِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ ظَهَرَ أَوَّلاً لِمَرْيَمَ الْمَجْدَلِيَّةِ، الَّتِي كَانَ قَدْ أَخْرَجَ مِنْهَا سَبْعَةَ شَيَاطِينَ.
[[Ἀναστὰς ; δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ ; Μαγδαληνῇ, ἧς ἐκβεβλήκει ἀφ᾽ ἑπτὰ δαιμόνια.
وَهذِهِ الآيَاتُ تَتْبَعُ الْمُؤْمِنِينَ: يُخْرِجُونَ الشَّيَاطِينَ بِاسْمِي، وَيَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ جَدِيدَةٍ.
δὲ ; ταῦτα Σημεῖα παρακολουθήσει· τοῖς ; πιστεύσασιν ἐκβαλοῦσιν, δαιμόνια ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λαλήσουσιν γλώσσαις καιναῖς,
طُوبَاكُمْ إِذَا أَبْغَضَكُمُ النَّاسُ، وَإِذَا أَفْرَزُوكُمْ وَعَيَّرُوكُمْ، وَأَخْرَجُوا اسْمَكُمْ كَشِرِّيرٍ مِنْ أَجْلِ ابْنِ الإِنْسَانِ.
Μακάριοί ; ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ; ὑμᾶς οἱ ; ἄνθρωποι καὶ ; ὅταν ἀφορίσωσιν ; ὑμᾶς καὶ ; ὀνειδίσωσιν καὶ ; ἐκβάλωσιν τὸ ; ὄνομα ; ὑμῶν ὡς ; πονηρὸν ἕνεκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
فَأَخْرَجَ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَأَمْسَكَ بِيَدِهَا وَنَادَى قَائِلاً: يَا صَبِيَّةُ، قُومِي..
αὐτὸς ; δὲ ; ἐκβαλὼν πάντας ἔξω καὶ ; κρατήσας τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς ἐφώνησεν λέγων· ἡ ; παῖς, ἔγειρου
فَأجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، رَأَيْنَا وَاحِدًا يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ بِاسْمِكَ فَمَنَعْنَاهُ، لأَنَّهُ لَيْسَ يَتْبَعُ مَعَنَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰωάννης εἶπεν· ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐκβάλλοντα δαιμόνια ἐπὶ; τῷ ; ὀνόματί ; σου καὶ ; αὐτὸν ; ἐκωλύσαμεν ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ᾽ ; ἡμῶν.¶
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
وَفِي الْغَدِ لَمَّا مَضَى أَخْرَجَ دِينَارَيْنِ وَأَعْطَاهُمَا لِصَاحِبِ الْفُنْدُقِ، وَقَالَ لَهُ: اعْتَنِ بِهِ، وَمَهْمَا أَنْفَقْتَ أَكْثَرَ فَعِنْدَ رُجُوعِي أُوفِيكَ.
καὶ ; ἐπὶ τὴν ; αὔριον ἐξελθών ἐκβαλὼν δύο ; δηνάρια ἔδωκεν τῷ ; πανδοχεῖ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ; ὅ ; ἂν προσδαπανήσῃς, τι ἐν τῷ ; ἐπανέρχεσθαί ; με ἀποδώσω ; σοι.
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
وَأَمَّا قَوْمٌ مِنْهُمْ فَقَالُوا: بِبَعْلَزَبُولَ رَئِيسِ الشَّيَاطِينِ يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
δὲ Τινὲς ἐξ ; αὐτῶν εἶπον· Βεελζεβοὺλ ; ἐν τῷ ; ἄρχοντι τῶν ; δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ ; δαιμόνια.¶
فَإِنْ كَانَ الشَّيْطَانُ أَيْضًا يَنْقَسِمُ عَلَى ذَاتِهِ، فَكَيْفَ تَثْبُتُ مَمْلَكَتُهُ. لأَنَّكُمْ تَقُولُونَ: إِنِّي بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; σατανᾶς καὶ διεμερίσθη, ἐφ᾽ ἑαυτὸν πῶς σταθήσεται ἡ ; βασιλεία ; αὐτοῦ; ὅτι λέγετε με ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλειν τὰ ; δαιμόνια.
فَإِنْ كُنْتُ أَنَا بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ، فَأَبْنَاؤُكُمْ بِمَنْ يُخْرِجُونَ. لِذلِكَ هُمْ يَكُونُونَ قُضَاتَكُمْ.
εἰ ; δὲ ἐγὼ ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω δαιμόνια, οἱ ; υἱοὶ ; ὑμῶν ἐν ; τίνι ἐκβάλλουσιν; διὰ ; τοῦτο αὐτοὶ ἔσονται. ὑμῶν ; κριταὶ
فَإِنْ كُنْتُ أَنَا بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ، فَأَبْنَاؤُكُمْ بِمَنْ يُخْرِجُونَ. لِذلِكَ هُمْ يَكُونُونَ قُضَاتَكُمْ.
εἰ ; δὲ ἐγὼ ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω δαιμόνια, οἱ ; υἱοὶ ; ὑμῶν ἐν ; τίνι ἐκβάλλουσιν; διὰ ; τοῦτο αὐτοὶ ἔσονται. ὑμῶν ; κριταὶ
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُ بِأَصْبعِ اللهِ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ، فَقَدْ أَقْبَلَ عَلَيْكُمْ مَلَكُوتُ اللهِ.
δὲ εἰ ἐν ; δακτύλῳ θεοῦ ἐγὼ ; ἐκβάλλω τὰ ; δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς ἡ ; βασιλεία θεοῦ. ; τοῦ
هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ، مَتَى رَأَيْتُمْ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ وَجَمِيعَ الأَنْبِيَاءِ فِي مَلَكُوتِ اللهِ، وَأَنْتُمْ مَطْرُوحُونَ خَارِجًا.
ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων, ὅταν ὄψησθε Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ καὶ ; πάντας τοὺς ; προφήτας ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ, ὑμᾶς ; δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω.
فَقَالَ لَهُمُ: امْضُوا وَقُولُوا لِهذَا الثَّعْلَبِ: هَا أَنَا أُخْرِجُ شَيَاطِينَ، وَأَشْفِي الْيَوْمَ وَغَدًا، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ أُكَمَّلُ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ; ταύτῃ· ἀλώπεκι ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ; ἰάσεις σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι.
وَلَمَّا دَخَلَ الْهَيْكَلَ ابْتَدَأَ يُخْرِجُ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِيهِ
Καὶ εἰσελθὼν εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν ; αὐτῷ
ثُمَّ عَادَ فَأَرْسَلَ ثَالِثًا، فَجَرَّحُوا هذَا أَيْضًا وَأَخْرَجُوهُ.
καὶ προσέθετο πέμψαι· τρίτον οἱ ; δὲ ; τραυματίσαντες τοῦτον καὶ ἐξέβαλον.¶
فَصَنَعَ سَوْطًا مِنْ حِبَال وَطَرَدَ الْجَمِيعَ مِنَ الْهَيْكَلِ، اَلْغَنَمَ وَالْبَقَرَ، وَكَبَّ دَرَاهِمَ الصَّيَارِفِ وَقَلَّبَ مَوَائِدَهُمْ.
καὶ ; ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων ἐξέβαλεν πάντας ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ, τά ; τε ; πρόβατα καὶ ; τοὺς ; βόας, καὶ ; ἐξέχεεν τὸ ; κέρμα, τῶν ; κολλυβιστῶν καὶ ; ἀνέστρεψεν τὰς ; τραπέζας
كُلُّ مَا يُعْطِينِي الآبُ فَإِلَيَّ يُقْبِلُ، وَمَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ لاَ أُخْرِجْهُ خَارِجًا.
πᾶν ὃ δίδωσίν ; μοι ὁ ; πατὴρ πρὸς ; ἐμὲ ἥξει, καὶ ; τὸν ἐρχόμενον πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ ἐκβάλω ἔξω,
وَمَتَى أَخْرَجَ خِرَافَهُ الْخَاصَّةَ يَذْهَبُ أَمَامَهَا، وَالْخِرَافُ تَتْبَعُهُ، لأَنَّهَا تَعْرِفُ صَوْتَهُ.
καὶ ; ὅταν ἐκβάλῃ, τὰ ; πρόβατα ἴδια πορεύεται, ἔμπροσθεν ; αὐτῶν καὶ ; τὰ ; πρόβατα αὐτῷ ; ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασιν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ.
اَلآنَ دَيْنُونَةُ هذَا الْعَالَمِ. اَلآنَ يُطْرَحُ رَئِيسُ هذَا الْعَالَمِ خَارِجًا.
νῦν ; ἐστὶν κρίσις τούτου· τοῦ ; κόσμου νῦν ἐκβληθήσεται ὁ ; ἄρχων τούτου τοῦ ; κόσμου ἔξω,
وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ وَرَجَمُوهُ. وَالشُّهُودُ خَلَعُوا ثِيَابَهُمْ عِنْدَ رِجْلَيْ شَابٍّ يُقَالُ لَهُ شَاوُلُ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ἔξω τῆς ; πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ ; οἱ ; μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ; αὐτῶν ; ἱμάτια παρὰ τοὺς ; πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου
فَقَالَ لَهُمْ بُولُسُ: ضَرَبُونَا جَهْرًا غَيْرَ مَقْضِيٍّ عَلَيْنَا، وَنَحْنُ رَجُلاَنِ رُومَانِيَّانِ، وَأَلْقَوْنَا فِي السِّجْنِ. أَفَالآنَ يَطْرُدُونَنَا سِرًّا. كَلاَّ. بَلْ لِيَأْتُوا هُمْ أَنْفُسُهُمْ وَيُخْرِجُونَا.
δὲ ; ἔφη πρὸς ; αὐτούς· Ὁ ; Παῦλος δείραντες ; ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ὑπάρχοντας, ἀνθρώπους Ῥωμαίους ἔβαλαν εἰς φυλακήν, καὶ ; νῦν ἡμᾶς ; ἐκβάλλουσιν; λάθρᾳ οὐ γάρ, ; ἀλλ᾽ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ; ἐξαγαγέτωσαν.