ك
إصحاح
G1510
G1511. einai
G1512
المعنى المختصر للكلمة
einai: to exist
اللفظ الأصلي εἶναι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق einai (i-nahee)
تكرار الورود في الكتاب 107 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to exist

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἶναι (37×) εἶναι, (12×) εἶναί (7×) εἶναι. (7×) με ; εἶναι; (4×) εἶναι; (3×) ἡμᾶς ; εἶναι, (2×) εἶναι.¶ (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (107 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 13 Mat.16.13
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى نَوَاحِي قَيْصَرِيَّةِ فِيلُبُّسَ سَأَلَ تَلاَمِيذَهُ قِائِلاً: مَنْ يَقُولُ النَّاسُ إِنِّي أَنَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
δὲ Ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὰ ; μέρη Καισαρείας τῆς ; Φιλίππου ἠρώτα τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ λέγων· τίνα λέγουσιν οἱ ; ἄνθρωποι με ; εἶναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου;
متى 16: 15 Mat.16.15
قَالَ لَهُمْ: وَأَنْتُمْ، مَنْ تَقُولُونَ إِنِّي أَنَا.
λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς ; δὲ τίνα λέγετε με ; εἶναι;¶
فَجَعَلَ بُطْرُسُ يَقُولُ لِيَسُوعَ: يَا رَبُّ، جَيِّدٌ أَنْ نَكُونَ ههُنَا. فَإِنْ شِئْتَ نَصْنَعْ هُنَا ثَلاَثَ مَظَالَّ: لَكَ وَاحِدَةٌ، وَلِمُوسَى وَاحِدَةٌ، وَلإِيلِيَّا وَاحِدَةٌ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Πέτρος εἶπεν τῷ ; Ἰησοῦ· κύριε, καλόν ; ἐστιν ἡμᾶς ; εἶναι. ὧδε εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ ; Μωϋσεῖ μίαν καὶ ; Ἠλίᾳ μίαν.¶
متى 19: 21 Mat.19.21
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَكُونَ كَامِلاً فَاذْهَبْ وَبعْ أَمْلاَكَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
Ἔφη αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ θέλεις εἶναι, τέλειος ὕπαγε πώλησόν σου ; τὰ ; ὑπάρχοντα καὶ ; δὸς πτωχοῖς· καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο ἀκολούθει ; μοι.¶
متى 20: 27 Mat.20.27
وَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ فِيكُمْ أَوَّلاً فَلْيَكُنْ لَكُمْ عَبْدًا،
καὶ ; ὃς ἐὰν; θέλῃ εἶναι ἐν ; ὑμῖν πρῶτος, ἔστω ὑμῶν δοῦλος·
متى 22: 23 Mat.22.23
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ جَاءَ إِلَيْهِ صَدُّوقِيُّونَ، الَّذِينَ يَقُولُونَ لَيْسَ قِيَامَةٌ، فَسَأَلُوهُ
Ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι οἱ λέγοντες μὴ ; εἶναι ἀνάστασιν καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν
فَلَمَّا رَأَوْهُ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ ظَنُّوهُ خَيَالاً، فَصَرَخُوا.
δὲ Οἱ ; ἰδόντες ; αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης ἔδοξαν φάντασμά ; εἶναι καὶ ; ἀνέκραξαν·
ثُمَّ خَرَجَ يَسُوعُ وَتَلامِيذُهُ إِلَى قُرَى قَيْصَرِيَّةِ فِيلُبُّسَ. وَفِي الطَّرِيقِ سَأَلَ تَلاَمِيذَهُ قِائِلاً لَهُمْ: مَنْ يَقُولُ النَّاسُ إِنِّي أَنَا.
Καὶ ἐξῆλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἰς τὰς ; κώμας Καισαρείας τῆς ; Φιλίππου. καὶ ; ἐν τῇ ; ὁδῷ ἐπηρώτα μαθητὰς ; αὐτοῦ ; τοὺς λέγων αὐτοῖς· τίνα λέγουσιν οἱ ; ἄνθρωποι με ; εἶναι;
فَقَالَ لَهُمْ: وَأَنْتُمْ، مَنْ تَقُولُونَ إِنِّي أَنَا. فَأَجَابَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ.
καὶ ; αὐτὸς ; λέγει αὐτοῖς ὑμεῖς ; δὲ τίνα λέγετε με ; εἶναι; ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Πέτρος λέγει αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; χριστός.
فَجَعَلَ بُطْرُسُ يَقولُ لِيَسُوعَ: يَا سَيِّدِي، جَيِّدٌ أَنْ نَكُونَ ههُنَا. فَلْنَصْنَعْ ثَلاَثَ مَظَالَّ: لَكَ وَاحِدَةً، وَلِمُوسَى وَاحِدَةً، وَلإِيلِيَّا وَاحِدَةً.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Πέτρος λέγει τῷ ; Ἰησοῦ· ῥαββί, καλόν ; ἐστιν ἡμᾶς ; εἶναι, ὧδε καὶ ; ποιήσωμεν τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ ; Μωϋσεῖ μίαν καὶ ; Ἠλίᾳ μίαν·
فَجَلَسَ وَنَادَى الاثْنَيْ عَشَرَ وَقَالَ لَهُمْ: إِذَا أَرَادَ أَحَدٌ أَنْ يَكُونَ أَوَّلاً فَيَكُونُ آخِرَ الْكُلِّ وَخَادِمًا لِلْكُلِّ.
Καὶ ; καθίσας ἐφώνησεν τοὺς ; δώδεκα καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἴ θέλει τις εἶναι, πρῶτος ἔσται ἔσχατος πάντων καὶ ; διάκονος. πάντων
وَجَاءَ إِلَيْهِ قَوْمٌ مِنَ الصَّدُّوقِيِّينَ، الَّذِينَ يَقُولُونَ لَيْسَ قِيَامَةٌ، وَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ:
Καὶ ; ἔρχονται πρὸς ; αὐτὸν Σαδδουκαῖοι οἵτινες λέγουσιν μὴ ; εἶναι, ἀνάστασιν καὶ ; ἐπηρώτησαν; αὐτὸν λέγοντες·
قَدْ سَمِعْتُمُ التَّجَادِيفَ. مَا رَأْيُكُمْ. فَالْجَمِيعُ حَكَمُوا عَلَيْهِ أَنَّهُ مُسْتَوْجِبُ الْمَوْتِ.
ἠκούσατε τῆς ; βλασφημίας· τί ὑμῖν ; φαίνεται; δὲ ; πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
أَمَّا الرَّجُلُ الَّذِي خَرَجَتْ مِنْهُ الشَّيَاطِينُ فَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَكُونَ مَعَهُ، وَلكِنَّ يَسُوعَ صَرَفَهُ قَائِلاً:
δὲ ὁ ; ἀνὴρ οὗ ἐξεληλύθει ἀφ᾽ τὰ ; δαιμόνια ἐδέετο αὐτοῦ εἶναι σὺν ; αὐτῷ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπέλυσεν ; αὐτὸν λέγων·
وَفِيمَا هُوَ يُصَلِّي عَلَى انْفِرَادٍ كَانَ التَّلاَمِيذُ مَعَهُ. فَسَأَلَهُمْ قِائِلاً: مَنْ تَقُولُ الْجُمُوعُ أَنِّي أَنَا.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας οἱ ; μαθηταί, συνῆσαν ; αὐτῷ καὶ ; ἐπηρώτησεν ; αὐτοὺς λέγων· τίνα λέγουσιν οἱ ; ὄχλοι με ; εἶναι;
وَفِيمَا هُوَ يُصَلِّي عَلَى انْفِرَادٍ كَانَ التَّلاَمِيذُ مَعَهُ. فَسَأَلَهُمْ قِائِلاً: مَنْ تَقُولُ الْجُمُوعُ أَنِّي أَنَا.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας οἱ ; μαθηταί, συνῆσαν ; αὐτῷ καὶ ; ἐπηρώτησεν ; αὐτοὺς λέγων· τίνα λέγουσιν οἱ ; ὄχλοι με ; εἶναι;
فَقَالَ لَهُمْ: وَأَنْتُمْ، مَنْ تَقُولُونَ أَنِّي أَنَا. فَأَجَابَ بُطْرُسُ وَقَالَ: مَسِيحُ اللهِ..
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· ὑμεῖς ; δὲ τίνα λέγετε με ; εἶναι; δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Πέτρος εἶπεν· τὸν ; χριστὸν τοῦ ; θεοῦ.
وَفِيمَا هُمَا يُفَارِقَانِهِ قَالَ بُطْرُسُ لِيَسُوعَ: يَا مُعَلِّمُ، جَيِّدٌ أَنْ نَكُونَ ههُنَا. فَلْنَصْنَعْ ثَلاَثَ مَظَالَّ: لَكَ وَاحِدَةً، وَلِمُوسَى وَاحِدَةً، وَلإِيلِيَّا وَاحِدَةً. وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَقُولُ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν αὐτοὺς διαχωρίζεσθαι ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ εἶπεν ὁ ; Πέτρος πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ; ἐστιν ἡμᾶς ; εἶναι, ὧδε ποιήσωμεν τρεῖς, σκηνὰς σοὶ μίαν καὶ ; Μωϋσεῖ μίαν καὶ ; Ἠλίᾳ· μίαν μὴ εἰδὼς ὃ λέγει.
أَقُولُ لَكُمْ: وَإِنْ كَانَ لاَ يَقُومُ وَيُعْطِيهِ لِكَوْنِهِ صَدِيقَهُ، فَإِنَّهُ مِنْ أَجْلِ لَجَاجَتِهِ يَقُومُ وَيُعْطِيهِ قَدْرَ مَا يَحْتَاجُ.
λέγω ὑμῖν· εἰ ; καὶ οὐ ἀναστὰς δώσει ; αὐτῷ διὰ ; τὸ ; εἶναι φίλον ; αὐτοῦ, γε διά τὴν ; ἀναίδειαν ; αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει ; αὐτῷ ὅσων χρῄζει.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
وَإِذْ كَانُوا يَسْمَعُونَ هذَا عَادَ فَقَالَ مَثَلاً، لأَنَّهُ كَانَ قَرِيبًا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَكَانُوا يَظُنُّونَ أَنَّ مَلَكُوتَ اللهِ عَتِيدٌ أَنْ يَظْهَرَ فِي الْحَالِ.
δὲ αὐτῶν Ἀκουόντων ταῦτα προσθεὶς εἶπεν παραβολὴν τὸ ; αὐτὸν εἶναι ἐγγὺς Ἰερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν ; αὐτοὺς ὅτι ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μέλλει ἀναφαίνεσθαι.¶ παραχρῆμα
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ، فَجَمِيعُ الشَّعْبِ يَرْجُمُونَنَا، لأَنَّهُمْ وَاثِقُونَ بِأَنَّ يُوحَنَّا نَبِيٌّ.
ἐὰν ; δὲ εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ ; λαὸς καταλιθάσει ; ἡμᾶς· γάρ ; ἐστιν πεπεισμένος εἶναι. Ἰωάννην προφήτην
فَرَاقَبُوهُ وَأَرْسَلُوا جَوَاسِيسَ يَتَرَاءَوْنَ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ لِكَيْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ، حَتَّى يُسَلِّمُوهُ إِلَى حُكْمِ الْوَالِي وَسُلْطَانِهِ.
Καὶ ; παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς ; εἶναι, δικαίους ἵνα ἐπιλάβωνται ; αὐτοῦ λόγου, παραδοῦναι ; αὐτὸν τῇ ἀρχῇ τοῦ ; ἡγεμόνος. καὶ ; τῇ ; ἐξουσίᾳ
وَحَضَرَ قَوْمٌ مِنَ الصَّدُّوقِيِّينَ، الَّذِينَ يُقَاوِمُونَ أَمْرَ الْقِيَامَةِ، وَسَأَلُوهُ،
Προσελθόντες ; δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ ἀντιλέγοντες ἀνάστασιν ; μὴ ; εἶναι, ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν
وَقَالَ لَهُمْ: كَيْفَ يَقُولُونَ إِنَّ الْمَسِيحَ ابْنُ دَاوُدَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· πῶς λέγουσιν εἶναι τὸν ; χριστὸν υἱόν; Δαυὶδ
وَكَانَتْ بَيْنَهُمْ أَيْضًا مُشَاجَرَةٌ مَنْ مِنْهُمْ يُظَنُّ أَنَّهُ يَكُونُ أَكْبَرَ.
δὲ ; Ἐγένετο ἐν ; αὐτοῖς, καὶ φιλονεικία τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων.
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα