ك
إصحاح
G1483
G1484. éthnos
G1485
المعنى المختصر للكلمة
éthnos: a race (as of the same habit), i.e. a tribe
اللفظ الأصلي ἔθνος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق éthnos (eth-nos)
تكرار الورود في الكتاب 158 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a race (as of the same habit), i.e. a tribe
2 specially, a foreign (non-Jewish) one (usually, by implication, pagan)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Gentile heathen nation people

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὰ ; ἔθνη (28×) ἐθνῶν (17×) τοῖς ; ἔθνεσιν (15×) τῶν ; ἐθνῶν (13×) ἔθνη (10×) ἔθνος (9×) τὰ ; ἔθνη, (6×) ἐθνῶν, (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (158 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمْ: مُلُوكُ الأُمَمِ يَسُودُونَهُمْ، وَالْمُتَسَلِّطُونَ عَلَيْهِمْ يُدْعَوْنَ مُحْسِنِينَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· οἱ ; βασιλεῖς τῶν ; ἐθνῶν κυριεύουσιν ; αὐτῶν, καὶ ; οἱ ; ἐξουσιάζοντες αὐτῶν καλοῦνται. εὐεργέται
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
وَأَنْ يُكْرَزَ بِاسْمِهِ بِالتَّوْبَةِ وَمَغْفِرَةِ الْخَطَايَا لِجَمِيعِ الأُمَمِ، مُبْتَدَأً مِنْ أُورُشَلِيمَ.
καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς ; πάντα τὰ ; ἔθνη ἀρξάμενον ἀπὸ Ἰερουσαλήμ.
إِنْ تَرَكْنَاهُ هكَذَا يُؤْمِنُ الْجَمِيعُ بِهِ، فَيَأْتِي الرُّومَانِيُّونَ وَيَأْخُذُونَ مَوْضِعَنَا وَأُمَّتَنَا.
ἐὰν ἀφῶμεν ; αὐτὸν οὕτως, πιστεύσουσιν πάντες εἰς ; αὐτόν, καὶ ; ἐλεύσονται οἱ ; Ῥωμαῖοι καὶ ; ἀροῦσιν ἡμῶν ; καὶ ; τὸν ; τόπον καὶ ; τὸ ; ἔθνος.¶
وَلاَ تُفَكِّرُونَ أَنَّهُ خَيْرٌ لَنَا أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ وَلاَ تَهْلِكَ الأُمَّةُ كُلُّهَا..
οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἀποθάνῃ ἄνθρωπος εἷς ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; μὴ ἀπόληται. τὸ ; ἔθνος ὅλον
وَلَمْ يَقُلْ هذَا مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ إِذْ كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ، تَنَبَّأَ أَنَّ يَسُوعَ مُزْمِعٌ أَنْ يَمُوتَ عَنِ الأُمَّةِ،
δὲ ; οὐκ εἶπεν, τοῦτο ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀλλ᾽ ὢν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου ἐνιαυτοῦ ἐπροφήτευσεν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἔμελλεν ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τοῦ ; ἔθνους,
وَلَيْسَ عَنِ الأُمَّةِ فَقَطْ، بَلْ لِيَجْمَعَ أَبْنَاءَ اللهِ الْمُتَفَرِّقِينَ إِلَى وَاحِدٍ.
καὶ ; οὐχ ὑπὲρ τοῦ ; ἔθνους μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; καὶ ; συναγάγῃ τὰ ; τέκνα τοῦ ; θεοῦ τὰ ; διεσκορπισμένα εἰς ἕν.¶
وَكَانَ يَهُودٌ رِجَالٌ أَتْقِيَاءُ مِنْ كُلِّ أُمَّةٍ تَحْتَ السَّمَاءِ سَاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
Ἦσαν ; δὲ Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ; ὑπὸ τὸν ; οὐρανόν. κατοικοῦντες ἐν Ἰερουσαλὴμ
الْقَائِلُ بِفَمِ دَاوُدَ فَتَاكَ: لِمَاذَا ارْتَجَّتِ الأُمَمُ وَتَفَكَّرَ الشُّعُوبُ بِالْبَاطِلِ.
ὁ ; εἰπών· στόματος ; διὰ Δαυὶδ τοῦ ; παιδός ; σου ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη ἐμελέτησαν ; καὶ λαοὶ κενά;
لأَنَّهُ بِالْحَقِيقَةِ اجْتَمَعَ عَلَى فَتَاكَ الْقُدُّوسِ يَسُوعَ، الَّذِي مَسَحْتَهُ، هِيرُودُسُ وَبِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ مَعَ أُمَمٍ وَشُعُوبِ إِسْرَائِيلَ،
γὰρ ἐπ᾽ ; ἀληθείας συνήχθησαν ἐπὶ τὸν ; παῖδά ; σου, ἅγιον Ἰησοῦν ὃν ἔχρισας, Ἡρῴδης καὶ ; Πιλᾶτος Πόντιος σὺν ἔθνεσιν καὶ ; λαοῖς Ἰσραήλ
وَالأُمَّةُ الَّتِي يُسْتَعْبَدُونَ لَهَا سَأَدِينُهَا أَنَا، يَقُولُ اللهُ. وَبَعْدَ ذلِكَ يَخْرُجُونَ وَيَعْبُدُونَنِي فِي هذَا الْمَكَانِ.
καὶ ; τὸ ; ἔθνος ᾧ ; ἐὰν δουλεύσωσιν κρινῶ ἐγώ, εἶπεν, ὁ ; θεὸς καὶ ; μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ ; λατρεύσουσίν ; μοι ἐν τούτῳ. τῷ ; τόπῳ
وَكَانَ قَبْلاً فِي الْمَدِينَةِ رَجُلٌ اسْمُهُ سِيمُونُ، يَسْتَعْمِلُ السِّحْرَ وَيُدْهِشُ شَعْبَ السَّامِرَةِ، قِائِلاً إِنَّهُ شَيْءٌ عَظِيمٌ..
δέ ; προϋπῆρχεν ἐν τῇ ; πόλει Ἀνὴρ ; τις ὀνόματι Σίμων μαγεύων καὶ ; ἐξιστάνων τὸ ; ἔθνος τῆς ; Σαμαρείας λέγων εἶναί ; τινα ; ἑαυτὸν μέγαν·
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
فَقَالُوا: إِنَّ كَرْنِيلِيُوسَ قَائِدَ مِئَةٍ، رَجُلاً بَارًّا وَخَائِفَ اللهِ وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ كُلِّ أُمَّةِ الْيَهُودِ، أُوحِيَ إِلَيْهِ بِمَلاَكٍ مُقَدَّسٍ أَنْ يَسْتَدْعِيَكَ إِلَى بَيْتِهِ وَيَسْمَعَ مِنْكَ كَلاَمًا.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Κορνήλιος ἑκατοντάρχης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ ; φοβούμενος τὸν ; θεὸν μαρτυρούμενός ὑπὸ ὅλου τοῦ ; ἔθνους τῶν ; Ἰουδαίων, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ; ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί ; σε εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀκοῦσαι παρὰ ; σοῦ. ῥήματα
بَلْ فِي كُلِّ أُمَّةٍ، الَّذِي يَتَّقِيهِ وَيَصْنَعُ الْبِرَّ مَقْبُولٌ عِنْدَهُ.
ἀλλ᾽ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος ; αὐτὸν καὶ ; ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς ; ἐστιν. αὐτῷ
فَانْدَهَشَ الْمُؤْمِنُونَ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ، كُلُّ مَنْ جَاءَ مَعَ بُطْرُسَ، لأَنَّ مَوْهِبَةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ قَدِ انْسَكَبَتْ عَلَى الأُمَمِ أَيْضًا.
καὶ ; ἐξέστησαν οἱ ; πιστοὶ ἐκ περιτομῆς ὅσοι συνῆλθαν τῷ ; Πέτρῳ, ὅτι ἡ ; δωρεὰ τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐκκέχυται· ἐπὶ τὰ ; ἔθνη καὶ
فَسَمِعَ الرُّسُلُ وَالإِخْوَةُ الَّذِينَ كَانُوا فِي الْيَهُودِيَّةِ أَنَّ الأُمَمَ أَيْضًا قَبِلُوا كَلِمَةَ اللهِ.
Ἤκουσαν ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ οἱ ὄντες κατὰ τὴν ; Ἰουδαίαν ὅτι τὰ ; ἔθνη καὶ ἐδέξαντο τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا ذلِكَ سَكَتُوا، وَكَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ قَائِلِينَ: إِذًا أَعْطَى اللهُ الأُمَمَ أَيْضًا التَّوْبَةَ لِلْحَيَاةِ..
δὲ Ἀκούσαντες ταῦτα ἡσύχασαν καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες· ἄρα ; γε ἔδωκεν.¶ ὁ ; θεὸς τοῖς ; ἔθνεσιν καὶ τὴν ; μετάνοιαν εἰς ; ζωὴν
ثُمَّ أَهْلَكَ سَبْعَ أُمَمٍ فِي أَرْضِ كَنْعَانَ وَقَسَمَ لَهُمْ أَرْضَهُمْ
καὶ καθελὼν ἑπτὰ ἔθνη ἐν γῇ Χανάαν κατεκληρονόμησεν αὐτοῖς τὴν ; γῆν ; αὐτῶν
وَبَعْدَمَا خَرَجَ الْيَهُودُ مِنَ الْمَجْمَعِ الأُمَمُ يَطْلُبُونَ أَنْ يُكَلِّمَاهُمْ بِهذَا الْكَلاَمِ فِي السَّبْتِ الْقَادِمِ.
Ἐξιόντων ; δὲ Ἰουδαίων ἐκ τῆς ; συναγωγῆς τὰ ; ἔθνη παρεκάλουν λαληθῆναι ; αὐτοῖς ταῦτα. τὰ ; ῥήματα εἰς σάββατον τὸ ; μεταξὺ
فَجَاهَرَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَقَالاَ: كَانَ يَجِبُ أَنْ تُكَلَّمُوا أَنْتُمْ أَوَّلاً بِكَلِمَةِ اللهِ، وَلكِنْ إِذْ دَفَعْتُمُوهَا عَنْكُمْ، وَحَكَمْتُمْ أَنَّكُمْ غَيْرُ مُسْتَحِقِّينَ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، هُوَذَا نَتَوَجَّهُ إِلَى الأُمَمِ.
παρρησιασάμενοί ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ὁ ; Βαρναβᾶς εἶπαν· ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι ὑμῖν πρῶτον τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ· ἐπειδὴ ; δὲ ἀπωθεῖσθε ; αὐτὸν καὶ ; κρίνετε ἑαυτοὺς οὐκ ἀξίους τῆς ; ζωῆς, αἰωνίου ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ; ἔθνη.
لأَنْ هكَذَا أَوْصَانَا الرَّبُّ: قَدْ أَقَمْتُكَ نُورًا لِلأُمَمِ، لِتَكُونَ أَنْتَ خَلاَصًا إِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
γὰρ οὕτως ἐντέταλται ; ἡμῖν ὁ ; κύριος· τέθεικά ; σε εἰς ; φῶς ἐθνῶν εἶναί σε εἰς ; σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.¶
فَلَمَّا سَمِعَ الأُمَمُ كَانُوا يَفْرَحُونَ وَيُمَجِّدُونَ كَلِمَةَ الرَّبِّ. وَآمَنَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا مُعَيَّنِينَ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ.
δὲ Ἀκούοντα τὰ ; ἔθνη ἔχαιρον καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου καὶ ; ἐπίστευσαν ὅσοι ἦσαν τεταγμένοι εἰς ; ζωὴν αἰώνιον.
وَلكِنَّ الْيَهُودَ غَيْرَ الْمُؤْمِنِينَ غَرُّوا وَأَفْسَدُوا نُفُوسَ الأُمَمِ عَلَى الإِخْوَةِ.
δὲ οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀπειθοῦντες ἐπήγειραν καὶ ; ἐκάκωσαν τὰς ; ψυχὰς τῶν ; ἐθνῶν κατὰ τῶν ; ἀδελφῶν.¶
فَلَمَّا حَصَلَ مِنَ الأُمَمِ وَالْيَهُودِ مَعَ رُؤَسَائِهِمْ هُجُومٌ لِيَبْغُوا وَيَرْجُمُوهُمَا،
ὡς ; δὲ ἐγένετο τῶν ἐθνῶν καὶ ; Ἰουδαίων σὺν τοῖς ; ἄρχουσιν ; αὐτῶν ὁρμὴ ὑβρίσαι καὶ ; λιθοβολῆσαι ; αὐτούς,
الَّذِي فِي الأَجْيَالِ الْمَاضِيَةِ تَرَكَ جَمِيعَ الأُمَمِ يَسْلُكُونَ فِي طُرُقِهِمْ
ὃς ἐν ταῖς ; γενεαῖς παρῳχημέναις εἴασεν πάντα τὰ ; ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς ; αὐτῶν·
وَلَمَّا حَضَرَا وَجَمَعَا الْكَنِيسَةَ، أَخْبَرَا بِكُلِّ مَا صَنَعَ اللهُ مَعَهُمَا، وَأَنَّهُ فَتَحَ لِلأُمَمِ بَابَ الإِيمَانِ.
παραγενόμενοι ; δὲ καὶ ; συναγαγόντες τὴν ; ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ὅτι ἤνοιξεν τοῖς ; ἔθνεσιν θύραν πίστεως.
فَبَعْدَ مَا حَصَلَتْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ قَامَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ مُنْذُ أَيَّامٍ قَدِيمَةٍ اخْتَارَ اللهُ بَيْنَنَا أَنَّهُ بِفَمِي يَسْمَعُ الأُمَمُ كَلِمَةَ الإِنْجِيلِ وَيُؤْمِنُونَ.
γενομένης, ; δὲ συζητήσεως πολλῆς ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾽ ἡμερῶν ἀρχαίων ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς ἐν ; ἡμῖν διὰ τοῦ ; στόματός ; μου ἀκοῦσαι τὰ ; ἔθνη τὸν ; λόγον τοῦ ; εὐαγγελίου καὶ ; πιστεῦσαι.
فَسَكَتَ الْجُمْهُورُ كُلُّهُ. وَكَانُوا يَسْمَعُونَ بَرْنَابَا وَبُولُسَ يُحَدِّثَانِ بِجَمِيعِ مَا صَنَعَ اللهُ مِنَ الآيَاتِ وَالْعَجَائِبِ فِي الأُمَمِ بِوَاسِطَتِهِمْ.
ἐσίγησεν ; δὲ τὸ ; πλῆθος πᾶν καὶ ; ἤκουον Βαρναβᾶ καὶ ; Παύλου ἐξηγουμένων ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς σημεῖα καὶ ; τέρατα ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν δι᾽ ; αὐτῶν.¶
سِمْعَانُ قَدْ أَخْبَرَ كَيْفَ افْتَقَدَ اللهُ أَوَّلاً الأُمَمَ لِيَأْخُذَ مِنْهُمْ شَعْبًا عَلَى اسْمِهِ.
Συμεὼν ἐξηγήσατο καθὼς ἐπεσκέψατο ὁ ; θεὸς πρῶτον ἐθνῶν λαβεῖν ἐξ λαὸν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ·