ك
إصحاح
G906
G907. baptízō
G908
المعنى المختصر للكلمة
baptízō: to immerse, submerge
اللفظ الأصلي βαπτίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق baptízō (bap-tid-zo)
تكرار الورود في الكتاب 74 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to immerse, submerge
2 to make whelmed (i.e. fully wet)
3 used only (in the New Testament) of ceremonial ablution, especially (technically) of the ordinance of Christian baptism
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Baptist baptize wash

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

βαπτίζομαι (4×) βαπτισθῆναι (4×) ὑμᾶς ; βαπτίσει (2×) ὁ ; βαπτίζων (2×) ἐβάπτισεν (2×) ἐβαπτίσθητε; (2×) ἐβαπτίσθησαν (2×) ἐβαπτίσθη (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَجَابَهُمْ يُوحَنَّا قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُ بِمَاءٍ، وَلكِنْ فِي وَسْطِكُمْ قَائِمٌ الَّذِي لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰωάννης λέγων· ἐγὼ βαπτίζω ἐν ; ὕδατι· δὲ μέσος ; ὑμῶν ἕστηκεν ὃν οὐκ ὑμεῖς ; οἴδατε,
هذَا كَانَ فِي بَيْتِ عَبْرَةَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ حَيْثُ كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ.
ταῦτα ἐγένετο ἐν Βηθαβαρᾶ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου ὅπου ἦν Ἰωάννης βαπτίζων.¶
وَأَنَا لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُهُ. لكِنْ لِيُظْهَرَ لإِسْرَائِيلَ لِذلِكَ جِئْتُ أُعَمِّدُ بِالْمَاءِ.
κἀγὼ οὐκ ᾔδειν ; αὐτόν, ἀλλ᾽ ἵνα ; φανερωθῇ τῷ ; Ἰσραήλ, διὰ ; τοῦτο ἦλθον ; ἐγὼ βαπτίζων. ἐν ; τῷ ; ὕδατι
وَأَنَا لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُهُ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي لأُعَمِّدَ بِالْمَاءِ، ذَاكَ قَالَ لِي: الَّذِي تَرَى الرُّوحَ نَازِلاً وَمُسْتَقِرًّا عَلَيْهِ، فَهذَا هُوَ الَّذِي يُعَمِّدُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
κἀγὼ οὐκ ᾔδειν ; αὐτόν, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με βαπτίζειν ἐν ; ὕδατι, ἐκεῖνός εἶπεν· μοι ὃν ; ἂν ἴδῃς τὸ ; πνεῦμα καταβαῖνον καὶ ; μένον ἐπ᾽ ; αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ ; βαπτίζων ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
وَأَنَا لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُهُ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي لأُعَمِّدَ بِالْمَاءِ، ذَاكَ قَالَ لِي: الَّذِي تَرَى الرُّوحَ نَازِلاً وَمُسْتَقِرًّا عَلَيْهِ، فَهذَا هُوَ الَّذِي يُعَمِّدُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
κἀγὼ οὐκ ᾔδειν ; αὐτόν, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με βαπτίζειν ἐν ; ὕδατι, ἐκεῖνός εἶπεν· μοι ὃν ; ἂν ἴδῃς τὸ ; πνεῦμα καταβαῖνον καὶ ; μένον ἐπ᾽ ; αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ ; βαπτίζων ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
وَبَعْدَ هذَا جَاءَ يَسُوعُ وَتَلاَمِيذُهُ إِلَى أَرْضِ الْيَهُودِيَّةِ، وَمَكَثَ مَعَهُمْ هُنَاكَ، وَكَانَ يُعَمِّدُ.
Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; γῆν, Ἰουδαίαν καὶ ; διέτριβεν μετ᾽ ; αὐτῶν ἐκεῖ καὶ ; ἐβάπτιζεν.
وَكَانَ يُوحَنَّا أَيْضًا يُعَمِّدُ فِي عَيْنِ نُونٍ بِقُرْبِ سَالِيمَ، لأَنَّهُ كَانَ هُنَاكَ مِيَاهٌ كَثِيرَةٌ، وَكَانُوا يَأْتُونَ وَيَعْتَمِدُونَ.
ἦν ; δὲ Ἰωάννης καὶ βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ ; Σαλείμ, ὅτι ἦν ἐκεῖ. ὕδατα πολλὰ καὶ ; παρεγίνοντο καὶ ; ἐβαπτίζοντο·
وَكَانَ يُوحَنَّا أَيْضًا يُعَمِّدُ فِي عَيْنِ نُونٍ بِقُرْبِ سَالِيمَ، لأَنَّهُ كَانَ هُنَاكَ مِيَاهٌ كَثِيرَةٌ، وَكَانُوا يَأْتُونَ وَيَعْتَمِدُونَ.
ἦν ; δὲ Ἰωάννης καὶ βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ ; Σαλείμ, ὅτι ἦν ἐκεῖ. ὕδατα πολλὰ καὶ ; παρεγίνοντο καὶ ; ἐβαπτίζοντο·
فَجَاءُوا إِلَى يُوحَنَّا وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هُوَذَا الَّذِي كَانَ مَعَكَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ، الَّذِي أَنْتَ قَدْ شَهِدْتَ هُوَ يُعَمِّدُ، وَالْجَمِيعُ يَأْتُونَ إِلَيْهِ
καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ ; σοῦ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, οὗτος βαπτίζει, καὶ ; πάντες ἔρχονται πρὸς ; αὐτόν.
فَلَمَّا عَلِمَ الرَّبُّ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ سَمِعُوا أَنَّ يَسُوعَ يُصَيِّرُ وَيُعَمِّدُ تَلاَمِيذَ أَكْثَرَ مِنْ يُوحَنَّا،
Ὡς ; οὖν ἔγνω ὁ ; κύριος ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἤκουσαν ὅτι Ἰησοῦς ποιεῖ καὶ ; βαπτίζει μαθητὰς πλείονας ἢ Ἰωάννης,
مَعَ أَنَّ يَسُوعَ نَفْسَهُ لَمْ يَكُنْ يُعَمِّدُ بَلْ تَلاَمِيذُهُ،
καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν ἀλλ᾽ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ,
وَمَضَى أَيْضًا إِلَى عَبْرِ الأُرْدُنِّ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِيهِ أَوَّلاً وَمَكَثَ هُنَاكَ.
καὶ ; ἀπῆλθεν πάλιν πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου εἰς τὸν ; τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ ; βαπτίζων, πρῶτον καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ.
لأَنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِالْمَاءِ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتَتَعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ، لَيْسَ بَعْدَ هذِهِ الأَيَّامِ بِكَثِيرٍ.
ὅτι Ἰωάννης μὲν ; ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ ταύτας ἡμέρας.¶ πολλὰς
لأَنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِالْمَاءِ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتَتَعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ، لَيْسَ بَعْدَ هذِهِ الأَيَّامِ بِكَثِيرٍ.
ὅτι Ἰωάννης μὲν ; ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ ταύτας ἡμέρας.¶ πολλὰς
فَقَالَ لَهُمْ بُطْرُسُ: تُوبُوا وَلْيَعْتَمِدْ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ عَلَى اسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِغُفْرَانِ الْخَطَايَا، فَتَقْبَلُوا عَطِيَّةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; ἔφη αὐτούς· ; πρὸς Πέτρος μετανοήσατε καὶ ; βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; λήμψεσθε τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; πνεύματος· ἁγίου
فَقَبِلُوا كَلاَمَهُ بِفَرَحٍ، وَاعْتَمَدُوا، وَانْضَمَّ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ نَحْوُ ثَلاَثَةِ آلاَفِ نَفْسٍ.
μὲν ; οὖν ; οἱ ; ἀποδεξάμενοι τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ ἀσμένως ἐβαπτίσθησαν καὶ ; προσετέθησαν ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὡσεὶ τρισχίλιαι.¶ ψυχαὶ
وَلكِنْ لَمَّا صَدَّقُوا فِيلُبُّسَ وَهُوَ يُبَشِّرُ بِالأُمُورِ الْمُخْتَصَّةِ بِمَلَكُوتِ اللهِ وَبِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، اعْتَمَدُوا رِجَالاً وَنِسَاءً.
δὲ ὅτε ἐπίστευσαν τῷ ; Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες καὶ ; γυναῖκες.
وَسِيمُونُ أَيْضًا نَفْسُهُ آمَنَ. وَلَمَّا اعْتَمَدَ كَانَ يُلاَزِمُ فِيلُبُّسَ، رَأَى آيَاتٍ وَقُوَّاتٍ عَظِيمَةً تُجْرَى انْدَهَشَ.
ὁ ; δὲ ; Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσεν, καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ ; Φιλίππῳ, θεωρῶν τε ; σημεῖα καὶ ; δυνάμεις μεγάλας γινομένας ἐξίστατο.¶
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
وَفِيمَا هُمَا سَائِرَانِ فِي الطَّرِيقِ أَقْبَلاَ عَلَى مَاءٍ، فَقَالَ الْخَصِيُّ: هُوَذَا مَاءٌ. مَاذَا يَمْنَعُ أَنْ أَعْتَمِدَ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο κατὰ τὴν ; ὁδόν, ἦλθον ἐπί τι ; ὕδωρ καί ; φησιν εὐνοῦχος· ; ὁ ἰδοὺ ὕδωρ· τί κωλύει με ; βαπτισθῆναι;
فَلِلْوَقْتِ وَقَعَ مِنْ عَيْنَيْهِ شَيْءٌ كَأَنَّهُ قُشُورٌ، فَأَبْصَرَ فِي الْحَالِ، وَقَامَ وَاعْتَمَدَ.
καὶ ; εὐθέως ἀπέπεσαν ἀπὸ αὐτοῦ ; τῶν ; ὀφθαλμῶν ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέν τε ; παραχρῆμα ἀναστὰς ; καὶ ἐβαπτίσθη,
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
وَأَمَرَ أَنْ يَعْتَمِدُوا بِاسْمِ الرَّبِّ. حِينَئِذٍ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ أَيَّامًا.
προσέταξεν ; τε αὐτοὺς ; βαπτισθῆναι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου. τότε ἠρώτησαν ; αὐτὸν ἐπιμεῖναι ἡμέρας ; τινάς.¶
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
فَلَمَّا اعْتَمَدَتْ هِيَ وَأَهْلُ بَيْتِهَا طَلَبَتْ قَائِلَةً: إِنْ كُنْتُمْ قَدْ حَكَمْتُمْ أَنِّي مُؤْمِنَةٌ بِالرَّبِّ، فَادْخُلُوا بَيْتِي وَامْكُثُوا. فَأَلْزَمَتْنَا.
ὡς ; δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ; ὁ ; οἶκος ; αὐτῆς, παρεκάλεσεν λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν ; εἶναι, τῷ ; κυρίῳ εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; μου ; οἶκόν μείνατε καὶ ; παρεβιάσατο ; ἡμᾶς.¶
فَأَخَذَهُمَا فِي تِلْكَ السَّاعَةِ مِنَ اللَّيْلِ وَغَسَّلَهُمَا مِنَ الْجِرَاحَاتِ، وَاعْتَمَدَ فِي الْحَالِ هُوَ وَالَّذِينَ لَهُ أَجْمَعُونَ.
καὶ ; παραλαβὼν ; αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν ; πληγῶν, καὶ ; ἐβαπτίσθη παραχρῆμα. αὐτὸς καὶ ; οἱ ; αὐτοῦ πάντες
وَكِرِيسْبُسُ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ آمَنَ بِالرَّبِّ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، وَكَثِيرُونَ مِنَ الْكُورِنْثِيِّينَ إِذْ سَمِعُوا آمَنُوا وَاعْتَمَدُوا.
Κρίσπος ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσεν τῷ ; κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, καὶ ; πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ; ἐβαπτίζοντο.¶
فَقَالَ لَهُمْ: فَبِمَاذَا اعْتَمَدْتُمْ. فَقَالُوا: بِمَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا.
εἶπέν ; τε πρὸς ; αὐτούς· εἰς ; τί ; οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ ; δὲ ; εἶπαν· εἰς ; τὸ ; βάπτισμα.¶ Ἰωάννου
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.