ك
إصحاح
G907
G908. báptisma
G909
المعنى المختصر للكلمة
báptisma: baptism (technically or figuratively)
اللفظ الأصلي βάπτισμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق báptisma (bap-tis-mah)
تكرار الورود في الكتاب 21 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

baptism (technically or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
baptism

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; βάπτισμα (8×) βάπτισμα (5×) καὶ ; τὸ ; βάπτισμα (2×) βάπτισμα, (2×) τοῦ ; βαπτίσματος (1×) εἰς ; τὸ ; βάπτισμα.¶ (1×) διὰ ; τοῦ ; βαπτίσματος (1×) βαπτίσματι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (21 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 20: 22 Mat.20.22
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي سَوْفَ أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا. قَالاَ لَهُ: نَسْتَطِيعُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ μέλλω πίνειν ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα.¶
متى 20: 23 Mat.20.23
فَقَالَ لَهُمَا: أَمَّا كَأْسِي فَتَشْرَبَانِهَا، وَبِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبِغُ بِهَا أَنَا تَصْطَبِغَانِ. وَأَمَّا الْجُلُوسُ عَنْ يَمِيني وَعَنْ يَسَارِي فَلَيْسَ لِي أَنْ أُعْطِيَهُ إِلاَّ لِلَّذِينَ أُعِدَّ لَهُمْ مِنْ أَبِي.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς· τὸ ; μὲν ποτήριόν ; μου πίεσθε καὶ ; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ βαπτισθήσεσθε, δὲ τὸ ; καθίσαι ἐκ δεξιῶν ; μου καὶ ; ἐξ εὐωνύμων ; μου οὐκ ἔστιν ; ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
متى 21: 25 Mat.21.25
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنْ أَيْنَ كَانَتْ. مِنَ السَّمَاءِ أَمْ مِنَ النَّاسِ. فَفَكَّرُوا فِي أَنْفُسِهِمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ لَنَا: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου πόθεν ἦν; ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων;¶ Οἱ ; δὲ ; διελογίζοντο παρ᾽ ἑαυτοῖς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِي الْبَرِّيَّةِ وَيَكْرِزُ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ لِمَغْفِرَةِ الْخَطَايَا.
Ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ πίνω ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ
فَقَالاَ لَهُ: نَسْتَطِيعُ. فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: أَمَّا الْكَأْسُ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا فَتَشْرَبَانِهَا، وَبَالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا تَصْطَبِغَانِ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν αὐτῷ· δυνάμεθα. δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ; Ἰησοῦς μὲν τὸ ; ποτήριον ὃ πίνω ἐγὼ πίεσθε, καὶ ; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ βαπτισθήσεσθε·
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنَ السَّمَاءِ كَانَتْ أَمْ مِنَ النَّاسِ. أَجِيبُونِي.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων; ἀποκρίθητέ ; μοι.
فَجَاءَ إِلَى جَمِيعِ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ بِالأُرْدُنِّ يَكْرِزُ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ لِمَغْفِرَةِ الْخَطَايَا،
καὶ ; ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν ; περίχωρον τοῦ ; Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
وَجَمِيعُ الشَّعْبِ إِذْ سَمِعُوا وَالْعَشَّارُونَ بَرَّرُوا اللهَ مُعْتَمِدِينَ بِمَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا.
καὶ ; πᾶς ὁ ; λαὸς ἀκούσας καὶ ; οἱ ; τελῶναι ἐδικαίωσαν τὸν ; θεὸν βαπτισθέντες τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου.
وَلِي صِبْغَةٌ أَصْطَبِغُهَا، وَكَيْفَ أَنْحَصِرُ حَتَّى تُكْمَلَ.
δὲ ; ἔχω βάπτισμα βαπτισθῆναι καὶ ; πῶς συνέχομαι ἕως τελεσθῇ.
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنَ السَّمَاءِ كَانَتْ أَمْ مِنَ النَّاسِ.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων;
مُنْذُ مَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي ارْتَفَعَ فِيهِ عَنَّا، يَصِيرُ وَاحِدٌ مِنْهُمْ شَاهِدًا مَعَنَا بِقِيَامَتِهِ.
ἀρξάμενος ; ἀπὸ τοῦ ; βαπτίσματος Ἰωάννου ἕως τῆς ; ἡμέρας ἧς ἀνελήμφθη ἀφ᾽ ; ἡμῶν, γενέσθαι ἕνα τούτων. μάρτυρα σὺν ; ἡμῖν τῆς ; ἀναστάσεως ; αὐτοῦ
أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ الأَمْرَ الَّذِي صَارَ فِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ مُبْتَدِئًا مِنَ الْجَلِيلِ، بَعْدَ الْمَعْمُودِيَّةِ الَّتِي كَرَزَ بِهَا يُوحَنَّا.
ὑμεῖς οἴδατε τὸ ; ῥῆμα γενόμενον καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας μετὰ τὸ ; βάπτισμα ὃ ἐκήρυξεν Ἰωάννης,
إِذْ سَبَقَ يُوحَنَّا فَكَرَزَ قَبْلَ مَجِيئِهِ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ لِجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ.
προκηρύξαντος ; Ἰωάννου πρὸ ; προσώπου τῆς ; εἰσόδου ; αὐτοῦ βάπτισμα μετανοίας παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραήλ.
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
فَقَالَ لَهُمْ: فَبِمَاذَا اعْتَمَدْتُمْ. فَقَالُوا: بِمَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا.
εἶπέν ; τε πρὸς ; αὐτούς· εἰς ; τί ; οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ ; δὲ ; εἶπαν· εἰς ; τὸ ; βάπτισμα.¶ Ἰωάννου
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.
فَدُفِنَّا مَعَهُ بِالْمَعْمُودِيَّةِ لِلْمَوْتِ، حَتَّى كَمَا أُقِيمَ الْمَسِيحُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِمَجْدِ الآبِ، هكَذَا نَسْلُكُ نَحْنُ أَيْضًا فِي جِدَّةِ الْحَيَاةِ.
συνετάφημεν ; οὖν αὐτῷ διὰ ; τοῦ ; βαπτίσματος εἰς ; τὸν ; θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ ; τῆς ; δόξης τοῦ ; πατρός, οὕτως περιπατήσωμεν. ἡμεῖς καὶ ἐν καινότητι ζωῆς
رَبٌّ وَاحِدٌ، إِيمَانٌ وَاحِدٌ، مَعْمُودِيَّةٌ وَاحِدَةٌ،
κύριος, εἷς πίστις, μία βάπτισμα, ἓν
مَدْفُونِينَ مَعَهُ فِي الْمَعْمُودِيَّةِ، الَّتِي فِيهَا أُقِمْتُمْ أَيْضًا بِإِيمَانِ عَمَلِ اللهِ، الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
συνταφέντες ; αὐτῷ ἐν βαπτίσματι ᾧ ἐν συνηγέρθητε καὶ διὰ ; τῆς ; πίστεως τῆς ; ἐνεργείας τοῦ ; θεοῦ τοῦ ἐγείραντος ; αὐτὸν ἐκ τῶν ; νεκρῶν.¶
الَّذِي مِثَالُهُ يُخَلِّصُنَا نَحْنُ الآنَ، الْمَعْمُودِيَّةُ. لاَ إِزَالَةُ وَسَخِ الْجَسَدِ، بَلْ سُؤَالُ ضَمِيرٍ صَالِحٍ عَنِ اللهِ، بِقِيَامَةِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
ὃ ἀντίτυπον σῴζει ἡμᾶς νῦν βάπτισμα, οὐ ἀπόθεσις ῥύπου, σαρκὸς ἀλλὰ ἐπερώτημα συνειδήσεως ἀγαθῆς εἰς θεόν, δι᾽ ; ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ,