ك
إصحاح
G845
G846. autós
G847
المعنى المختصر للكلمة
autós: the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي αὐτός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق autós (ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب 5246 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons

الإنجليزية — KJV Translation Tags
her it(-self) one the other (mine) own said (self-) the) same ((him-, my-, thy- )self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at, - by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man), those, together, very, which

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

αὐτῷ (284×) αὐτῷ· (187×) αὐτοῖς· (187×) αὐτοῖς (155×) αὐτὸν (99×) αὐτὸς (83×) αὐτοῦ (62×) πρὸς ; αὐτὸν (54×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَاحْتَقَرَهُ هِيرُودُسُ مَعَ عَسْكَرِهِ وَاسْتَهْزَأَ بِهِ، وَأَلْبَسَهُ لِبَاسًا لاَمِعًا، وَرَدَّهُ إِلَى بِيلاَطُسَ.
ἐξουθενήσας ; δὲ ; αὐτὸν ὁ ; Ἡρῴδης σὺν τοῖς ; στρατεύμασιν ; αὐτοῦ καὶ ; ἐμπαίξας, περιβαλὼν ; αὐτὸν ἐσθῆτα λαμπρὰν ἀνέπεμψεν ; αὐτὸν τῷ ; Πιλάτῳ.
فَصَارَ بِيلاَطُسُ وَهِيرُودُسُ صَدِيقَيْنِ مَعَ بَعْضِهِمَا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ، لأَنَّهُمَا كَانَا مِنْ قَبْلُ فِي عَدَاوَةٍ بَيْنَهُمَا.
ἐγένοντο ; δὲ καὶ ; ὁ ; Πιλᾶτος τε ; Ἡρῴδης φίλοι μετ᾽ ἀλλήλων· ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ γὰρ προϋπῆρχον ἐν ἔχθρᾳ ; ὄντες πρὸς ; ἑαυτούς
وَقَالَ لَهُمْ: قَدْ قَدَّمْتُمْ إِلَيَّ هذَا الإِنْسَانَ كَمَنْ يُفْسِدُ الشَّعْبَ. وَهَا أَنَا قَدْ فَحَصْتُ قُدَّامَكُمْ وَلَمْ أَجِدْ فِي هذَا الإِنْسَانِ عِلَّةً مِمَّا تَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ.
εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τοῦτον τὸν ; ἄνθρωπον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν ; λαόν· καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀνακρίνας ἐνώπιον ; ὑμῶν οὐθὲν εὗρον ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνθρώπῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ᾽ ; αὐτοῦ·
وَقَالَ لَهُمْ: قَدْ قَدَّمْتُمْ إِلَيَّ هذَا الإِنْسَانَ كَمَنْ يُفْسِدُ الشَّعْبَ. وَهَا أَنَا قَدْ فَحَصْتُ قُدَّامَكُمْ وَلَمْ أَجِدْ فِي هذَا الإِنْسَانِ عِلَّةً مِمَّا تَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ.
εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τοῦτον τὸν ; ἄνθρωπον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν ; λαόν· καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀνακρίνας ἐνώπιον ; ὑμῶν οὐθὲν εὗρον ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνθρώπῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ᾽ ; αὐτοῦ·
وَلاَ هِيرُودُسُ لأَنِّي أَرْسَلْتُكُمْ إِلَيْهِ. وَهَا لاَ شَيْءَ يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ صُنِعَ مِنْهُ.
ἀλλ᾽ ; οὐδὲ Ἡρῴδης· γὰρ ἀνέπεμψα; ὑμᾶς αὐτὸν ; πρὸς καὶ ; ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶν ; πεπραγμένον αὐτῷ.
فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
وَكَانَ مُضْطَرًّا أَنْ يُطْلِقَ لَهُمْ كُلَّ عِيدٍ وَاحِدًا،
δέ ἀνάγκην εἶχεν ; ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα.
فَنَادَاهُمْ أَيْضًا بِيلاَطُسُ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يُطْلِقَ يَسُوعَ،
οὖν; προσεφώνησεν ; αὐτοῖς Πάλιν ὁ ; Πιλᾶτος θέλων ἀπολῦσαι τὸν ; Ἰησοῦν.
فَصَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.
οἱ ; δὲ ; ἐπεφώνουν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον; αὐτόν.¶
فَقَالَ لَهُمْ ثَالِثَةً: فَأَيَّ شَرّ عَمِلَ هذَا. إِنِّي لَمْ أَجِدْ فِيهِ عِلَّةً لِلْمَوْتِ، فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τρίτον τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν εὗρον ἐν ; αὐτῷ. αἴτιον θανάτου οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
فَقَالَ لَهُمْ ثَالِثَةً: فَأَيَّ شَرّ عَمِلَ هذَا. إِنِّي لَمْ أَجِدْ فِيهِ عِلَّةً لِلْمَوْتِ، فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τρίτον τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν εὗρον ἐν ; αὐτῷ. αἴτιον θανάτου οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
فَقَالَ لَهُمْ ثَالِثَةً: فَأَيَّ شَرّ عَمِلَ هذَا. إِنِّي لَمْ أَجِدْ فِيهِ عِلَّةً لِلْمَوْتِ، فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τρίτον τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν εὗρον ἐν ; αὐτῷ. αἴτιον θανάτου οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
فَحَكَمَ بِيلاَطُسُ أَنْ تَكُونَ طِلْبَتُهُمْ.
δὲ; ἐπέκρινεν ὁ ; Πιλᾶτος γενέσθαι τὸ ; αἴτημα ; αὐτῶν.
فَأَطْلَقَ لَهُمُ الَّذِي طُرِحَ فِي السِّجْنِ لأَجْلِ فِتْنَةٍ وَقَتْل، الَّذِي طَلَبُوهُ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ لِمَشِيئَتِهِمْ.
ἀπέλυσεν ; δὲ αὐτοῖς τὸν βεβλημένον εἰς τὴν ; φυλακὴν διὰ στάσιν καὶ ; φόνον ὃν ᾐτοῦντο· δὲ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν τῷ ; θελήματι ; αὐτῶν.¶
فَأَطْلَقَ لَهُمُ الَّذِي طُرِحَ فِي السِّجْنِ لأَجْلِ فِتْنَةٍ وَقَتْل، الَّذِي طَلَبُوهُ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ لِمَشِيئَتِهِمْ.
ἀπέλυσεν ; δὲ αὐτοῖς τὸν βεβλημένον εἰς τὴν ; φυλακὴν διὰ στάσιν καὶ ; φόνον ὃν ᾐτοῦντο· δὲ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν τῷ ; θελήματι ; αὐτῶν.¶
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ أَمْسَكُوا سِمْعَانَ، رَجُلاً قَيْرَوَانِيًّا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَوَضَعُوا عَلَيْهِ الصَّلِيبَ لِيَحْمِلَهُ خَلْفَ يَسُوعَ.
Καὶ ; ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου τοῦ ἐρχομένου ἀπ᾽ ἀγροῦ ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν ; σταυρὸν φέρειν ὄπισθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ أَمْسَكُوا سِمْعَانَ، رَجُلاً قَيْرَوَانِيًّا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَوَضَعُوا عَلَيْهِ الصَّلِيبَ لِيَحْمِلَهُ خَلْفَ يَسُوعَ.
Καὶ ; ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου τοῦ ἐρχομένου ἀπ᾽ ἀγροῦ ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν ; σταυρὸν φέρειν ὄπισθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
وَتَبِعَهُ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، وَالنِّسَاءِ اللَّوَاتِي كُنَّ يَلْطِمْنَ أَيْضًا وَيَنُحْنَ عَلَيْهِ.
Ἠκολούθει ; δὲ ; αὐτῷ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ καὶ ; γυναικῶν αἳ ἐκόπτοντο καὶ καὶ ; ἐθρήνουν αὐτόν.
وَتَبِعَهُ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، وَالنِّسَاءِ اللَّوَاتِي كُنَّ يَلْطِمْنَ أَيْضًا وَيَنُحْنَ عَلَيْهِ.
Ἠκολούθει ; δὲ ; αὐτῷ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ καὶ ; γυναικῶν αἳ ἐκόπτοντο καὶ καὶ ; ἐθρήνουν αὐτόν.
فَالْتَفَتَ إِلَيْهِنَّ يَسُوعُ وَقَالَ: يَا بَنَاتِ أُورُشَلِيمَ، لاَ تَبْكِينَ عَلَيَّ بَلِ ابْكِينَ عَلَى أَنْفُسِكُنَّ وَعَلَى أَوْلاَدِكُنَّ،
στραφεὶς ; δὲ πρὸς ; αὐτὰς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾽ ; ἐμέ, πλὴν κλαίετε ἐφ᾽ ἑαυτὰς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; τέκνα ; ὑμῶν.
وَجَاءُوا أَيْضًا بِاثْنَيْنِ آخَرَيْنِ مُذْنِبَيْنِ لِيُقْتَلاَ مَعَهُ.
Ἤγοντο ; δὲ καὶ δύο ἕτεροι κακοῦργοι ἀναιρεθῆναι. σὺν ; αὐτῷ
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُدْعَى جُمْجُمَةَ صَلَبُوهُ هُنَاكَ مَعَ الْمُذْنِبَيْنِ، وَاحِدًا عَنْ يَمِينِهِ وَالآخَرَ عَنْ يَسَارِهِ.
καὶ ; ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν ; τόπον τὸν ; καλούμενον Κρανίον, ἐσταύρωσαν ; αὐτὸν ἐκεῖ καὶ τοὺς ; κακούργους, ὃν ; μὲν ἐκ δεξιῶν, ὃν ; δὲ ἐξ ἀριστερῶν.
فَقَالَ يَسُوعُ: يَا أَبَتَاهُ، اغْفِرْ لَهُمْ، لأَنَّهُمْ لاَ يَعْلَمُونَ مَاذَا يَفْعَلُونَ. وَإِذِ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ اقْتَرَعُوا عَلَيْهَا.
δὲ ; ἔλεγεν· [[ὁ ; Ἰησοῦς πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· γὰρ οὐ οἴδασιν τί ποιοῦσιν.]] δὲ διαμεριζόμενοι τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ ἔβαλον ; κλῆρον
فَقَالَ يَسُوعُ: يَا أَبَتَاهُ، اغْفِرْ لَهُمْ، لأَنَّهُمْ لاَ يَعْلَمُونَ مَاذَا يَفْعَلُونَ. وَإِذِ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ اقْتَرَعُوا عَلَيْهَا.
δὲ ; ἔλεγεν· [[ὁ ; Ἰησοῦς πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· γὰρ οὐ οἴδασιν τί ποιοῦσιν.]] δὲ διαμεριζόμενοι τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ ἔβαλον ; κλῆρον
وَكَانَ الشَّعْبُ وَاقِفِينَ يَنْظُرُونَ، وَالرُّؤَسَاءُ أَيْضًا مَعَهُمْ يَسْخَرُونَ بِهِ قَائِلِينَ: خَلَّصَ آخَرِينَ، فَلْيُخَلِّصْ نَفْسَهُ إِنْ كَانَ هُوَ الْمَسِيحَ مُخْتَارَ اللهِ..
καὶ ὁ ; λαὸς εἱστήκει θεωρῶν. δὲ ; οἱ ; ἄρχοντες καὶ σὺν ; αὐτοῖς ἐξεμυκτήριζον λέγοντες· ἔσωσεν, ἄλλους σωσάτω ἑαυτόν, εἰ ἐστιν οὗτός ὁ ; χριστὸς ὁ ; ἐκλεκτός.¶ τοῦ ; θεοῦ
وَالْجُنْدُ أَيْضًا اسْتَهْزَأُوا بِهِ وَهُمْ يَأْتُونَ وَيُقَدِّمُونَ لَهُ خَلاُ،
δὲ ; οἱ ; στρατιῶται καὶ ἐνέπαιζον αὐτῷ προσερχόμενοι, καὶ ; προσφέροντες αὐτῷ ὄξος
وَالْجُنْدُ أَيْضًا اسْتَهْزَأُوا بِهِ وَهُمْ يَأْتُونَ وَيُقَدِّمُونَ لَهُ خَلاُ،
δὲ ; οἱ ; στρατιῶται καὶ ἐνέπαιζον αὐτῷ προσερχόμενοι, καὶ ; προσφέροντες αὐτῷ ὄξος
وَكَانَ عُنْوَانٌ مَكْتُوبٌ فَوْقَهُ بِأَحْرُفٍ يُونَانِيَّةٍ وَرُومَانِيَّةٍ وَعِبْرَانِيَّةٍ: هذَا هُوَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
ἦν ; δὲ ; καὶ ἐπιγραφὴ γεγραμμένη ἐπ᾽ ; αὐτῷ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς καὶ ; Ῥωμαϊκοῖς καὶ ; Ἑβραϊκοῖς· οὗτος.¶ ἐστιν ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων
وَكَانَ وَاحِدٌ مِنَ الْمُذْنِبَيْنِ الْمُعَلَّقَيْنِ يُجَدِّفُ عَلَيْهِ قَائِلاً: إِنْ كُنْتَ أَنْتَ الْمَسِيحَ، فَخَلِّصْ نَفْسَكَ وَإِيَّانَا.
δὲ Εἷς τῶν κακούργων κρεμασθέντων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· Εἰ εἶ σὺ ὁ ; χριστός; σῶσον σεαυτὸν καὶ ; ἡμᾶς.¶