ك
إصحاح
G648
G649. apostéllō
G650
المعنى المختصر للكلمة
apostéllō: set apart, i.e. (by implication) to send out (properly, on a mission) literally or figuratively
اللفظ الأصلي ἀποστέλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apostéllō (ap-os-tel-lo)
تكرار الورود في الكتاب 101 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

set apart, i.e. (by implication) to send out (properly, on a mission) literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
put in send (away, forth, out) set (at liberty)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπέστειλεν (19×) ἀπέστειλαν (8×) καὶ ; ἀπέστειλεν (6×) ἀποστέλλω (5×) καὶ ; ἀπέστειλαν (5×) ἀποστείλας (4×) ἀπεστάλη (3×) ἀπέσταλκεν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (101 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أَرْسَلَ أَيْضًا آخَرَ، فَقَتَلُوهُ. ثُمَّ آخَرِينَ كَثِيرِينَ، فَجَلَدُوا مِنْهُمْ بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا.
καὶ ἀπέστειλεν· πάλιν ἄλλον κἀκεῖνον ; ἀπέκτειναν, καὶ ἄλλους, πολλοὺς τοὺς; μὲν ; δέροντες, τοὺς; δὲ ; ἀποκτέννοντες.
ثُمَّ أَرْسَلُوا إِلَيْهِ قَوْمًا مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ وَالْهِيرُودُسِيِّينَ لِكَيْ يَصْطَادُوهُ بِكِلْمَةٍ.
Καὶ ἀποστέλλουσιν πρὸς ; αὐτόν τινας τῶν ; Φαρισαίων καὶ ; τῶν ; Ἡρῳδιανῶν ἵνα αὐτὸν ; ἀγρεύσωσιν λόγῳ.
فَيُرْسِلُ حِينَئِذٍ مَلاَئِكَتَهُ وَيَجْمَعُ مُخْتَارِيهِ مِنَ الأَرْبَعِ الرِّيَاحِ، مِنْ أَقْصَاءِ الأَرْضِ إِلَى أَقْصَاءِ السَّمَاءِ.
καὶ ; ἀποστελεῖ τότε τοὺς ; ἀγγέλους ; αὐτοῦ ἐπισυνάξει ; καὶ τοὺς ; ἐκλεκτοὺς ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; τεσσάρων ἀνέμων ἀπ᾽ ἄκρου γῆς ἕως ἄκρου οὐρανοῦ.
فَأَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْمَدِينَةِ، فَيُلاَقِيَكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ.
καὶ ; ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; πόλιν, καὶ ; ἀπαντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων· κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ.
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَهُ: أَنَا جِبْرَائِيلُ الْوَاقِفُ قُدَّامَ اللهِ، وَأُرْسِلْتُ لأُكَلِّمَكَ وَأُبَشِّرَكَ بِهذَا.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ ; εἰμι Γαβριὴλ ὁ ; παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἀπεστάλην λαλῆσαι ; πρὸς ; σὲ καὶ ; εὐαγγελίσασθαί ; σοι ταῦτα.
وَفِي الشَّهْرِ السَّادِسِ أُرْسِلَ جِبْرَائِيلُ الْمَلاَكُ مِنَ اللهِ إِلَى مَدِينَةٍ مِنَ الْجَلِيلِ اسْمُهَا نَاصِرَةُ،
Ἐν ; δὲ τῷ ; μηνὶ τῷ ; ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ; Γαβριὴλ ἄγγελος ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ εἰς πόλιν τῆς ; Γαλιλαίας ᾗ ; ὄνομα Ναζαρὲθ
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّهُ يَنْبَغِي لِي أَنْ أُبَشِّرَ الْمُدُنَ الأُخَرَ أَيْضًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، لأَنِّي لِهذَا قَدْ أُرْسِلْتُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτοὺς ὅτι ; δεῖ με εὐαγγελίσασθαί ταῖς ; πόλεσιν ἑτέραις καὶ τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, ὅτι εἰς; τοῦτο ἀπεστάλμαι
فَلَمَّا سَمِعَ عَنْ يَسُوعَ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ شُيُوخَ الْيَهُودِ يَسْأَلُهُ أَنْ يَأْتِيَ وَيَشْفِيَ عَبْدَهُ.
δὲ ἀκούσας περὶ τοῦ ; Ἰησοῦ ἀπέστειλεν πρὸς ; αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν ; Ἰουδαίων ἐρωτῶν ; αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν ; δοῦλον ; αὐτοῦ.
هذَا هُوَ الَّذِي كُتِبَ عَنْهُ: هَا أَنَا أُرْسِلُ أَمَامَ وَجْهِكَ مَلاَكِي الَّذِي يُهَيِّئُ طَرِيقَكَ قُدَّامَكَ.
οὗτός ἐστιν οὗ γέγραπται· περὶ ἰδοὺ ἐγώ ἀποστέλλω πρὸ προσώπου ; σου τὸν ; ἄγγελόν ; μου ὃς κατασκευάσει τὴν ; ὁδόν ; σου ἔμπροσθέν ; σου.¶
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
لِذلِكَ أَيْضًا قَالَتْ حِكْمَةُ اللهِ: إِنِّي أُرْسِلُ إِلَيْهِمْ أَنْبِيَاءَ وَرُسُلاً، فَيَقْتُلُونَ مِنْهُمْ وَيَطْرُدُونَ
διὰ ; τοῦτο καὶ εἶπεν· ἡ ; σοφία τοῦ ; θεοῦ ἀποστελῶ εἰς ; αὐτοὺς προφήτας καὶ ; ἀποστόλους. καὶ ; ἀποκτενοῦσιν ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; ἐκδιώξουσιν
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ, ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ ; τέκνα ; σου ὃν ; τρόπον ὄρνις τὴν ; ἑαυτῆς ; νοσσιὰν ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
وَأَرْسَلَ عَبْدَهُ فِي سَاعَةِ الْعَشَاءِ لِيَقُولَ لِلْمَدْعُوِّينَ: تَعَالَوْا لأَنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ أُعِدَّ.
καὶ ; ἀπέστειλεν τὸν ; δοῦλον ; αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ ; δείπνου εἰπεῖν τοῖς ; κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ; ἤδη πάντα. ἐστιν ἕτοιμά
وَإِلاَّ فَمَا دَامَ ذلِكَ بَعِيدًا، يُرْسِلُ سِفَارَةً وَيَسْأَلُ مَا هُوَ لِلصُّلْحِ.
εἰ ; δὲ ; μή γε, ; ἔτι αὐτοῦ πόρρω ; ὄντος ἀποστείλας πρεσβείαν ἐρωτᾷ τὰ πρὸς ; εἰρήνην.¶
وَأَمَّا أَهْلُ مَدِينَتِهِ فَكَانُوا يُبْغِضُونَهُ، فَأَرْسَلُوا وَرَاءَهُ سَفَارَةً قَائِلِينَ: لاَ نُرِيدُ أَنَّ هذَا يَمْلِكُ عَلَيْنَا.
δὲ οἱ ; πολῖται ; αὐτοῦ ἐμίσουν ; αὐτὸν καὶ ; ἀπέστειλαν ὀπίσω ; αὐτοῦ πρεσβείαν λέγοντες· οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ᾽ ; ἡμᾶς.
وَإِذْ قَرُبَ مِنْ بَيْتِ فَاجِي وَبَيْتِ عَنْيَا، عِنْدَ الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ
καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθφαγὴ καὶ ; Βηθανίαν πρὸς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν ἀπέστειλεν δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
فَمَضَى الْمُرْسَلاَنِ وَوَجَدَا كَمَا قَالَ لَهُمَا.
Ἀπελθόντες ; δὲ οἱ ; ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς.
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
فَرَاقَبُوهُ وَأَرْسَلُوا جَوَاسِيسَ يَتَرَاءَوْنَ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ لِكَيْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ، حَتَّى يُسَلِّمُوهُ إِلَى حُكْمِ الْوَالِي وَسُلْطَانِهِ.
Καὶ ; παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς ; εἶναι, δικαίους ἵνα ἐπιλάβωνται ; αὐτοῦ λόγου, παραδοῦναι ; αὐτὸν τῇ ἀρχῇ τοῦ ; ἡγεμόνος. καὶ ; τῇ ; ἐξουσίᾳ
فَأَرْسَلَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا قَائِلاً: اذْهَبَا وَأَعِدَّا لَنَا الْفِصْحَ لِنَأْكُلَ.
καὶ ; ἀπέστειλεν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ ; πάσχα ἵνα ; φάγωμεν.
وَهَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ مَوْعِدَ أَبِي. فَأَقِيمُوا فِي مَدِينَةِ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَنْ تُلْبَسُوا قُوَّةً مِنَ الأَعَالِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ἐφ᾽ ; ὑμᾶς. ; ὑμεῖς τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρός ; μου δὲ ; καθίσατε ἐν τῇ ; πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν.¶ ἐξ ὕψους
كَانَ إِنْسَانٌ مُرْسَلٌ مِنَ اللهِ اسْمُهُ يُوحَنَّا.
Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ θεοῦ, ὄνομα ; αὐτῷ Ἰωάννης.
وَهذِهِ هِيَ شَهَادَةُ يُوحَنَّا، حِينَ أَرْسَلَ الْيَهُودُ مِنْ أُورُشَلِيمَ كَهَنَةً وَلاَوِيِّينَ لِيَسْأَلُوهُ: مَنْ أَنْتَ.
καὶ ; αὕτη ἐστὶν ἡ ; μαρτυρία τοῦ ; Ἰωάννου ὅτε ἀπέστειλαν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐξ Ἱεροσολύμων ἱερεῖς καὶ ; Λευίτας ἵνα ; ἐρωτήσωσιν ; αὐτόν· τίς ; εἶ; σὺ
وَكَانَ الْمُرْسَلُونَ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ،
καὶ ; ἦσαν οἱ ; ἀπεσταλμένοι ἐκ τῶν ; Φαρισαίων
لأَنَّهُ لَمْ يُرْسِلِ اللهُ ابْنَهُ إِلَى الْعَالَمِ لِيَدِينَ الْعَالَمَ، بَلْ لِيَخْلُصَ بِهِ الْعَالَمُ.
γὰρ οὐ ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; κόσμον ἵνα ; κρίνῃ τὸν ; κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα ; σωθῇ δι᾽ ; αὐτοῦ. ὁ ; κόσμος
أَنْتُمْ أَنْفُسُكُمْ تَشْهَدُونَ لِي أَنِّي قُلْتُ: لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ بَلْ إِنِّي مُرْسَلٌ أَمَامَهُ.
αὐτοὶ ὑμεῖς μαρτυρεῖτε μοι ὅτι εἶπον οὐκ ἐγώ ὁ ; χριστός, ἀλλ᾽ εἰμὶ ἀπεσταλμένος ἔμπροσθεν ; ἐκείνου.¶
لأَنَّ الَّذِي أَرْسَلَهُ اللهُ يَتَكَلَّمُ بِكَلاَمِ اللهِ. لأَنَّهُ لَيْسَ بِكَيْل يُعْطِي اللهُ الرُّوحَ.
ὃν ; γὰρ ἀπέστειλεν ὁ ; θεός, λαλεῖ· τὰ ; ῥήματα τοῦ ; θεοῦ γὰρ οὐ ἐκ ; μέτρου δίδωσιν ὁ ; θεὸς τὸ ; πνεῦμα.
أَنْتُمْ أَرْسَلْتُمْ إِلَى يُوحَنَّا فَشَهِدَ لِلْحَقِّ.
ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ἰωάννην, καὶ ; μεμαρτύρηκεν τῇ ; ἀληθείᾳ·
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.