ك
إصحاح
G5549
G5550. chrónos
G5551
المعنى المختصر للكلمة
chrónos: a space of time (in general, and thus properly distinguished from , which designates a fixed or special occasion
اللفظ الأصلي χρόνος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق chrónos (khron-os)
تكرار الورود في الكتاب 50 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a space of time (in general, and thus properly distinguished from , which designates a fixed or special occasion
2 and from , which denotes a particular period) or interval
3 by extension, an individual opportunity
4 by implication, delay
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ years old season space (X often-)time(-s) (a) while

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

χρόνον (14×) χρόνων (6×) χρόνος (3×) ὁ ; χρόνος (2×) χρόνῳ (2×) χρόνους (2×) χρόνου (2×) χρόνον. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (50 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
حِينَئِذٍ دَعَا هِيرُودُسُ الْمَجُوسَ سِرًّا، وَتَحَقَّقَ مِنْهُمْ زَمَانَ النَّجْمِ الَّذِي ظَهَرَ.
Τότε καλέσας Ἡρῴδης τοὺς ; μάγους λάθρᾳ ἠκρίβωσεν παρ᾽ ; αὐτῶν τὸν ; χρόνον τοῦ ; ἀστέρος, φαινομένου
حِينَئِذٍ لَمَّا رَأَى هِيرُودُسُ أَنَّ الْمَجُوسَ سَخِرُوا بِهِ غَضِبَ جِدًّا. فَأَرْسَلَ وَقَتَلَ جَمِيعَ الصِّبْيَانِ الَّذِينَ فِي بَيْتِ لَحْمٍ وَفِي كُلِّ تُخُومِهَا، مِنِ ابْنِ سَنَتَيْنِ فَمَا دُونُ، بِحَسَب الزَّمَانِ الَّذِي تَحَقَّقَهُ مِنَ الْمَجُوسِ.
Τότε ἰδὼν Ἡρῴδης ὅτι ὑπὸ ; τῶν ; μάγων ἐνεπαίχθη ἐθυμώθη λίαν, καὶ ; ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τοὺς ; παῖδας τοὺς ἐν Βηθλέεμ καὶ ; ἐν πᾶσιν τοῖς ; ὁρίοις ; αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ ; κατωτέρω κατὰ τὸν ; χρόνον ὃν ἠκρίβωσεν παρὰ τῶν ; μάγων.¶
متى 25: 19 Mat.25.19
وَبَعْدَ زَمَانٍ طَوِيل أَتَى سَيِّدُ أُولئِكَ الْعَبِيدِ وَحَاسَبَهُمْ.
μετὰ ; δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ ; κύριος ἐκείνων τῶν ; δούλων καὶ ; λόγον ; μετ᾽ ; αὐτῶν. ; συναίρει
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: هَلْ يَسْتَطِيعُ بَنُو الْعُرْسِ أَنْ يَصُومُوا وَالْعَرِيسُ مَعَهُمْ. مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَصُومُوا.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ ; δύνανται οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; νυμφῶνος νηστεύειν; ἐν ; ᾧ ; ὁ ; νυμφίος μετ᾽ ; αὐτῶν ὅσον ; χρόνον τὸν ; νυμφίον ἔχουσιν ; μετ᾽ ; ἑαυτῶν οὐ δύνανται νηστεύειν.
فَسَأَلَ أَبَاهُ: كَمْ مِنَ الزَّمَانِ مُنْذُ أَصَابَهُ هذَا. فَقَالَ: مُنْذُ صِبَاهُ.
καὶ ; ἐπηρώτησεν τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ; ὡς γέγονεν ; αὐτῷ; τοῦτο ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἐκ παιδιόθεν.
ثُمَّ أَصْعَدَهُ إِبْلِيسُ إِلَى جَبَل عَال وَأَرَاهُ جَمِيعَ مَمَالِكِ الْمَسْكُونَةِ فِي لَحْظَةٍ مِنَ الزَّمَانِ.
Καὶ ἀναγαγὼν ; αὐτὸν ὁ ; διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν ἔδειξεν ; αὐτῷ πάσας τὰς ; βασιλείας τῆς ; οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
لأَنَّهُ أَمَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ أَنْ يَخْرُجَ مِنَ الإِنْسَانِ. لأَنَّهُ مُنْذُ زَمَانٍ كَثِيرٍ كَانَ يَخْطَفُهُ، وَقَدْ رُبِطَ بِسَلاَسِل وَقُيُودٍ مَحْرُوسًا، وَكَانَ يَقْطَعُ الرُّبُطَ وَيُسَاقُ مِنَ الشَّيْطَانِ إِلَى الْبَرَارِي.
γὰρ παρήγγειλεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ χρόνοις πολλοῖς συνηρπάκει ; αὐτόν, καὶ ; ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσιν καὶ ; πέδαις φυλασσόμενος, καὶ ; διαρρήσσων τὰ ; δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ ; δαίμονος εἰς τὰς ; ἐρήμους.
وَكَانَ لاَ يَشَاءُ إِلَى زَمَانٍ. وَلكِنْ بَعْدَ ذلِكَ قَالَ فِي نَفْسِهِ: وَإِنْ كُنْتُ لاَ أَخَافُ اللهَ وَلاَ أَهَابُ إِنْسَانًا،
καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον. δὲ μετὰ ταῦτα ; εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ ; καὶ οὐ φοβοῦμαι τὸν ; θεὸν καὶ οὐκ ἐντρέπομαι, ἄνθρωπον
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
وَأَمَّا هِيرُودُسُ فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ فَرِحَ جِدًّا، لأَنَّهُ كَانَ يُرِيدُ مِنْ زَمَانٍ طَوِيل أَنْ يَرَاهُ، لِسَمَاعِهِ عَنْهُ أَشْيَاءَ كَثِيرَةً، وَتَرَجَّى أَنْ يَرَى آيَةً تُصْنَعُ مِنْهُ.
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· γὰρ ἦν θέλων ἐξ χρόνων ἱκανοῦ ἰδεῖν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; ἀκούειν περὶ ; αὐτοῦ πολλὰ καὶ ; ἤλπιζέν ἰδεῖν τι ; σημεῖον γινόμενον. ὑπ᾽ ; αὐτοῦ
هذَا رَآهُ يَسُوعُ مُضْطَجِعًا، وَعَلِمَ أَنَّ لَهُ زَمَانًا كَثِيرًا، فَقَالَ لَهُ: أَتُرِيدُ أَنْ تَبْرَأَ.
τοῦτον ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ ; γνοὺς ὅτι ἔχει, ἤδη ; χρόνον πολὺν λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς ; γενέσθαι;
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا يَسِيرًا بَعْدُ، ثُمَّ أَمْضِي إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον μικρὸν ἔτι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: النُّورُ مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ، فَسِيرُوا مَا دَامَ لَكُمُ النُّورُ لِئَلاَّ يُدْرِكَكُمُ الظَّلاَمُ. وَالَّذِي يَسِيرُ فِي الظَّلاَمِ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَذْهَبُ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· φῶς ; ἐστιν. ; τὸ μεθ᾽; ὑμῶν ἐν ; χρόνον μικρὸν ἔτι περιπατεῖτε ἕως ἔχετε, τὸ ; φῶς ἵνα ; μὴ ὑμᾶς ; καταλάβῃ· σκοτία καὶ ; ὁ περιπατῶν ἐν τῇ ; σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει.
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا هذِهِ مُدَّتُهُ وَلَمْ تَعْرِفْنِي يَا فِيلُبُّسُ. اَلَّذِي رَآنِي فَقَدْ رَأَى الآبَ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: أَرِنَا الآبَ.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι, μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον Τοσοῦτον καὶ ; οὐκ ἔγνωκάς ; με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ; ἐμὲ ἑώρακεν τὸν ; πατέρα· καὶ ; πῶς λέγεις· σὺ δεῖξον ; ἡμῖν τὸν ; πατέρα;
أَمَّا هُمُ الْمُجْتَمِعُونَ فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، هَلْ فِي هذَا الْوَقْتِ تَرُدُّ الْمُلْكَ إِلَى إِسْرَائِيلَ.
μὲν ; οὖν Οἱ συνελθόντες ἐπηρώτων; αὐτὸν λέγοντες· κύριε, εἰ ἐν τούτῳ τῷ ; χρόνῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν ; βασιλείαν τῷ ; Ἰσραήλ;
فَقَالَ لَهُمْ: لَيْسَ لَكُمْ أَنْ تَعْرِفُوا الأَزْمِنَةَ وَالأَوْقَاتَ الَّتِي جَعَلَهَا الآبُ فِي سُلْطَانِهِ،
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους καιροὺς ; ἢ οὓς ἔθετο ὁ ; πατὴρ ἐν τῇ ; ἰδίᾳ ; ἐξουσίᾳ,
فَيَنْبَغِي أَنَّ الرِّجَالَ الَّذِينَ اجْتَمَعُوا مَعَنَا كُلَّ الزَّمَانِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ إِلَيْنَا الرَّبُّ يَسُوعُ وَخَرَجَ،
δεῖ οὖν ἀνδρῶν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἐν ; παντὶ χρόνῳ ᾧ ἐν εἰσῆλθεν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς ὁ ; κύριος Ἰησοῦς, ἐξῆλθεν
الَّذِي يَنْبَغِي أَنَّ السَّمَاءَ تَقْبَلُهُ، إِلَى أَزْمِنَةِ رَدِّ كُلِّ شَيْءٍ، الَّتِي تَكَلَّمَ اللهُ بِفَمِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ الْقِدِّيسِينَ مُنْذُ الدَّهْرِ.
ὃν δεῖ μὲν οὐρανὸν δέξασθαι ἄχρι χρόνων ἀποκαταστάσεως πάντων ὧν ἐλάλησεν ὁ ; θεὸς διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; αὐτοῦ ; προφητῶν.¶ ἁγίων ἀπ᾽ αἰῶνος
وَكَمَا كَانَ يَقْرُبُ وَقْتُ الْمَوْعِدِ الَّذِي أَقْسَمَ اللهُ لإِبْرَاهِيمَ، كَانَ يَنْمُو الشَّعْبُ وَيَكْثُرُ فِي مِصْرَ،
καθὼς ; δὲ ἤγγιζεν ὁ ; χρόνος τῆς ; ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ ; λαὸς καὶ ; ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
وَكَانُوا يَتْبَعُونَهُ لِكَوْنِهِمْ قَدِ انْدَهَشُوا زَمَانًا طَوِيلاً بِسِحْرِهِ.
προσεῖχον ; δὲ διὰ ἐξεστακέναι ; αὐτούς· τὸ ; χρόνῳ ἱκανῷ ταῖς ; μαγείαις
وَنَحْوَ مُدَّةِ أَرْبَعِينَ سَنَةً، احْتَمَلَ عَوَائِدَهُمْ فِي الْبَرِّيَّةِ.
καὶ ; ὡς χρόνον τεσσερακονταετῆ ἐτροποφόρησεν ; αὐτοὺς ἐν τῇ ; ἐρήμῳ,
فَأَقَامَا زَمَانًا طَوِيلاً يُجَاهِرَانِ بِالرَّبِّ الَّذِي كَانَ يَشْهَدُ لِكَلِمَةِ نِعْمَتِهِ، وَيُعْطِي أَنْ تُجْرَى آيَاتٌ وَعَجَائِبُ عَلَى أَيْدِيهِمَا.
οὖν ; διέτριψαν χρόνον Ἱκανὸν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ ; τῷ ; κυρίῳ τῷ μαρτυροῦντι τῷ ; λόγῳ τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ, καὶ ; διδόντι γίνεσθαι σημεῖα καὶ ; τέρατα διὰ τῶν ; χειρῶν ; αὐτῶν.
وَأَقَامَا هُنَاكَ زَمَانًا لَيْسَ بِقَلِيل مَعَ التَّلاَمِيذِ.
διέτριβον ; δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς ; μαθηταῖς.¶
ثُمَّ بَعْدَ مَا صَرَفَا زَمَانًا أُطْلِقَا بِسَلاَمٍ مِنَ الإِخْوَةِ إِلَى الرُّسُلِ.
δὲ ποιήσαντες χρόνον ἀπελύθησαν μετ᾽ ; εἰρήνης ἀπὸ τῶν ; ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους
فَاللهُ الآنَ يَأْمُرُ جَمِيعَ النَّاسِ فِي كُلِّ مَكَانٍ أَنْ يَتُوبُوا، مُتَغَاضِيًا عَنْ أَزْمِنَةِ الْجَهْلِ.
μὲν ; οὖν ; ὁ ; θεὸς τὰ ; νῦν παραγγέλλει πᾶσιν τοῖς ; ἀνθρώποις πανταχοῦ μετανοεῖν· ὑπεριδὼν τοὺς ; χρόνους τῆς ; ἀγνοίας
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ زَمَانًا أَطْوَلَ لَمْ يُجِبْ.
δὲ αὐτῶν ἐρωτώντων μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς χρόνον πλείονα οὐκ ἐπένευσεν·
فَأَرْسَلَ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ اثْنَيْنِ مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يَخْدِمُونَهُ: تِيمُوثَاوُسَ وَأَرَسْطُوسَ، وَلَبِثَ هُوَ زَمَانًا فِي أَسِيَّا.
ἀποστείλας ; δὲ εἰς τὴν ; Μακεδονίαν δύο τῶν διακονούντων ; αὐτῷ, Τιμόθεον καὶ ; Ἔραστον, ἐπέσχεν αὐτὸς χρόνον εἰς τὴν ; Ἀσίαν.¶
فَلَمَّا جَاءُوا إِلَيْهِ قَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ مِنْ أَوَّلِ يَوْمٍ دَخَلْتُ أَسِيَّا، كَيْفَ كُنْتُ مَعَكُمْ كُلَّ الزَّمَانِ،
ὡς ; δὲ παρεγένοντο πρὸς ; αὐτὸν εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐπέβην εἰς ; τὴν ; Ἀσίαν πῶς ἐγενόμην μεθ᾽ ; ὑμῶν τὸν ; πάντα χρόνον