ك
إصحاح
G4433
G4434. ptōchós
G4435
المعنى المختصر للكلمة
ptōchós: akin to and the alternate of )
اللفظ الأصلي πτωχός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ptōchós (pto-khos)
تكرار الورود في الكتاب 30 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 akin to and the alternate of )
2 a beggar (as cringing), i.e. pauper (strictly denoting absolute or public mendicancy, although also used in a qualified or relative sense
3 whereas properly means only straitened circumstances in private), literally (often as noun) or figuratively (distressed)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
beggar(-ly) poor

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοὺς ; πτωχοὺς (4×) τοῖς ; πτωχοῖς (3×) πτωχοῖς, (2×) ὡς ; πτωχοὶ (1×) ἡ ; πτωχὴ (1×) τῷ ; πτωχῷ (1×) τῶν ; πτωχῶν (1×) τὸν ; πτωχόν. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (30 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
متى 19: 21 Mat.19.21
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَكُونَ كَامِلاً فَاذْهَبْ وَبعْ أَمْلاَكَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
Ἔφη αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ θέλεις εἶναι, τέλειος ὕπαγε πώλησόν σου ; τὰ ; ὑπάρχοντα καὶ ; δὸς πτωχοῖς· καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο ἀκολούθει ; μοι.¶
لأَنَّهُ كَانَ يُمْكِنُ أَنْ يُبَاعَ هذَا الطِّيبُ بِكَثِيرٍ وَيُعْطَى لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ ἐδύνατο πραθῆναι τοῦτο τὸ ; μύρον πολλοῦ καὶ ; δοθῆναι πτωχοῖς.
فَنَظَرَ إِلَيْهِ يَسُوعُ وَأَحَبَّهُ، وَقَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ شَيْءٌ وَاحِدٌ: اِذْهَبْ بِعْ كُلَّ مَا لَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي حَامِلاً الصَّلِيبَ.
δὲ ; ἐμβλέψας αὐτῷ Ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπησεν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σοί; ὑστερεῖ· ἕν ὕπαγε, πώλησον ὅσα ἔχεις καὶ ; δὸς τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ. καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι ἄρας τὸν ; σταυρόν.
فَجَاءَتْ أَرْمَلَةٌ فَقِيرَةٌ وَأَلْقَتْ فَلْسَيْنِ، قِيمَتُهُمَا رُبْعٌ.
καὶ ; ἐλθοῦσα μία ; χήρα πτωχὴ ἔβαλεν λεπτὰ ; δύο ὅ ; ἐστιν κοδράντης.
لأَنَّهُ كَانَ يُمْكِنُ أَنْ يُبَاعَ هذَا بِأَكْثَرَ مِنْ ثَلاَثِمِئَةِ دِينَارٍ وَيُعْطَى لِلْفُقَرَاءِ. وَكَانُوا يُؤَنِّبُونَهَا.
γὰρ ἠδύνατο πραθῆναι τοῦτο ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καὶ ; δοθῆναι τοῖς ; πτωχοῖς· καὶ ; ἐνεβριμῶντο ; αὐτῇ.
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَمَتَى أَرَدْتُمْ تَقْدِرُونَ أَنْ تَعْمَلُوا بِهِمْ خَيْرًا. وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ τοὺς ; πτωχοὺς ἔχετε ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε καὶ ; ὅταν θέλητε δύνασθε ποιῆσαι, αὐτοὺς εὖ δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε. πάντοτε
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْمَسَاكِينُ، لأَنَّ لَكُمْ مَلَكُوتَ اللهِ.
Καὶ ; αὐτὸς ; ἐπάρας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἔλεγεν· μακάριοι οἱ ; πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
بَلْ إِذَا صَنَعْتَ ضِيَافَةً فَادْعُ: الْمَسَاكِينَ، الْجُدْعَ، الْعُرْجَ، الْعُمْيَ،
ἀλλ᾽ ὅταν ποιῇς, δοχὴν κάλει πτωχούς, ἀναπείρους, χωλούς, τυφλούς.
فَأَتَى ذلِكَ الْعَبْدُ وَأَخْبَرَ سَيِّدَهُ بِذلِكَ. حِينَئِذٍ غَضِبَ رَبُّ الْبَيْتِ، وَقَالَ لِعَبْدِهِ: اخْرُجْ عَاجِلاً إِلَى شَوَارِعِ الْمَدِينَةِ وَأَزِقَّتِهَا، وَأَدْخِلْ إِلَى هُنَا الْمَسَاكِينَ وَالْجُدْعَ وَالْعُرْجَ وَالْعُمْيَ.
καὶ ; παραγενόμενος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἀπήγγειλεν τῷ ; κυρίῳ ; αὐτοῦ ταῦτα.¶ Τότε ὀργισθεὶς ὁ ; οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ ; δούλῳ ; αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς ; πλατείας τῆς ; πόλεως, καὶ ; ῥύμας καὶ ; εἰσάγαγε ὧδε. τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; ἀναπείρους καὶ ; χωλοὺς καὶ ; τυφλοὺς
فَمَاتَ الْمِسْكِينُ وَحَمَلَتْهُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى حِضْنِ إِبْرَاهِيمَ. وَمَاتَ الْغَنِيُّ أَيْضًا وَدُفِنَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἀποθανεῖν τὸν ; πτωχὸν καὶ ; ἀπενεχθῆναι ; αὐτὸν ὑπὸ ; τῶν ; ἀγγέλων εἰς τὸν ; κόλπον τοῦ ; Ἀβραάμ· ἀπέθανεν ; δὲ ὁ ; πλούσιος καὶ καὶ ; ἐτάφη.
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ ذلِكَ قَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ أَيْضًا شَيْءٌ: بعْ كُلَّ مَا لَكَ وَوَزِّعْ عَلَى الْفُقَرَاءِ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· σοι ; λείπει· ἔτι ἕν πώλησον πάντα ὅσα ἔχεις καὶ ; διάδος πτωχοῖς, καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι.¶
فَوَقَفَ زَكَّا وَقَالَ لِلرَّبِّ: هَا يَا رَبُّ أُعْطِي نِصْفَ أَمْوَالِي لِلْمَسَاكِينِ، وَإِنْ كُنْتُ قَدْ وَشَيْتُ بِأَحَدٍ أَرُدُّ أَرْبَعَةَ أَضْعَافٍ.
Σταθεὶς ; δὲ Ζακχαῖος εἶπεν πρὸς ; τὸν ; κύριον· ἰδοὺ κύριε, δίδωμι· τὰ ; ἡμίσιά μου ; τῶν ; ὑπαρχόντων, τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; εἴ ἐσυκοφάντησα, τινός ; τι ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.¶
فَقَالَ: بِالْحَقِّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذِهِ الأَرْمَلَةَ الْفَقِيرَةَ أَلْقَتْ أَكْثَرَ مِنَ الْجَمِيعِ،
Καὶ ; εἶπεν· ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι αὕτη ἡ ; χήρα ἡ ; πτωχὴ ἔβαλεν· πλεῖον πάντων
لِمَاذَا لَمْ يُبَعْ هذَا الطِّيبُ بِثَلاَثَمِئَةِ دِينَارٍ وَيُعْطَ لِلْفُقَرَاءِ.
διὰ ; τί οὐκ ἐπράθη τοῦτο τὸ ; μύρον τριακοσίων δηναρίων καὶ ; ἐδόθη πτωχοῖς;
قَالَ هذَا لَيْسَ لأَنَّهُ كَانَ يُبَالِي بِالْفُقَرَاءِ، بَلْ لأَنَّهُ كَانَ سَارِقًا، وَكَانَ الصُّنْدُوقُ عِنْدَهُ، وَكَانَ يَحْمِلُ مَا يُلْقَى فِيهِ.
εἶπεν ; δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι ἔμελεν ; αὐτῷ, περὶ ; τῶν ; πτωχῶν ἀλλ᾽ ὅτι ἦν κλέπτης καὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν καὶ ἐβάσταζεν.¶ βαλλόμενα
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ τοὺς ; πτωχοὺς ἔχετε ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε.¶ πάντοτε
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
لأَنَّ أَهْلَ مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ اسْتَحْسَنُوا أَنْ يَصْنَعُوا تَوْزِيعًا لِفُقَرَاءِ الْقِدِّيسِينَ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
γὰρ Μακεδονία καὶ ; Ἀχαΐα εὐδόκησαν ποιήσασθαι κοινωνίαν ; τινὰ εἰς ; τοὺς ; πτωχοὺς τῶν ; ἁγίων τῶν ἐν Ἰερουσαλήμ·
كَحَزَانَى وَنَحْنُ دَائِمًا فَرِحُونَ، كَفُقَرَاءَ وَنَحْنُ نُغْنِي كَثِيرِينَ، كَأَنْ لاَ شَيْءَ لَنَا وَنَحْنُ نَمْلِكُ كُلَّ شَيْءٍ.
ὡς ; λυπούμενοι δὲ ἀεὶ χαίροντες, ὡς ; πτωχοὶ δὲ πλουτίζοντες, πολλοὺς ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ κατέχοντες.¶ πάντα
غَيْرَ أَنْ نَذْكُرَ الْفُقَرَاءَ. وَهذَا عَيْنُهُ كُنْتُ اعْتَنَيْتُ أَنْ أَفْعَلَهُ.
μόνον ἵνα μνημονεύωμεν· τῶν ; πτωχῶν ὃ ; καὶ ; τοῦτο αὐτὸ ἐσπούδασα ποιῆσαι.¶
وَأَمَّا الآنَ إِذْ عَرَفْتُمُ اللهَ، بَلْ بِالْحَرِيِّ عُرِفْتُمْ مِنَ اللهِ، فَكَيْفَ تَرْجِعُونَ أَيْضًا إِلَى الأَرْكَانِ الضَّعِيفَةِ الْفَقِيرَةِ الَّتِي تُرِيدُونَ أَنْ تُسْتَعْبَدُوا لَهَا مِنْ جَدِيدٍ.
δὲ νῦν γνόντες θεόν, δὲ μᾶλλον γνωσθέντες ὑπὸ θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ; στοιχεῖα ἀσθενῆ καὶ ; πτωχὰ οἷς θέλετε; δουλεύειν πάλιν ; ἄνωθεν
فَإِنَّهُ إِنْ دَخَلَ إِلَى مَجْمَعِكُمْ رَجُلٌ بِخَوَاتِمِ ذَهَبٍ فِي لِبَاسٍ بَهِيٍّ، وَدَخَلَ أَيْضًا فَقِيرٌ بِلِبَاسٍ وَسِخٍ،
γὰρ ἐὰν εἰσέλθῃ εἰς τὴν ; συναγωγὴν ; ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος ἐν ἐσθῆτι λαμπρᾷ, εἰσέλθῃ δὲ ; καὶ πτωχὸς ἐν ; ἐσθῆτι ῥυπαρᾷ
فَنَظَرْتُمْ إِلَى اللاَّبِسِ اللِّبَاسَ الْبَهِيَّ وَقُلْتُمْ لَهُ: اجْلِسْ أَنْتَ هُنَا حَسَنًا. وَقُلْتُمْ لِلْفَقِيرِ: قِفْ أَنْتَ هُنَاكَ أَوِ: اجْلِسْ هُنَا تَحْتَ مَوْطِئِ قَدَمَيَّ
καὶ ; ἐπιβλέψητε ἐπὶ τὸν ; φοροῦντα τὴν ; ἐσθῆτα τὴν ; λαμπρὰν καὶ ; εἴπητε αὐτῷ· κάθου σὺ ὧδε καλῶς, καὶ ; εἴπητε· τῷ ; πτωχῷ στῆθι σὺ ἐκεῖ ἢ κάθου ὧδε ὑπὸ τὸ ; ὑποπόδιόν ; μου,
اسْمَعُوا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ: أَمَا اخْتَارَ اللهُ فُقَرَاءَ هذَا الْعَالَمِ أَغْنِيَاءَ فِي الإِيمَانِ، وَوَرَثَةَ الْمَلَكُوتِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀκούσατε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, οὐχ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τοὺς ; πτωχοὺς τοῦ; τούτου κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ ; κληρονόμους τῆς ; βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν;
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَأَهَنْتُمُ الْفَقِيرَ. أَلَيْسَ الأَغْنِيَاءُ يَتَسَلَّطُونَ عَلَيْكُمْ وَهُمْ يَجُرُّونَكُمْ إِلَى الْمَحَاكِمِ.
δὲ ὑμεῖς ἠτιμάσατε τὸν ; πτωχόν. οὐχ οἱ ; πλούσιοι καταδυναστεύουσιν ὑμῶν καὶ ; αὐτοὶ ἕλκουσιν ; ὑμᾶς εἰς κριτήρια;
لأَنَّكَ تَقُولُ: إِنِّي أَنَا غَنِيٌّ وَقَدِ اسْتَغْنَيْتُ، وَلاَ حَاجَةَ لِي إِلَى شَيْءٍ، وَلَسْتَ تَعْلَمُ أَنَّكَ أَنْتَ الشَّقِيُّ وَالْبَئِسُ وَفَقِيرٌ وَأَعْمَى وَعُرْيَانٌ.
ὅτι λέγεις ὅτι εἰμι πλούσιός καὶ πεπλούτηκα καὶ χρείαν ἔχω, οὐδενὸς καὶ ; οὐκ οἶδας ὅτι σὺ ; εἶ ὁ ; ταλαίπωρος καὶ ; ἐλεεινὸς καὶ ; πτωχὸς καὶ ; τυφλὸς καὶ ; γυμνός,
وَيَجْعَلَ الْجَمِيعَ: الصِّغَارَ وَالْكِبَارَ، وَالأَغْنِيَاءَ وَالْفُقَرَاءَ، وَالأَحْرَارَ وَالْعَبِيدَ، تُصْنَعُ لَهُمْ سِمَةٌ عَلَى يَدِهِمِ الْيُمْنَى أَوْ عَلَى جَبْهَتِهِمْ،
καὶ ; ποιεῖ πάντας, τοὺς ; μικροὺς καὶ ; τοὺς ; μεγάλους καὶ ; τοὺς ; πλουσίους καὶ ; τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; τοὺς ; ἐλευθέρους καὶ ; τοὺς ; δούλους, ἵνα ; δώσῃ αὐτοῖς χαράγματα ἐπὶ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν τῆς ; δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν; μέτωπων; αὐτῶν,