ك
إصحاح
G4395
G4396. prophḗtēs
G4397
المعنى المختصر للكلمة
prophḗtēs: a foreteller ("prophet")
اللفظ الأصلي προφήτης
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق prophḗtēs (prof-ay-tace)
تكرار الورود في الكتاب 143 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a foreteller ("prophet")
2 by analogy, an inspired speaker
3 by extension, a poet
الإنجليزية — KJV Translation Tags
prophet

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

προφήτης (15×) τοῦ ; προφήτου (13×) τῶν ; προφητῶν (10×) προφήτην (8×) προφῆται (7×) ὁ ; προφήτης (5×) τοὺς ; προφήτας (5×) διὰ ; τοῦ ; προφήτου (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (143 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَيْلٌ لَكُمْ. لأَنَّكُمْ تَبْنُونَ قُبُورَ الأَنْبِيَاءِ، وَآبَاؤُكُمْ قَتَلُوهُمْ.
Οὐαὶ ὑμῖν, ὅτι οἰκοδομεῖτε τὰ ; μνημεῖα τῶν ; προφητῶν, δὲ ; πατέρες ; ὑμῶν ἀπέκτειναν ; αὐτούς.
لِذلِكَ أَيْضًا قَالَتْ حِكْمَةُ اللهِ: إِنِّي أُرْسِلُ إِلَيْهِمْ أَنْبِيَاءَ وَرُسُلاً، فَيَقْتُلُونَ مِنْهُمْ وَيَطْرُدُونَ
διὰ ; τοῦτο καὶ εἶπεν· ἡ ; σοφία τοῦ ; θεοῦ ἀποστελῶ εἰς ; αὐτοὺς προφήτας καὶ ; ἀποστόλους. καὶ ; ἀποκτενοῦσιν ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; ἐκδιώξουσιν
لِكَيْ يُطْلَبَ مِنْ هذَا الْجِيلِ دَمُ جَمِيعِ الأَنْبِيَاءِ الْمُهْرَقُ مُنْذُ إِنْشَاءِ الْعَالَمِ،
ἵνα ἐκζητηθῇ ἀπὸ ταύτης, τῆς ; γενεᾶς τὸ ; αἷμα πάντων τῶν ; προφητῶν τὸ ; ἐκχυνόμενον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ، مَتَى رَأَيْتُمْ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ وَجَمِيعَ الأَنْبِيَاءِ فِي مَلَكُوتِ اللهِ، وَأَنْتُمْ مَطْرُوحُونَ خَارِجًا.
ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων, ὅταν ὄψησθε Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ καὶ ; πάντας τοὺς ; προφήτας ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ, ὑμᾶς ; δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω.
بَلْ يَنْبَغِي أَنْ أَسِيرَ الْيَوْمَ وَغَدًا وَمَا يَلِيهِ، لأَنَّهُ لاَ يُمْكِنُ أَنْ يَهْلِكَ نَبِيٌّ خَارِجًا عَنْ أُورُشَلِيمَ.
πλὴν δεῖ ; με πορεύεσθαι, σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ ἐχομένῃ ὅτι οὐκ ἐνδέχεται ἀπολέσθαι προφήτην ἔξω Ἰερουσαλήμ.¶
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ, ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ ; τέκνα ; σου ὃν ; τρόπον ὄρνις τὴν ; ἑαυτῆς ; νοσσιὰν ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
كَانَ النَّامُوسُ وَالأَنْبِيَاءُ إِلَى يُوحَنَّا. وَمِنْ ذلِكَ الْوَقْتِ يُبَشَّرُ بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَكُلُّ وَاحِدٍ يَغْتَصِبُ نَفْسَهُ إِلَيْهِ.
Ὁ ; νόμος καὶ ; οἱ ; προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε εὐαγγελίζεται, ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ καὶ ; πᾶς βιάζεται. εἰς ; αὐτὴν
قَالَ لَهُ إِبْرَاهِيمُ: عِنْدَهُمْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءُ، لِيَسْمَعُوا مِنْهُمْ.
Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσιν Μωϋσέα καὶ ; τοὺς ; προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
فَقَالَ لَهُ: إِنْ كَانُوا لاَ يَسْمَعُونَ مِنْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ، وَلاَ إِنْ قَامَ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يُصَدِّقُونَ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· εἰ οὐκ ἀκούουσιν, Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν οὐδὲ ἐάν ἀναστῇ τις ἐκ νεκρῶν πεισθήσονται.¶
وَأَخَذَ الاثْنَيْ عَشَرَ وَقَالَ لَهُمْ: هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَسَيَتِمُّ كُلُّ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ بِالأَنْبِيَاءِ عَنِ ابْنِ الإِنْسَانِ،
Παραλαβὼν ; δὲ τοὺς ; δώδεκα εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ; τελεσθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ ; τῶν ; προφητῶν τῷ υἱῷ τοῦ ; ἀνθρώπου·
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ، فَجَمِيعُ الشَّعْبِ يَرْجُمُونَنَا، لأَنَّهُمْ وَاثِقُونَ بِأَنَّ يُوحَنَّا نَبِيٌّ.
ἐὰν ; δὲ εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ ; λαὸς καταλιθάσει ; ἡμᾶς· γάρ ; ἐστιν πεπεισμένος εἶναι. Ἰωάννην προφήτην
فَقَالَ لَهُمَا: وَمَا هِيَ. فَقَالاَ: الْمُخْتَصَّةُ بِيَسُوعَ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي كَانَ إِنْسَانًا نَبِيًّا مُقْتَدِرًا فِي الْفِعْلِ وَالْقَوْلِ أَمَامَ اللهِ وَجَمِيعِ الشَّعْبِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ποῖα; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· τὰ ; περὶ Ἰησοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ ; λόγῳ ἐναντίον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; παντὸς τοῦ ; λαοῦ,
فَقَالَ لَهُمَا: أَيُّهَا الْغَبِيَّانِ وَالْبَطِيئَا الْقُلُوبِ فِي الإِيمَانِ بِجَمِيعِ مَا تَكَلَّمَ بِهِ الأَنْبِيَاءُ.
Καὶ ; αὐτὸς ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὦ ; ἀνόητοι καὶ ; βραδεῖς τῇ ; καρδίᾳ τοῦ ; πιστεύειν ἐπὶ ; πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ ; προφῆται·
ثُمَّ ابْتَدَأَ مِنْ مُوسَى وَمِنْ جَمِيعِ الأَنْبِيَاءِ يُفَسِّرُ لَهُمَا الأُمُورَ الْمُخْتَصَّةَ بِهِ فِي جَمِيعِ الْكُتُبِ.
καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ; ἀπὸ πάντων τῶν ; προφητῶν διηρμήνευεν αὐτοῖς ταῖς ; τὰ περὶ ἑαυτοῦ. ἐν πάσαις ταῖς ; γραφαῖς
وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ الْكَلاَمُ الَّذِي كَلَّمْتُكُمْ بِهِ وَأَنَا بَعْدُ مَعَكُمْ: أَنَّهُ لاَ بُدَّ أَنْ يَتِمَّ جَمِيعُ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنِّي فِي نَامُوسِ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ وَالْمَزَامِيرِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοῖς οὗτοι οἱ ; λόγοι οὓς ἐλάλησα ; πρὸς ; ὑμᾶς ἔτι ; ὢν σὺν ; ὑμῖν ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα περὶ ; ἐμοῦ. ἐν τῷ ; νόμῳ Μωϋσέως καὶ ; τοῖς ; προφήταις ψαλμοῖς ; καὶ
فَسَأَلُوهُ: إِذًا مَاذَا. إِيلِيَّا أَنْتَ. فَقَالَ: لَسْتُ أَنَا. أَلنَّبِيُّ أَنْتَ. فَأَجَابَ: لاَ.
Καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτόν· οὖν; τί Ἠλίας σὺ ; εἶ; καὶ ; λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ ; προφήτης εἶ ; σύ; καὶ ; ἀπεκρίθη· οὔ.
قَالَ: أَنَا صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: قَوِّمُوا طَرِيقَ الرَّبِّ، كَمَا قَالَ إِشَعْيَاءُ النَّبِيُّ.
ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ· εὐθύνατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου· καθὼς εἶπεν Ἠσαΐας ὁ ; προφήτης.
فَسَأَلُوهُ وَقَالُوا لَهُ: فَمَا بَالُكَ تُعَمِّدُ إِنْ كُنْتَ لَسْتَ الْمَسِيحَ، وَلاَ إِيلِيَّا، وَلاَ النَّبِيَّ.
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· τί ; οὖν βαπτίζεις εἰ σὺ οὐκ ; εἶ ὁ ; χριστὸς οὔτε Ἠλίας οὔτε ὁ ; προφήτης;
فِيلُبُّسُ وَجَدَ نَثَنَائِيلَ وَقَالَ لَهُ: وَجَدْنَا الَّذِي كَتَبَ عَنْهُ مُوسَى فِي النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءُ يَسُوعَ ابْنَ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ النَّاصِرَةِ.
Φίλιππος Εὑρίσκει τὸν ; Ναθαναὴλ καὶ ; λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν, ὃν ; ἔγραψεν Μωϋσῆς ἐν τῷ ; νόμῳ καὶ ; οἱ ; προφῆται, Ἰησοῦν τὸν ; υἱὸν τοῦ ; Ἰωσὴφ ἀπὸ ; τὸν Ναζαρέτ.
فَلَمَّا رَأَى النَّاسُ الآيَةَ الَّتِي صَنَعَهَا يَسُوعُ قَالُوا: إِنَّ هذَا هُوَ بِالْحَقِيقَةِ النَّبِيُّ الآتِي إِلَى الْعَالَمِ.
οὖν ἰδόντες Οἱ ; ἄνθρωποι σημεῖον ὃ ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ ; προφήτης ὁ ; ἐρχόμενος εἰς τὸν ; κόσμον.¶
إِنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي الأَنْبِيَاءِ: وَيَكُونُ الْجَمِيعُ مُتَعَلِّمِينَ مِنَ اللهِ. فَكُلُّ مَنْ سَمِعَ مِنَ الآبِ وَتَعَلَّمَ يُقْبِلُ إِلَيَّ.
ἔστιν γεγραμμένον ἐν τοῖς ; προφήταις· καὶ ; ἔσονται πάντες διδακτοὶ τοῦ ; θεοῦ. πᾶς ; οὖν ὁ ἀκούσας παρὰ τοῦ ; πατρὸς καὶ ; μαθὼν ἔρχεται πρὸς ; ἐμέ·
فَكَثِيرُونَ مِنَ الْجَمْعِ لَمَّا سَمِعُوا هذَا الْكَلاَمَ قَالُوا: هذَا بِالْحَقِيقَةِ هُوَ النَّبِيُّ.
Πολλοὶ ; οὖν ἐκ τοῦ ; ὄχλου ἀκούσαντες τούτων τὸν; λόγον ἔλεγον οὗτός ἐστιν ; ἀληθῶς ὁ ; προφήτης.
أَجَابُوا وَقَالوُا لَهُ: أَلَعَلَّكَ أَنْتَ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ. فَتِّشْ وَانْظُرْ. إِنَّهُ لَمْ يَقُمْ نَبِيٌّ مِنَ الْجَلِيلِ.
ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· μὴ σὺ καὶ ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐραύνησον καὶ ; ἴδε ὅτι οὐκ ἐγηγέρται προφήτης ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: الآنَ عَلِمْنَا أَنَّ بِكَ شَيْطَانًا. قَدْ مَاتَ إِبْرَاهِيمُ وَالأَنْبِيَاءُ، وَأَنْتَ تَقُولُ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَذُوقَ الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι ἔχεις. δαιμόνιον ἀπέθανεν Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ; προφῆται, καὶ ; σὺ λέγεις· ἐάν τις τηρήσῃ, τὸν ; λόγον ; μου οὐ ; μὴ γεύσεται θανάτου εἰς τὸν ; αἰῶνα.
أَلَعَلَّكَ أَعْظَمُ مِنْ أَبِينَا إِبْرَاهِيمَ الَّذِي مَاتَ. وَالأَنْبِيَاءُ مَاتُوا. مَنْ تَجْعَلُ نَفْسَكَ.
μὴ ; σὺ μείζων ; εἶ τοῦ πατρὸς ; ἡμῶν Ἀβραάμ, ὅστις ἀπέθανεν; καὶ ; οἱ ; προφῆται ἀπέθανον. τίνα σὺ ; ποιεῖς;¶ σεαυτὸν
قَالُوا أَيْضًا لِلأَعْمَى: مَاذَا تَقُولُ أَنْتَ عَنْهُ مِنْ حَيْثُ إِنَّهُ فَتَحَ عَيْنَيْكَ. فَقَالَ: إِنَّهُ نَبِيٌّ..
λέγουσιν πάλιν· τῷ ; τυφλῷ τί λέγεις σὺ περὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἠνέῳξέν σου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς; ὁ ; δὲ ; εἶπεν ὅτι ; ἐστίν. προφήτης
لِيَتِمَّ قَوْلُ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الَذي قَالَهُ: يَا رَبُّ، مَنْ صَدَّقَ خَبَرَنَا. وَلِمَنِ اسْتُعْلِنَتْ ذِرَاعُ الرَّبِّ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου ὃν εἶπεν· κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ; ἀκοῇ ; ἡμῶν; καὶ ; τίνι ἀπεκαλύφθη; ὁ ; βραχίων κυρίου
بَلْ هذَا مَا قِيلَ بِيُوئِيلَ النَّبِيِّ.
ἀλλὰ τοῦτό ; ἐστιν τὸ εἰρημένον διὰ ; Ἰωήλ· τοῦ ; προφήτου
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
وَأَمَّا اللهُ فَمَا سَبَقَ وَأَنْبَأَ بِهِ بِأَفْوَاهِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ، أَنْ يَتَأَلَّمَ الْمَسِيحُ، قَدْ تَمَّمَهُ هكَذَا.
δὲ ὁ ; θεὸς ἃ ; προκατήγγειλεν διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; προφητῶν παθεῖν τὸν ; χριστὸν ; αὐτοῦ ἐπλήρωσεν οὕτως.