ك
إصحاح
G4159
G4160. poiéō
G4161
المعنى المختصر للكلمة
poiéō: to make or do (in a very wide application, more or less direct)
اللفظ الأصلي ποιέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق poiéō (poy-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 541 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to make or do (in a very wide application, more or less direct)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
abide + agree appoint X avenge + band together be bear + bewray bring (forth) cast out cause commit + content continue deal + without any delay (would) do(-ing) execute exercise fulfil gain give have hold X journeying keep + lay wait + lighten the ship make X mean + none of these things move me observe ordain perform provide + have purged purpose put + raising up X secure shew X shoot out spend take tarry + transgress the law work yield

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐποίησεν (48×) ποιῆσαι (26×) ποιεῖτε (21×) ποιῶν (16×) ποιεῖν (13×) ποιήσει (11×) ποιήσας (11×) ἐποίει (10×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (541 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَجَابُوا وَقَالوا لِيَسوع: لاَ نَعْلَمُ. فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: وَلاَ أَنَا أَقُولُ لَكُمْ بِأَيِّ سُلْطَانٍ أَفْعَلُ هذَا.
καὶ ; ἀποκριθέντες λέγουσιν· τῷ ; Ἰησοῦ οὐκ οἴδαμεν. καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ; ποίᾳ ἐξουσίᾳ ποιῶ.¶ ταῦτα
فَمَاذَا يَفْعَلُ صَاحِبُ الْكَرْمِ. يَأْتِي وَيُهْلِكُ الْكَرَّامِينَ، وَيُعْطِي الْكَرْمَ إِلَى آخَرِينَ.
τί ; οὖν ποιήσει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις.
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَمَتَى أَرَدْتُمْ تَقْدِرُونَ أَنْ تَعْمَلُوا بِهِمْ خَيْرًا. وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ τοὺς ; πτωχοὺς ἔχετε ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε καὶ ; ὅταν θέλητε δύνασθε ποιῆσαι, αὐτοὺς εὖ δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε. πάντοτε
عَمِلَتْ مَا عِنْدَهَا. قَدْ سَبَقَتْ وَدَهَنَتْ بِالطِّيبِ جَسَدِي لِلتَّكْفِينِ.
ἐποίησεν, ὃ εἶχεν προέλαβεν μυρίσαι τὸ ; σῶμά ; μου εἰς ; τὸν ; ἐνταφιασμόν.
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: حَيْثُمَا يُكْرَزْ بِهذَا الإِنْجِيلِ فِي كُلِّ الْعَالَمِ، يُخْبَرْ أَيْضًا بِمَا فَعَلَتْهُ هذِهِ، تَذْكَارًا لَهَا.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὅπου ; ἂν κηρυχθῇ τὸ ; τοῦτο εὐαγγέλιον εἰς ὅλον τὸν ; κόσμον, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη μνημόσυνον εἰς ; αὐτῆς.¶
وَلِلْوَقْتِ فِي الصَّبَاحِ تَشَاوَرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ وَالْكَتَبَةُ وَالْمَجْمَعُ كُلُّهُ، فَأَوْثَقُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ وَأَسْلَمُوهُ إِلَى بِيلاَطُسَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπὶ τὸ ; πρωῒ συμβούλιον ; ποιήσαντες οἱ ; ἀρχιερεῖς μετὰ ; τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; γραμματέων καὶ ; τὸ ; συνέδριον, ὅλον δήσαντες τὸν ; Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ ; παρέδωκαν Πιλάτῳ.¶ ; τῷ
وَكَانَ الْمُسَمَّى بَارَابَاسَ مُوثَقًا مَعَ رُفَقَائِهِ فِي الْفِتْنَةِ، الَّذِينَ فِي الْفِتْنَةِ فَعَلُوا قَتْلاً.
ἦν ; δὲ λεγόμενος ὁ ; Βαραββᾶς δεδεμένος μετὰ τῶν ; στασιαστῶν οἵτινες ἐν τῇ ; στάσει πεποιήκεισαν. φόνον
فَصَرَخَ الْجَمْعُ وَابْتَدَأُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَفْعَلَ كَمَا كَانَ دَائِمًا يَفْعَلُ لَهُمْ.
ἀναβοήσας; καὶ ὁ ; ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς.¶
فَأجَابَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا وَقَالَ لَهُمْ: فَمَاذَا تُرِيدُونَ أَنْ أَفْعَلَ بِالَّذِي تَدْعُونَهُ مَلِكَ الْيَهُودِ.
δὲ ; ἀποκριθεὶς Ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· τί ; οὖν θέλετε ποιήσω ὃν λέγετε βασιλέα τῶν ; Ἰουδαίων;
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: وَأَيَّ شَرّ عَمِلَ. فَازْدَادُوا جِدًّا صُرَاخًا: اصْلِبْهُ.
δὲ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· ὁ ; Πιλᾶτος τί ; γὰρ κακόν; ἐποίησεν οἱ ; δὲ ; περισσοτέρως ἔκραξαν· σταύρωσον ; αὐτόν.
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
هكَذَا قَدْ فَعَلَ بِيَ الرَّبُّ فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا نَظَرَ إِلَيَّ، لِيَنْزِعَ عَارِي بَيْنَ النَّاسِ.
ὅτι ; οὕτως πεποίηκεν μοι ὁ ; κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ; ὄνειδός ; μου ἐν ἀνθρώποις.¶
لأَنَّ الْقَدِيرَ صَنَعَ بِي عَظَائِمَ، وَاسْمُهُ قُدُّوسٌ،
ὅτι ὁ ; δυνατός· ἐποίησέν μοι μεγαλεῖα καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ· ἅγιον
صَنَعَ قُوَّةً بِذِرَاعِهِ. شَتَّتَ الْمُسْتَكْبِرِينَ بِفِكْرِ قُلُوبِهِمْ.
ἐποίησεν κράτος ἐν ; βραχίονι ; αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας ; αὐτῶν·
مُبَارَكٌ الرَّبُّ إِلهُ إِسْرَائِيلَ لأَنَّهُ افْتَقَدَ وَصَنَعَ فِدَاءً لِشَعْبِهِ،
εὐλογητὸς κύριος ὁ ; θεὸς τοῦ ; Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ; ἐποίησεν λύτρωσιν τῷ ; λαῷ ; αὐτοῦ,
لِيَصْنَعَ رَحْمَةً مَعَ آبَائِنَا وَيَذْكُرَ عَهْدَهُ الْمُقَدَّسَ،
ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, καὶ ; μνησθῆναι διαθήκης ; αὐτοῦ, ἁγίας
فَلَمَّا أَبْصَرَاهُ انْدَهَشَا. وَقَالَتْ لَهُ أُمُّهُ: يَا بُنَيَّ، لِمَاذَا فَعَلْتَ بِنَا هكَذَا. هُوَذَا أَبُوكَ وَأَنَا كُنَّا نَطْلُبُكَ مُعَذَّبَيْنِ.
καὶ ; ἰδόντες ; αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ ; πατήρ ; σου κἀγὼ ἐζητοῦμέν ; σε.¶ ὀδυνώμενοι
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ أقْوَالِ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ. εὐθείας
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَسَأَلَهُ الْجُمُوعُ قائِلِينَ: فَمَاذَا نَفْعَلُ.
καὶ ; ἐπηρώτων ; αὐτὸν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες· τί ; οὖν ποιήσομεν
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ لَهُ ثَوْبَانِ فَلْيُعْطِ مَنْ لَيْسَ لَهُ، وَمَنْ لَهُ طَعَامٌ فَلْيَفْعَلْ هكَذَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ λέγει αὐτοῖς· ὁ ἔχων δύο ; χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι καὶ ; ὁ ἔχων βρώματα ποιείτω.¶ ὁμοίως
وَجَاءَ عَشَّارُونَ أَيْضًا لِيَعْتَمِدُوا فَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، مَاذَا نَفْعَلُ.
ἦλθον ; δὲ τελῶναι καὶ βαπτισθῆναι καὶ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτόν· διδάσκαλε, τί ποιήσομεν
وَسَأَلَهُ جُنْدِيُّونَ أَيْضًا قَائِلِينَ: وَمَاذَا نَفْعَلُ نَحْنُ. فَقَالَ لَهُمْ: لاَ تَظْلِمُوا أَحَدًا، وَلاَ تَشُوا وَاكْتَفُوا بِعَلاَئِفِكُمْ.
ἐπηρώτων ; δὲ ; αὐτὸν στρατευόμενοι καὶ λέγοντες· τί ; καὶ ποιήσομεν ἡμεῖς; καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς μηδένα ; διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε καὶ ; ἀρκεῖσθε τοῖς ; ὀψωνίοις ; ὑμῶν.¶
أَمَّا هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ فَإِذْ تَوَبَّخَ مِنْهُ لِسَبَبِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، وَلِسَبَبِ جَمِيعِ الشُّرُورِ الَّتِي كَانَ هِيرُودُسُ يَفْعَلُهَا،
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης ἐλεγχόμενος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς ; γυναικὸς φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ πάντων πονηρῶν ὧν ὁ ; Ἡρῴδης, ἐποίησεν
فَقَالَ لَهُمْ: عَلَى كُلِّ حَال تَقُولُونَ لِي هذَا الْمَثَلَ: أَيُّهَا الطَّبِيبُ اشْفِ نَفْسَكَ. كَمْ سَمِعْنَا أَنَّهُ جَرَى فِي كَفْرِنَاحُومَ، فَافْعَلْ ذلِكَ هُنَا أَيْضًا فِي وَطَنِكَ
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πάντως ἐρεῖτέ μοι ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τὴν ; Καφαρναούμ, ποίησον ὧδε καὶ ἐν τῇ ; πατρίδι ; σου.¶
وَلَمَّا فَعَلُوا ذلِكَ أَمْسَكُوا سَمَكًا كَثِيرًا جِدًّا، فَصَارَتْ شَبَكَتُهُمْ تَتَخَرَّقُ.
καὶ ποιήσαντες τοῦτο συνέκλεισαν ἰχθύων πλῆθος πολύ· δὲ ; τὸ; δίκτυον; αὐτῶν. διερρήσσετο
وَصَنَعَ لَهُ لاَوِي ضِيَافَةً كَبِيرَةً فِي بَيْتِهِ. وَالَّذِينَ كَانُوا مُتَّكِئِينَ مَعَهُمْ كَانُوا جَمْعًا كَثِيرًا مِنْ عَشَّارِينَ وَآخَرِينَ.
καὶ ; ἐποίησεν αὐτῷ ὁ ; Λευὶς δοχὴν μεγάλην ἐν τῇ ; οἰκίᾳ ; αὐτοῦ, καὶ ; οἳ ἦσαν κατακείμενοι. μετ᾽ ; αὐτῶν ἦν ὄχλος πολὺς τελωνῶν καὶ ; ἄλλων
وَقَالُوا لَهُ: لِمَاذَا يَصُومُ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا كَثِيرًا وَيُقَدِّمُونَ طِلْبَاتٍ، وَكَذلِكَ تَلاَمِيذُ الْفَرِّيسِيِّينَ أَيْضًا، وَأَمَّا تَلاَمِيذُكَ فَيَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτόν· διὰ ; τί νηστεύουσιν οἱ ; μαθηταὶ Ἰωάννου πυκνὰ καὶ ; ποιοῦνται, δεήσεις ὁμοίως οἱ τῶν ; Φαρισαίων, καὶ δὲ οἱ ; σοὶ ἐσθίουσιν καὶ ; πίνουσιν.¶
لَهُمْ: أَتَقْدِرُونَ أَنْ تَجْعَلُوا بَنِي الْعُرْسِ يَصُومُونَ مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ.
πρὸς ; αὐτούς· μὴ ; δύνασθε ποιῆσαι τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; νυμφῶνος νηστεύειν ἐν ; ᾧ ὁ ; νυμφίος δὲ ; εἶπεν ; Ὁ
فَقَالَ لَهُمْ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: لِمَاذَا تَفْعَلُونَ مَا لاَ يَحِلُّ فِعْلُهُ فِي السُّبُوتِ.
δὲ ; εἶπαν αὐτοῖς· τινὲς τῶν Φαρισαίων τί ποιεῖτε ὃ οὐκ ἔξεστιν ποιεῖν ἐν τοῖς ; σάββασιν;