ك
إصحاح
G4136
G4137. plēróō
G4138
المعنى المختصر للكلمة
plēróō: to make replete, i.e. (literally) to cram (a net), level up (a hollow), or (figuratively) to furnish (or imbue, diffuse, influence), satisfy, execute (an office), finish (a period or task), verify (or coincide with a prediction), etc.
اللفظ الأصلي πληρόω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق plēróō (play-ro-o)
تكرار الورود في الكتاب 87 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to make replete, i.e. (literally) to cram (a net), level up (a hollow), or (figuratively) to furnish (or imbue, diffuse, influence), satisfy, execute (an office), finish (a period or task), verify (or coincide with a prediction), etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
accomplish X after (be) complete end expire fill (up) fulfil (be, make) full (come) fully preach perfect supply

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πληρωθῇ (13×) ἵνα ; πληρωθῇ (4×) ἐπληρώθη (4×) πληρωθῶσιν (4×) ἐπλήρωσεν (3×) πληρωθῆναι (3×) ἵνα ; πληρωθῇ· (2×) ἐπληροῦντο (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (87 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اِصْعَدُوا أَنْتُمْ إِلَى هذَا الْعِيدِ. أَنَا لَسْتُ أَصْعَدُ بَعْدُ إِلَى هذَا الْعِيدِ، لأَنَّ وَقْتِي لَمْ يُكْمَلْ بَعْدُ.
ἀνάβητε ὑμεῖς εἰς ταύτην· τὴν ; ἑορτήν ἐγὼ οὔπω; ἀναβαίνω εἰς ταύτην, τὴν ; ἑορτὴν ὅτι ὁ ; ἐμὸς ; καιρὸς ὁ ; οὔπω ; πεπλήρωται.
فَأَخَذَتْ مَرْيَمُ مَنًا مِنْ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ، وَدَهَنَتْ قَدَمَيْ يَسُوعَ، وَمَسَحَتْ قَدَمَيْهِ بِشَعْرِهَا، فَامْتَلأَ الْبَيْتُ مِنْ رَائِحَةِ الطِّيبِ.
οὖν ; λαβοῦσα ἡ ; Μαριὰμ λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἐξέμαξεν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς δὲ ; ἐπληρώθη ἡ ; οἰκία ἐκ τῆς ; ὀσμῆς τοῦ ; μύρου.
لِيَتِمَّ قَوْلُ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الَذي قَالَهُ: يَا رَبُّ، مَنْ صَدَّقَ خَبَرَنَا. وَلِمَنِ اسْتُعْلِنَتْ ذِرَاعُ الرَّبِّ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου ὃν εἶπεν· κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ; ἀκοῇ ; ἡμῶν; καὶ ; τίνι ἀπεκαλύφθη; ὁ ; βραχίων κυρίου
لَسْتُ أَقُولُ عَنْ جَمِيعِكُمْ. أَنَا أَعْلَمُ الَّذِينَ اخْتَرْتُهُمْ. لكِنْ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ: اَلَّذِي يَأْكُلُ مَعِي الْخُبْزَ رَفَعَ عَلَيَّ عَقِبَهُ.
οὐ λέγω· περὶ πάντων ; ὑμῶν ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ᾽ ἵνα ; πληρωθῇ· ἡ ; γραφὴ ὁ τρώγων μετ᾽ ; ἐμοῦ τὸν ; ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ᾽ ; ἐμὲ τὴν ; πτέρναν ; αὐτοῦ.¶
كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا لِكَيْ يَثْبُتَ فَرَحِي فِيكُمْ وَيُكْمَلَ فَرَحُكُمْ.
λελάληκα ; ὑμῖν Ταῦτα ἵνα μείνῃ ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ ἐν ; ὑμῖν καὶ ; πληρωθῇ. ἡ ; χαρὰ ; ὑμῶν
لكِنْ لِكَيْ تَتِمَّ الْكَلِمَةُ الْمَكْتُوبَةُ فِي نَامُوسِهِمْ: إِنَّهُمْ أَبْغَضُونِي بِلاَ سَبَبٍ.
ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῇ ὁ ; λόγος ὁ ; γεγραμμένος ἐν τῷ ; νόμῳ ; αὐτῶν ὅτι ἐμίσησάν ; με δωρεάν.¶
لكِنْ لأَنِّي قُلْتُ لَكُمْ هذَا قَدْ مَلأَ الْحُزْنُ قُلُوبَكُمْ.
ἀλλ᾽ ὅτι λελάληκα ὑμῖν, ταῦτα πεπλήρωκεν ἡ ; λύπη ὑμῶν ; τὴν ; καρδίαν.
إِلَى الآنَ لَمْ تَطْلُبُوا شَيْئًا بِاسْمِي. اُطْلُبُوا تَأْخُذُوا، لِيَكُونَ فَرَحُكُمْ كَامِلاً.
ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου· αἰτεῖτε καὶ ; λήμψεσθε, ἵνα ; ᾖ ἡ ; χαρὰ ; ὑμῶν πεπληρωμένη.¶
حِينَ كُنْتُ مَعَهُمْ فِي الْعَالَمِ كُنْتُ أَحْفَظُهُمْ فِي اسْمِكَ. الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي حَفِظْتُهُمْ، وَلَمْ يَهْلِكْ مِنْهُمْ إِلاَّ ابْنُ الْهَلاَكِ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ.
ὅτε ἤμην μετ᾽ ; αὐτῶν ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν ; αὐτοὺς ἐν τῷ ; ὀνόματί ; σου οὓς δέδωκάς ; μοι ἐφύλαξα, καὶ ; οὐδεὶς ἀπώλετο ἐξ ; αὐτῶν εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀπωλείας, ἵνα ; πληρωθῇ. ἡ ; γραφὴ
أَمَّا الآنَ فَإِنِّي آتِي إِلَيْكَ. وَأَتَكَلَّمُ بِهذَا فِي الْعَالَمِ لِيَكُونَ لَهُمْ فَرَحِي كَامِلاً فِيهِمْ.
δὲ νῦν ἔρχομαι πρὸς ; σὲ καὶ ; λαλῶ ταῦτα ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἵνα ἔχωσιν τὴν ; χαρὰν ; τὴν ; ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν ; αὐτοῖς
لِيَتِمَّ الْقَوْلُ الَّذِي قَالَهُ: إِنَّ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي لَمْ أُهْلِكْ مِنْهُمْ أَحَدًا.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος ὃν εἶπεν ὅτι οὓς δέδωκάς ; μοι οὐκ ἀπώλεσα ἐξ ; αὐτῶν οὐδένα.
لِيَتِمَّ قَوْلُ يَسُوعَ الَّذِي قَالَهُ مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος τοῦ ; Ἰησοῦ ὃν εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
لأَنَّ هذَا كَانَ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ عَظْمٌ لاَ يُكْسَرُ مِنْهُ.
γὰρ ταῦτα ἐγένετο ἵνα ; πληρωθῇ· ἡ ; γραφὴ ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ.
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
وَصَارَ بَغْتَةً مِنَ السَّمَاءِ صَوْتٌ كَمَا مِنْ هُبُوبِ رِيحٍ عَاصِفَةٍ وَمَلأَ كُلَّ الْبَيْتِ حَيْثُ كَانُوا جَالِسِينَ،
καὶ ; ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας καὶ ; ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν ; οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι
وَأَمَّا اللهُ فَمَا سَبَقَ وَأَنْبَأَ بِهِ بِأَفْوَاهِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ، أَنْ يَتَأَلَّمَ الْمَسِيحُ، قَدْ تَمَّمَهُ هكَذَا.
δὲ ὁ ; θεὸς ἃ ; προκατήγγειλεν διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; προφητῶν παθεῖν τὸν ; χριστὸν ; αὐτοῦ ἐπλήρωσεν οὕτως.
فَقَالَ بُطْرُسُ: يَا حَنَانِيَّا، لِمَاذَا مَلأَ الشَّيْطَانُ قَلْبَكَ لِتَكْذِبَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ وَتَخْتَلِسَ مِنْ ثَمَنِ الْحَقْلِ.
Εἶπεν ; δὲ Πέτρος· Ἁνανία, τί ἐπλήρωσεν ὁ ; σατανᾶς τὴν ; καρδίαν ; σου ψεύσασθαί τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καὶ ; νοσφίσασθαι ἀπὸ τιμῆς ; τῆς τοῦ ; χωρίου;
قِائِلاً: أَمَا أَوْصَيْنَاكُمْ وَصِيَّةً أَنْ لاَ تُعَلِّمُوا بِهذَا الاسْمِ. وَهَا أَنْتُمْ قَدْ مَلأْتُمْ أُورُشَلِيمَ بِتَعْلِيمِكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَجْلِبُوا عَلَيْنَا دَمَ هذَا الإِنْسَانِ.
λέγων· οὐ παρηγγείλαμεν ; ὑμῖν παραγγελίᾳ μὴ διδάσκειν ἐπὶ ; τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι καὶ ; ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ; Ἰερουσαλὴμ τῆς ; διδαχῆς ; ὑμῶν καὶ ; βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς τὸ ; αἷμα τούτου.¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَرْبَعُونَ سَنَةً، ظَهَرَ لَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ فِي بَرِّيَّةِ جَبَلِ سِينَاءَ فِي لَهِيبِ نَارِ عُلَّيْقَةٍ.
καὶ ; πληρωθέντων τεσσεράκοντα ἐτῶν ὤφθη αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τοῦ ; ὄρους Σινᾶ ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامٌ كَثِيرَةٌ تَشَاوَرَ الْيَهُودُ لِيَقْتُلُوهُ،
ὡς ; δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν ; αὐτόν·
وَرَجَعَ بَرْنَابَا وَشَاوُلُ مِنْ أُورُشَلِيمَ بَعْدَ مَا كَمَّلاَ الْخِدْمَةَ، وَأَخَذَا مَعَهُمَا يُوحَنَّا الْمُلَقَّبَ مَرْقُسَ.
δὲ ; ὑπέστρεψαν Βαρναβᾶς καὶ ; Σαῦλος ἐξ Ἰερουσαλὴμ πληρώσαντες τὴν ; διακονίαν, συμπαραλαβόντες Ἰωάννην ἐπικληθέντα ; τὸν Μᾶρκον.¶
وَلَمَّا صَارَ يُوحَنَّا يُكَمِّلُ سَعْيَهُ جَعَلَ يَقُولُ: مَنْ تَظُنُّونَ أَنِّي أَنَا. لَسْتُ أَنَا إِيَّاهُ، لكِنْ هُوَذَا يَأْتِي بَعْدِي الَّذِي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أَحُلَّ حِذَاءَ قَدَمَيْهِ.
δὲ ὡς ὁ ; Ἰωάννης ἐπλήρου τὸν ; δρόμον ἔλεγεν· Τίνα ὑπονοεῖτε ἐμὲ εἶναι; οὐκ ἐγώ· ; εἰμὶ ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἔρχεται μετ᾽ ; ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἄξιος λῦσαι.¶ ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν
لأَنَّ السَّاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ وَرُؤَسَاءَهُمْ لَمْ يَعْرِفُوا هذَا. وَأَقْوَالُ الأَنْبِيَاءِ الَّتِي تُقْرَأُ كُلَّ سَبْتٍ تَمَّمُوهَا، إِذْ حَكَمُوا عَلَيْهِ.
γὰρ κατοικοῦντες ; οἱ ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; οἱ ; ἄρχοντες ; αὐτῶν ἀγνοήσαντες τοῦτον καὶ ; τὰς ; φωνὰς τῶν ; προφητῶν τὰς ἀναγινωσκομένας, κατὰ ; πᾶν σάββατον ἐπλήρωσαν· κρίναντες
وَأَمَّا التَّلاَمِيذُ فَكَانُوا يَمْتَلِئُونَ مِنَ الْفَرَحِ وَالرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ οἵ ; μαθηταὶ ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ ; πνεύματος ἁγίου.¶
وَمِنْ هُنَاكَ سَافَرَا فِي الْبَحْرِ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ، حَيْثُ كَانَا قَدْ أُسْلِمَا إِلَى نِعْمَةِ اللهِ لِلْعَمَلِ الَّذِي أَكْمَلاَهُ.
κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς Ἀντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν ; παραδεδομένοι τῇ ; χάριτι τοῦ ; θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἔργον ὃ ἐπλήρωσαν.
وَلَمَّا كَمِلَتْ هذِهِ الأُمُورُ، وَضَعَ بُولُسُ فِي نَفْسِهِ أَنَّهُ بَعْدَمَا يَجْتَازُ فِي مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ يَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، قَائِلاً: إِنِّي بَعْدَ مَا أَصِيرُ هُنَاكَ يَنْبَغِي أَنْ أَرَى رُومِيَةَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἐπληρώθη ταῦτα, ἔθετο ὁ ; Παῦλος ἐν τῷ ; πνεύματι διελθὼν τὴν ; Μακεδονίαν καὶ ; Ἀχαΐαν πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα εἰπὼν ὅτι μετὰ τὸ ; γενέσθαι ; με ἐκεῖ, δεῖ με ; ἰδεῖν. Ῥώμην καὶ
وَلكِنْ لَمَّا كَمِلَتْ سَنَتَانِ، قَبِلَ فِيلِكْسُ بُورْكِيُوسَ فَسْتُوسَ خَلِيفَةً لَهُ. وَإِذْ كَانَ فِيلِكْسُ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، تَرَكَ بُولُسَ مُقَيَّدًا.
δὲ πληρωθείσης Διετίας ἔλαβεν ὁ ; Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον, διάδοχον τε ὁ ; Φῆλιξ θέλων καταθέσθαι τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριτας κατέλιπεν τὸν ; Παῦλον δεδεμένον.¶
مَمْلُوئِينَ مِنْ كُلِّ إِثْمٍ وَزِنًا وَشَرّ وَطَمَعٍ وَخُبْثٍ، مَشْحُونِينَ حَسَدًا وَقَتْلاً وَخِصَامًا وَمَكْرًا وَسُوءًا،
πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξίᾳ, κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου, κακοηθείας,