المعنى المختصر للكلمة
pístis:
persuasion, i.e. credence
اللفظ الأصلي
πίστις
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
pístis
(pis-tis)
تكرار الورود في الكتاب
210
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
persuasion, i.e. credence
2
moral conviction (of religious
truth, or the truthfulness of God or a religious teacher), especially
reliance upon Christ for salvation
3
abstractly, constancy in such
profession
4
by extension, the system of religious (Gospel) truth
itself
الإنجليزية — KJV Translation Tags
assurance
belief
believe
faith
fidelity
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πίστεως (20×)
πίστιν (19×)
Πίστει (18×)
πίστει (15×)
τῆς ; πίστεως (13×)
ἐκ ; πίστεως (11×)
τὴν ; πίστιν (11×)
ἡ ; πίστις (8×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (210 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
رومية 1: 17
Rom.1.17
لأَنْ فِيهِ مُعْلَنٌ بِرُّ اللهِ بِإِيمَانٍ، لإِيمَانٍ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَمَّا الْبَارُّ فَبِالإِيمَانِ يَحْيَا.
γὰρ ἐν ; αὐτῷ ἀποκαλύπτεται δικαιοσύνη θεοῦ ἐκ ; πίστεως εἰς ; πίστιν καθὼς γέγραπται· δὲ ὁ ; δίκαιος ἐκ ; πίστεως ζήσεται.¶
رومية 1: 17
Rom.1.17
لأَنْ فِيهِ مُعْلَنٌ بِرُّ اللهِ بِإِيمَانٍ، لإِيمَانٍ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَمَّا الْبَارُّ فَبِالإِيمَانِ يَحْيَا.
γὰρ ἐν ; αὐτῷ ἀποκαλύπτεται δικαιοσύνη θεοῦ ἐκ ; πίστεως εἰς ; πίστιν καθὼς γέγραπται· δὲ ὁ ; δίκαιος ἐκ ; πίστεως ζήσεται.¶
رومية 3: 3
Rom.3.3
فَمَاذَا إِنْ كَانَ قَوْمٌ لَمْ يَكُونُوا أُمَنَاءَ. أَفَلَعَلَّ عَدَمَ أَمَانَتِهِمْ يُبْطِلُ أَمَانَةَ اللهِ.
τί γὰρ ; εἰ τινες; ἠπίστησάν μὴ ἡ ; ἀπιστία ; αὐτῶν καταργήσει; τὴν ; πίστιν τοῦ ; θεοῦ
رومية 3: 22
Rom.3.22
بِرُّ اللهِ بِالإِيمَانِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، إِلَى كُلِّ وَعَلَى كُلِّ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّهُ لاَ فَرْقَ.
δικαιοσύνη θεοῦ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας· γάρ οὐ διαστολή.
رومية 3: 25
Rom.3.25
الَّذِي قَدَّمَهُ اللهُ كَفَّارَةً بِالإِيمَانِ بِدَمِهِ، لإِظْهَارِ بِرِّهِ، مِنْ أَجْلِ الصَّفْحِ عَنِ الْخَطَايَا السَّالِفَةِ بِإِمْهَالِ اللهِ.
ὃν προέθετο ὁ ; θεὸς ἱλαστήριον διὰ ; τῆς ; πίστεως ἐν ; τῷ ; αὐτοῦ ; αἵματι εἰς ; ἔνδειξιν τῆς ; δικαιοσύνης ; αὐτοῦ διὰ τὴν ; πάρεσιν τῶν ἁμαρτημάτων προγεγονότων ἐν ; τῇ ; ἀνοχῇ τοῦ ; θεοῦ·
رومية 3: 26
Rom.3.26
لإِظْهَارِ بِرِّهِ فِي الزَّمَانِ الْحَاضِرِ، لِيَكُونَ بَارًّا وَيُبَرِّرَ مَنْ هُوَ مِنَ الإِيمَانِ بِيَسُوعَ.
πρὸς ; ἔνδειξιν τῆς ; δικαιοσύνης ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; καιρῷ νῦν εἰς ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν δίκαιον καὶ ; δικαιοῦντα τὴν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ.¶
رومية 3: 27
Rom.3.27
فَأَيْنَ الافْتِخَارُ. قَدِ انْتَفَى. بِأَيِّ نَامُوسٍ. أَبِنَامُوسِ الأَعْمَالِ. كَّلاَّ. بَلْ بِنَامُوسِ الإِيمَانِ.
Ποῦ ; οὖν ἡ ; καύχησις; ἐξεκλείσθη. διὰ ; ποίου νόμου; τῶν ; ἔργων; οὐχί, ἀλλὰ διὰ ; νόμου πίστεως.
رومية 3: 28
Rom.3.28
إِذًا نَحْسِبُ أَنَّ الإِنْسَانَ يَتَبَرَّرُ بِالإِيمَانِ بِدُونِ أَعْمَالِ النَّامُوسِ.
οὖν λογιζόμεθα ἄνθρωπον δικαιοῦσθαι πίστει χωρὶς ἔργων νόμου.
رومية 3: 30
Rom.3.30
لأَنَّ اللهَ وَاحِدٌ، هُوَ الَّذِي سَيُبَرِّرُ الْخِتَانَ بِالإِيمَانِ وَالْغُرْلَةَ بِالإِيمَانِ.
ἐπείπερ ὁ ; θεὸς εἷς ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ ; πίστεως καὶ ; ἀκροβυστίαν διὰ ; τῆς ; πίστεως.
رومية 3: 30
Rom.3.30
لأَنَّ اللهَ وَاحِدٌ، هُوَ الَّذِي سَيُبَرِّرُ الْخِتَانَ بِالإِيمَانِ وَالْغُرْلَةَ بِالإِيمَانِ.
ἐπείπερ ὁ ; θεὸς εἷς ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ ; πίστεως καὶ ; ἀκροβυστίαν διὰ ; τῆς ; πίστεως.
رومية 3: 31
Rom.3.31
أَفَنُبْطِلُ النَّامُوسَ بِالإِيمَانِ. حَاشَا. بَلْ نُثَبِّتُ النَّامُوسَ.
καταργοῦμεν νόμον διὰ ; τῆς ; πίστεως; μὴ ; γένοιτο, ἀλλὰ ἱστάνομεν.¶ νόμον
رومية 4: 9
Rom.4.9
أَفَهذَا التَّطْوِيبُ هُوَ عَلَى الْخِتَانِ أَمْ عَلَى الْغُرْلَةِ أَيْضًا. لأَنَّنَا نَقُولُ: إِنَّهُ حُسِبَ لإِبْرَاهِيمَ الإِيمَانُ بِرًّا.
οὖν ; οὗτος Ὁ ; μακαρισμὸς ἐπὶ τὴν ; περιτομὴν ἢ ἐπὶ τὴν ; ἀκροβυστίαν; καὶ γάρ λέγομεν ὅτι· ἐλογίσθη τῷ ; Ἀβραὰμ ἡ ; πίστις εἰς ; δικαιοσύνην.
رومية 4: 11
Rom.4.11
وَأَخَذَ عَلاَمَةَ الْخِتَانِ خَتْمًا لِبِرِّ الإِيمَانِ الَّذِي كَانَ فِي الْغُرْلَةِ، لِيَكُونَ أَبًا لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ وَهُمْ فِي الْغُرْلَةِ، كَيْ يُحْسَبَ لَهُمْ أَيْضًا الْبِرُّ.
καὶ ; ἔλαβεν σημεῖον περιτομῆς, σφραγῖδα τῆς ; δικαιοσύνης τῆς ; πίστεως τῆς ἐν τῇ ; ἀκροβυστίᾳ· εἶναι ; αὐτὸν πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων δι᾽ ἀκροβυστίας, εἰς λογισθῆναι αὐτοῖς καὶ τὴν ; δικαιοσύνην,
رومية 4: 12
Rom.4.12
وَأَبًا لِلْخِتَانِ لِلَّذِينَ لَيْسُوا مِنَ الْخِتَانِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا يَسْلُكُونَ فِي خُطُوَاتِ إِيمَانِ أَبِينَا إِبْرَاهِيمَ الَّذِي وَهُوَ فِي الْغُرْلَةِ.
καὶ ; πατέρα περιτομῆς, τοῖς οὐκ ἐκ περιτομῆς μόνον ἀλλὰ καὶ στοιχοῦσιν τοῖς ἴχνεσιν τῆς ; πίστεως τοῦ ; πατρὸς ; ἡμῶν Ἀβραάμ. τῆς ἐν τῇ ; ἀκροβυστίᾳ
رومية 4: 13
Rom.4.13
فَإِنَّهُ لَيْسَ بِالنَّامُوسِ الْوَعْدُ لإِبْرَاهِيمَ أَوْ لِنَسْلِهِ أَنْ يَكُونَ وَارِثًا لِلْعَالَمِ، بَلْ بِبِرِّ الإِيمَانِ.
γὰρ οὐ διὰ ; νόμου ἡ ; ἐπαγγελία τῷ ; Ἀβραὰμ ἢ τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ εἶναι κληρονόμον ; αὐτὸν τοῦ ; κόσμου ἀλλὰ διὰ ; δικαιοσύνης πίστεως.
رومية 4: 14
Rom.4.14
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ الَّذِينَ مِنَ النَّامُوسِ هُمْ وَرَثَةً، فَقَدْ تَعَطَّلَ الإِيمَانُ وَبَطَلَ الْوَعْدُ:
γὰρ εἰ οἱ ἐκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται ἡ ; πίστις καὶ ; κατήργηται ἡ ; ἐπαγγελία·
رومية 4: 16
Rom.4.16
لِهذَا هُوَ مِنَ الإِيمَانِ، كَيْ يَكُونَ عَلَى سَبِيلِ النِّعْمَةِ، لِيَكُونَ الْوَعْدُ وَطِيدًا لِجَمِيعِ النَّسْلِ. لَيْسَ لِمَنْ هُوَ مِنَ النَّامُوسِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا لِمَنْ هُوَ مِنْ إِيمَانِ إِبْرَاهِيمَ، الَّذِي هُوَ أَبٌ لِجَمِيعِنَا.
διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἶναι τὴν ; ἐπαγγελίαν βεβαίαν παντὶ τῷ ; σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ ; νόμου μόνον ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστιν πατὴρ πάντων ; ἡμῶν
رومية 4: 16
Rom.4.16
لِهذَا هُوَ مِنَ الإِيمَانِ، كَيْ يَكُونَ عَلَى سَبِيلِ النِّعْمَةِ، لِيَكُونَ الْوَعْدُ وَطِيدًا لِجَمِيعِ النَّسْلِ. لَيْسَ لِمَنْ هُوَ مِنَ النَّامُوسِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا لِمَنْ هُوَ مِنْ إِيمَانِ إِبْرَاهِيمَ، الَّذِي هُوَ أَبٌ لِجَمِيعِنَا.
διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἶναι τὴν ; ἐπαγγελίαν βεβαίαν παντὶ τῷ ; σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ ; νόμου μόνον ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστιν πατὴρ πάντων ; ἡμῶν
رومية 4: 19
Rom.4.19
وَإِذْ لَمْ يَكُنْ ضَعِيفًا فِي الإِيمَانِ لَمْ يَعْتَبِرْ جَسَدَهُ وَهُوَ قَدْ صَارَ مُمَاتًا، إِذْ كَانَ ابْنَ نَحْوِ مِئَةِ سَنَةٍ وَلاَ مُمَاتِيَّةَ مُسْتَوْدَعِ سَارَةَ.
καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει οὐ κατενόησεν τὸ ; ἑαυτοῦ ; σῶμα ἤδη νενεκρωμένον, ὑπάρχων, που ἑκατονταετής καὶ τὴν ; νέκρωσιν μήτρας Σάρρας,
رومية 4: 20
Rom.4.20
وَلاَ بِعَدَمِ إِيمَانٍ ارْتَابَ فِي وَعْدِ اللهِ، بَلْ تَقَوَّى بِالإِيمَانِ مُعْطِيًا مَجْدًا ِللهِ.
οὐ τῇ ; ἀπιστίᾳ, διεκρίθη τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; θεοῦ ἀλλ᾽ ἐνεδυναμώθη τῇ ; πίστει, δοὺς δόξαν τῷ ; θεῷ
رومية 5: 1
Rom.5.1
فَإِذْ قَدْ تَبَرَّرْنَا بِالإِيمَانِ لَنَا سَلاَمٌ مَعَ اللهِ بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
οὖν Δικαιωθέντες ἐκ ; πίστεως ἔχομεν εἰρήνην πρὸς τὸν ; θεὸν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
رومية 5: 2
Rom.5.2
الَّذِي بِهِ أَيْضًا قَدْ صَارَ لَنَا الدُّخُولُ بِالإِيمَانِ، إِلَى هذِهِ النِّعْمَةِ الَّتِي نَحْنُ فِيهَا مُقِيمُونَ، وَنَفْتَخِرُ عَلَى رَجَاءِ مَجْدِ اللهِ.
οὗ δι᾽ καὶ ἐσχήκαμεν τὴν ; προσαγωγὴν τῇ ; πίστει εἰς ταύτην τὴν ; χάριν ἐν ; ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ ; καυχώμεθα ἐπ᾽ ἐλπίδι τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ.
رومية 9: 30
Rom.9.30
فَمَاذَا نَقُولُ. إِنَّ الأُمَمَ الَّذِينَ لَمْ يَسْعَوْا فِي أَثَرِ الْبِرِّ أَدْرَكُوا الْبِرَّ، الْبِرَّ الَّذِي بِالإِيمَانِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὅτι ἔθνη τὰ μὴ διώκοντα δικαιοσύνην κατέλαβεν δικαιοσύνην, δικαιοσύνην τὴν ἐκ ; πίστεως·
رومية 9: 32
Rom.9.32
لِمَاذَا. لأَنَّهُ لَيْسَ بِالإِيمَانِ، بَلْ كَأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. فَإِنَّهُمُ اصْطَدَمُوا بِحَجَرِ الصَّدْمَةِ،
τί; ὅτι οὐκ ἐκ ; πίστεως ἀλλ᾽ ὡς ἐξ ; ἔργων νόμου· γὰρ προσέκοψαν τῷ ; λίθῳ τοῦ ; προσκόμματος
رومية 10: 6
Rom.10.6
وَأَمَّا الْبِرُّ الَّذِي بِالإِيمَانِ فَيَقُولُ هكَذَا: لاَ تَقُلْ فِي قَلْبِكَ: مَنْ يَصْعَدُ إِلَى السَّمَاءِ. أَيْ لِيُحْدِرَ الْمَسِيحَ،
δὲ Ἡ ; δικαιοσύνη ἐκ πίστεως λέγει· οὕτως μὴ εἴπῃς ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; σου· τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν ; οὐρανόν; τοῦτ᾽ ; ἔστιν καταγαγεῖν· Χριστὸν
رومية 10: 8
Rom.10.8
لكِنْ مَاذَا يَقُولُ. اَلْكَلِمَةُ قَرِيبَةٌ مِنْكَ، فِي فَمِكَ وَفِي قَلْبِكَ أَيْ كَلِمَةُ الإِيمَانِ الَّتِي نَكْرِزُ بِهَا:
ἀλλὰ τί λέγει; τὸ ; ῥῆμά ἐγγύς σου ἐστιν ; ἐν τῷ ; στόματί ; σου καὶ ; ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; σου· τοῦτ᾽ ; ἔστιν τὸ ; ῥῆμα τῆς ; πίστεως ὃ κηρύσσομεν·
رومية 10: 17
Rom.10.17
إِذًا الإِيمَانُ بِالْخَبَرِ، وَالْخَبَرُ بِكَلِمَةِ اللهِ.
ἄρα ἡ ; πίστις ἐξ ; ἀκοῆς ἡ ; δὲ ; ἀκοὴ διὰ ; ῥήματος θεοῦ
رومية 11: 20
Rom.11.20
حَسَنًا. مِنْ أَجْلِ عَدَمِ الإِيمَانِ قُطِعَتْ، وَأَنْتَ بِالإِيمَانِ ثَبَتَّ. لاَ تَسْتَكْبِرْ بَلْ خَفْ.
καλῶς· τῇ ἀπιστίᾳ ἐξεκλάσθησαν, σὺ ; δὲ τῇ ; πίστει ἕστηκας. μὴ ὑψηλὰ ; φρόνει ἀλλὰ φοβοῦ·
رومية 12: 3
Rom.12.3
فَإِنِّي أَقُولُ بِالنِّعْمَةِ الْمُعْطَاةِ لِي، لِكُلِّ مَنْ هُوَ بَيْنَكُمْ: أَنْ لاَ يَرْتَئِيَ فَوْقَ مَا يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَئِيَ، بَلْ يَرْتَئِيَ إِلَى التَّعَقُّلِ، كَمَا قَسَمَ اللهُ لِكُلِّ وَاحِدٍ مِقْدَارًا مِنَ الإِيمَانِ.
γὰρ λέγω διὰ ; τῆς ; χάριτος τῆς ; δοθείσης μοι παντὶ τῷ ὄντι ἐν ; ὑμῖν, μὴ ὑπερφρονεῖν παρ᾽ ὃ δεῖ φρονεῖν, ἀλλὰ φρονεῖν εἰς τὸ ; σωφρονεῖν, ὡς ἐμέρισεν ὁ ; θεὸς ἑκάστῳ μέτρον πίστεως.
رومية 12: 6
Rom.12.6
وَلكِنْ لَنَا مَوَاهِبُ مُخْتَلِفَةٌ بِحَسَبِ النِّعْمَةِ الْمُعْطَاةِ لَنَا: أَنُبُوَّةٌ فَبِالنِّسْبَةِ إِلَى الإِيمَانِ،
δὲ Ἔχοντες χαρίσματα διάφορα, κατὰ τὴν ; χάριν τὴν ; δοθεῖσαν ἡμῖν εἴτε ; προφητείαν κατὰ ; τὴν ; ἀναλογίαν τῆς ; πίστεως,