ك
إصحاح
G4101
G4102. pístis
G4103
المعنى المختصر للكلمة
pístis: persuasion, i.e. credence
اللفظ الأصلي πίστις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pístis (pis-tis)
تكرار الورود في الكتاب 210 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 persuasion, i.e. credence
2 moral conviction (of religious truth, or the truthfulness of God or a religious teacher), especially reliance upon Christ for salvation
3 abstractly, constancy in such profession
4 by extension, the system of religious (Gospel) truth itself
الإنجليزية — KJV Translation Tags
assurance belief believe faith fidelity

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πίστεως (20×) πίστιν (19×) Πίστει (18×) πίστει (15×) τῆς ; πίστεως (13×) ἐκ ; πίστεως (11×) τὴν ; πίστιν (11×) ἡ ; πίστις (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (210 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
بِالإِيمَانِ اجْتَازُوا فِي الْبَحْرِ الأَحْمَرِ كَمَا فِي الْيَابِسَةِ، الأَمْرُ الَّذِي لَمَّا شَرَعَ فِيهِ الْمِصْرِيُّونَ غَرِقُوا.
Πίστει διέβησαν τὴν ; θάλασσαν ἐρυθρὰν ὡς ; διὰ ξηρᾶς ; γῆς, ἧς λαβόντες πεῖραν οἱ ; Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν.¶
بِالإِيمَانِ سَقَطَتْ أَسْوَارُ أَرِيحَا بَعْدَمَا طِيفَ حَوْلَهَا سَبْعَةَ أَيَّامٍ.
Πίστει ἔπεσεν τὰ ; τείχη Ἰεριχὼ κυκλωθέντα ἐπὶ ; ἑπτὰ ἡμέρας.¶
بِالإِيمَانِ رَاحَابُ الزَّانِيَةُ لَمْ تَهْلِكْ مَعَ الْعُصَاةِ، إِذْ قَبِلَتِ الْجَاسُوسَيْنِ بِسَلاَمٍ.
Πίστει Ῥαὰβ ἡ ; πόρνη οὐ συναπώλετο τοῖς ; ἀπειθήσασιν δεξαμένη τοὺς ; κατασκόπους μετ᾽ ; εἰρήνης.¶
الَّذِينَ بِالإِيمَانِ: قَهَرُوا مَمَالِكَ، صَنَعُوا بِرًّا، نَالُوا مَوَاعِيدَ، سَدُّوا أَفْوَاهَ أُسُودٍ،
οἳ διὰ ; πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων,
فَهؤُلاَءِ كُلُّهُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ بِالإِيمَانِ، لَمْ يَنَالُوا الْمَوْعِدَ،
Καὶ ; οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ ; τῆς ; πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ; ἐπαγγελίαν
نَاظِرِينَ إِلَى رَئِيسِ الإِيمَانِ وَمُكَمِّلِهِ يَسُوعَ، الَّذِي مِنْ أَجْلِ السُّرُورِ الْمَوْضُوعِ أَمَامَهُ، احْتَمَلَ الصَّلِيبَ مُسْتَهِينًا بِالْخِزْيِ، فَجَلَسَ فِي يَمِينِ عَرْشِ اللهِ.
ἀφορῶντες εἰς τὸν ; ἀρχηγὸν τῆς ; πίστεως καὶ ; τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς ; χαρᾶς προκειμένης αὐτῷ ὑπέμεινεν σταυρὸν καταφρονήσας, αἰσχύνης εκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θρόνου τοῦ ; θεοῦ
اُذْكُرُوا مُرْشِدِيكُمُ الَّذِينَ كَلَّمُوكُمْ بِكَلِمَةِ اللهِ. انْظُرُوا إِلَى نِهَايَةِ سِيرَتِهِمْ فَتَمَثَّلُوا بِإِيمَانِهِمْ.
Μνημονεύετε τῶν ; ἡγουμένων ; ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ; ὑμῖν τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ, ἀναθεωροῦντες τὴν ; ἔκβασιν τῆς ; ἀναστροφῆς, μιμεῖσθε ὧν ; τὴν ; πίστιν.¶
عَالِمِينَ أَنَّ امْتِحَانَ إِيمَانِكُمْ يُنْشِئُ صَبْرًا.
γινώσκοντες ὅτι δοκίμιον ; τὸ ὑμῶν ; τῆς ; πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
وَلكِنْ لِيَطْلُبْ بِإِيمَانٍ غَيْرَ مُرْتَابٍ لأَنَّ الْمُرْتَابَ يُشْبِهُ مَوْجًا مِنَ الْبَحْرِ تَخْبِطُهُ الرِّيحُ وَتَدْفَعُهُ.
δὲ αἰτείτω ἐν ; πίστει μηδὲν διακρινόμενος· γὰρ ὁ ; διακρινόμενος ἔοικεν κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ; ῥιπιζομένῳ.
يَا إِخْوَتِي، لاَ يَكُنْ لَكُمْ إِيمَانُ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الْمَجْدِ، فِي الْمُحَابَاةِ.
Ἀδελφοί ; μου, μὴ ἔχετε τὴν ; πίστιν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς ; δόξης. ἐν προσωπολημψίαις
اسْمَعُوا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ: أَمَا اخْتَارَ اللهُ فُقَرَاءَ هذَا الْعَالَمِ أَغْنِيَاءَ فِي الإِيمَانِ، وَوَرَثَةَ الْمَلَكُوتِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀκούσατε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, οὐχ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τοὺς ; πτωχοὺς τοῦ; τούτου κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ ; κληρονόμους τῆς ; βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν;
مَا الْمَنْفَعَةُ يَا إِخْوَتِي إِنْ قَالَ أَحَدٌ إِيمَانًا وَلكِنْ لَيْسَ لَهُ أَعْمَالٌ، هَلْ يَقْدِرُ الإِيمَانُ أَنْ يُخَلِّصَهُ.
Τί τὸ ; ὄφελος, ἀδελφοί ; μου, ἐὰν λέγῃ τις πίστιν δὲ μὴ ἔχειν, ἔργα μὴ δύναται ἡ ; πίστις σῶσαι ; αὐτόν;
مَا الْمَنْفَعَةُ يَا إِخْوَتِي إِنْ قَالَ أَحَدٌ إِيمَانًا وَلكِنْ لَيْسَ لَهُ أَعْمَالٌ، هَلْ يَقْدِرُ الإِيمَانُ أَنْ يُخَلِّصَهُ.
Τί τὸ ; ὄφελος, ἀδελφοί ; μου, ἐὰν λέγῃ τις πίστιν δὲ μὴ ἔχειν, ἔργα μὴ δύναται ἡ ; πίστις σῶσαι ; αὐτόν;
هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا، إِنْ لَمْ يَكُنْ لَهُ أَعْمَالٌ، مَيِّتٌ فِي ذَاتِهِ.
οὕτως ἡ ; πίστις, καὶ ἐὰν ; μὴ ἔχῃ ἔργα, νεκρά ; ἐστιν καθ᾽ ἑαυτήν.¶
لكِنْ يَقُولُ قَائِلٌ: أَنْتَ لَكَ إِيمَانٌ، وَأَنَا لِي أَعْمَالٌ أَرِنِي إِيمَانَكَ بِدُونِ أَعْمَالِكَ، وَأَنَا أُرِيكَ بِأَعْمَالِي إِيمَانِي.
Ἀλλ᾽ ἐρεῖ τις· σὺ ἔχεις, πίστιν κἀγὼ ἔχω· ἔργα δεῖξόν ; μοι τὴν ; πίστιν ; σου ἐκ τῶν ; ἔργων ; σου, κἀγώ σοι ; δείξω ἐκ ; τῶν ; ἔργων ; μου τὴν ; πίστιν ; μου.
وَلكِنْ هَلْ تُرِيدُ أَنْ تَعْلَمَ أَيُّهَا الإِنْسَانُ الْبَاطِلُ أَنَّ الإِيمَانَ بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
δὲ θέλεις γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ ; πίστις χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά; ἐστιν;
فَتَرَى أَنَّ الإِيمَانَ عَمِلَ مَعَ أَعْمَالِهِ، وَبِالأَعْمَالِ أُكْمِلَ الإِيمَانُ،
βλέπεις ὅτι ἡ ; πίστις συνήργει τοῖς ; ἔργοις ; αὐτοῦ καὶ ; ἐκ ; τῶν ; ἔργων ἐτελειώθη; ἡ ; πίστις
فَتَرَى أَنَّ الإِيمَانَ عَمِلَ مَعَ أَعْمَالِهِ، وَبِالأَعْمَالِ أُكْمِلَ الإِيمَانُ،
βλέπεις ὅτι ἡ ; πίστις συνήργει τοῖς ; ἔργοις ; αὐτοῦ καὶ ; ἐκ ; τῶν ; ἔργων ἐτελειώθη; ἡ ; πίστις
تَرَوْنَ إِذًا أَنَّهُ بِالأَعْمَالِ يَتَبَرَّرُ الإِنْسَانُ، لاَ بِالإِيمَانِ وَحْدَهُ.
ὁρᾶτε τοίνυν ὅτι ἐξ ; ἔργων δικαιοῦται ἄνθρωπος καὶ ; οὐκ ἐκ ; πίστεως μόνον.¶
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الْجَسَدَ بِدُونَ رُوحٍ مَيِّتٌ، هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
γὰρ ὥσπερ τὸ ; σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ; ἐστιν, οὕτως ἡ ; πίστις καὶ χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά ; ἐστιν.¶
وَصَلاَةُ الإِيمَانِ تَشْفِي الْمَرِيضَ، وَالرَّبُّ يُقِيمُهُ، وَإِنْ كَانَ قَدْ فَعَلَ خَطِيَّةً تُغْفَرُ لَهْ.
καὶ ; ἡ ; εὐχὴ τῆς ; πίστεως σώσει τὸν ; κάμνοντα καὶ ; ὁ ; κύριος· ἐγερεῖ ; αὐτὸν κἂν ᾖ πεποιηκώς, ἁμαρτίας ἀφεθήσεται αὐτῷ.¶
أَنْتُمُ الَّذِينَ بِقُوَّةِ اللهِ مَحْرُوسُونَ، بِإِيمَانٍ، لِخَلاَصٍ مُسْتَعَدٍّ أَنْ يُعْلَنَ فِي الزَّمَانِ الأَخِيرِ.
τοὺς ἐν ; δυνάμει θεοῦ φρουρουμένους διὰ ; πίστεως εἰς ; σωτηρίαν ἑτοίμην ἀποκαλυφθῆναι ἐν καιρῷ ἐσχάτῳ·
لِكَيْ تَكُونَ تَزْكِيَةُ إِيمَانِكُمْ، وَهِيَ أَثْمَنُ مِنَ الذَّهَبِ الْفَانِي، مَعَ أَنَّهُ يُمْتَحَنُ بِالنَّارِ، تُوجَدُ لِلْمَدْحِ وَالْكَرَامَةِ وَالْمَجْدِ عِنْدَ اسْتِعْلاَنِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
ἵνα τὸ ; δοκίμιον ὑμῶν ; τῆς ; πίστεως πολὺ τιμιώτερον χρυσίου τοῦ ; ἀπολλυμένου δὲ δοκιμαζομένου διὰ ; πυρὸς εὑρεθῇ εἰς ; ἔπαινον καὶ ; τιμὴν καὶ ; εἰς ; δόξαν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ·
فَقَاوِمُوهُ، رَاسِخِينَ فِي الإِيمَانِ، عَالِمِينَ أَنَّ نَفْسَ هذِهِ الآلاَمِ تُجْرَى عَلَى إِخْوَتِكُمُ الَّذِينَ فِي الْعَالَمِ.
ᾧ ; ἀντίστητε στερεοὶ τῇ πίστει εἰδότες τὰ ; αὐτὰ τῶν ; παθημάτων ἐπιτελεῖσθαι.¶ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐν τῷ ; κόσμῳ
سِمْعَانُ بُطْرُسُ عَبْدُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ وَرَسُولُهُ، إِلَى الَّذِينَ نَالُوا إِيمَانًا ثَمِينًا مُسَاوِيًا لَنَا، بِبِرِّ إِلهِنَا وَالْمُخَلِّصِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ:
Συμεὼν Πέτρος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; ἀπόστολος τοῖς λαχοῦσιν πίστιν ἰσότιμον ; ἡμῖν ἐν ; δικαιοσύνῃ τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν καὶ ; σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.¶
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، إِذْ كُنْتُ أَصْنَعُ كُلَّ الْجَهْدِ لأَكْتُبَ إِلَيْكُمْ عَنِ الْخَلاَصِ الْمُشْتَرَكِ، اضْطُرِرْتُ أَنْ أَكْتُبَ إِلَيْكُمْ وَاعِظًا أَنْ تَجْتَهِدُوا لأَجْلِ الإِيمَانِ الْمُسَلَّمِ مَرَّةً لِلْقِدِّيسِينَ.
Ἀγαπητοί, ποιούμενος πᾶσαν σπουδὴν γράφειν ὑμῖν περὶ σωτηρίας, κοινῆς ἀνάγκην ; ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῆς πίστει. παραδοθείσῃ ἅπαξ ἁγίοις
وَأَمَّا أَنْتُمْ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ فَابْنُوا أَنْفُسَكُمْ عَلَى إِيمَانِكُمُ الأَقْدَسِ، مُصَلِّينَ فِي الرُّوحِ الْقُدُسِ،
δέ, ὑμεῖς ἀγαπητοί, ἐποικοδομοῦντες ἑαυτοὺς τῇ ὑμῶν ; πίστει, ἁγιωτάτῃ προσευχόμενοι, ἐν πνεύματι ἁγίῳ
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ وَمَحَبَّتَكَ وَخِدْمَتَكَ وَإِيمَانَكَ وَصَبْرَكَ، وَأَنَّ أَعْمَالَكَ الأَخِيرَةَ أَكْثَرُ مِنَ الأُولَى.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα καὶ ; τὴν ; ἀγάπην καὶ ; τὴν ; διακονίαν καὶ ; τὴν ; πίστιν καὶ ; τὴν ; ὑπομονήν ; σου καὶ τὰ ; ἔργα ; σου καὶ ; τὰ ; ἔσχατα πλείονα τῶν πρώτων.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَجْمَعُ سَبْيًا، فَإِلَى السَّبْيِ يَذْهَبُ. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يَقْتُلُ بِالسَّيْفِ، فَيَنْبَغِي أَنْ يُقْتَلَ بِالسَّيْفِ. هُنَا صَبْرُ الْقِدِّيسِينَ وَإِيمَانُهُمْ.
εἴ τις συνάγει αἰχμαλωσίαν εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπάγει, εἴ τις ἀποκτενεῖ ἐν ; μαχαίρῃ δεῖ αὐτὸν ; ἀποκτανθῆναι· ἐν ; μαχαίρῃ ὧδέ ἡ ; ὑπομονὴ τῶν ; ἁγίων.¶ καὶ ; ἡ ; πίστις
هُنَا صَبْرُ الْقِدِّيسِينَ. هُنَا الَّذِينَ يَحْفَظُونَ وَصَايَا اللهِ وَإِيمَانَ يَسُوعَ.
Ὧδε ; ἐστίν ἡ ; ὑπομονὴ τῶν ; ἁγίων ὧδε, οἱ τηροῦντες τὰς ; ἐντολὰς τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τὴν ; πίστιν Ἰησοῦ.¶