المعنى المختصر للكلمة
pístis:
persuasion, i.e. credence
اللفظ الأصلي
πίστις
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
pístis
(pis-tis)
تكرار الورود في الكتاب
210
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
persuasion, i.e. credence
2
moral conviction (of religious
truth, or the truthfulness of God or a religious teacher), especially
reliance upon Christ for salvation
3
abstractly, constancy in such
profession
4
by extension, the system of religious (Gospel) truth
itself
الإنجليزية — KJV Translation Tags
assurance
belief
believe
faith
fidelity
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πίστεως (20×)
πίστιν (19×)
Πίστει (18×)
πίστει (15×)
τῆς ; πίστεως (13×)
ἐκ ; πίστεως (11×)
τὴν ; πίστιν (11×)
ἡ ; πίστις (8×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (210 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
تيطس 2: 2
Tit.2.2
أَنْ يَكُونَ الأَشْيَاخُ صَاحِينَ، ذَوِي وَقَارٍ، مُتَعَقِّلِينَ، أَصِحَّاءَ فِي الإِيمَانِ وَالْمَحَبَّةِ وَالصَّبْرِ.
εἶναι, Πρεσβύτας νηφαλίους σεμνούς, σώφρονας, ὑγιαίνοντας τῇ ; πίστει, τῇ ; ἀγάπῃ, τῇ ; ὑπομονῇ.¶
تيطس 2: 10
Tit.2.10
غَيْرَ مُخْتَلِسِينَ، بَلْ مُقَدِّمِينَ كُلَّ أَمَانَةٍ صَالِحَةٍ، لِكَيْ يُزَيِّنُوا تَعْلِيمَ مُخَلِّصِنَا اللهِ فِي كُلِّ شَيْءٍ.
μὴ νοσφιζομένους ἀλλὰ ἐνδεικνυμένους πᾶσαν πίστιν ἀγαθήν, ἵνα κοσμῶσιν τὴν ; διδασκαλίαν τοῦ ; σωτῆρος ; ὑμῶν θεοῦ ἐν πᾶσιν.¶
تيطس 3: 15
Tit.3.15
يُسَلِّمُ عَلَيْكَ الَّذِينَ مَعِي جَمِيعًا. سَلِّمْ عَلَى الَّذِينَ يُحِبُّونَنَا فِي الإِيمَانِ. اَلنِّعْمَةُ مَعَ جَمِيعِكُمْ. آمِينَ.
Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾽ ; ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ; ἡμᾶς ἐν πίστει.¶ Ἡ ; χάρις μετὰ πάντων ; ὑμῶν ἀμήν.
فليمون 1: 5
Phm.1.5
سَامِعًا بِمَحَبَّتِكَ، وَالإِيمَانِ الَّذِي لَكَ نَحْوَ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَلِجَمِيعِ الْقِدِّيسِينَ،
ἀκούων σου ; τὴν ; ἀγάπην καὶ ; τὴν ; πίστιν ἣν ἔχεις πρὸς τὸν ; κύριον Ἰησοῦν καὶ ; εἰς ; πάντας τοὺς ; ἁγίους,
فليمون 1: 6
Phm.1.6
لِكَيْ تَكُونَ شَرِكَةُ إِيمَانِكَ فَعَّالَةً فِي مَعْرِفَةِ كُلِّ الصَّلاَحِ الَّذِي فِيكُمْ لأَجْلِ الْمَسِيحِ يَسُوعَ.
ὅπως γένηται ἡ ; κοινωνία τῆς ; πίστεώς ἐνεργὴς ἐν ἐπιγνώσει παντὸς ἀγαθοῦ τοῦ ἐν ; ὑμῖν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν.
العبرانيين 4: 2
Heb.4.2
لأَنَّنَا نَحْنُ أَيْضًا قَدْ بُشِّرْنَا كَمَا أُولئِكَ، لكِنْ لَمْ تَنْفَعْ كَلِمَةُ الْخَبَرِ أُولئِكَ. إِذْ لَمْ تَكُنْ مُمْتَزِجَةً بِالإِيمَانِ فِي الَّذِينَ سَمِعُوا.
γάρ ; ἐσμεν καὶ εὐηγγελισμένοι καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ᾽ οὐκ ὠφέλησεν ὁ ; λόγος τῆς ; ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένος τῇ ; πίστει τοῖς ἀκούσασιν.
العبرانيين 6: 1
Heb.6.1
لِذلِكَ وَنَحْنُ تَارِكُونَ كَلاَمَ بَدَاءَةِ الْمَسِيحِ، لِنَتَقَدَّمْ إِلَى الْكَمَالِ، غَيْرَ وَاضِعِينَ أَيْضًا أَسَاسَ التَّوْبَةِ مِنَ الأَعْمَالِ الْمَيِّتَةِ، وَالإِيمَانِ بِاللهِ،
Διὸ ἀφέντες τὸν ; λόγον τῆς ; ἀρχῆς τοῦ ; Χριστοῦ φερώμεθα ἐπὶ τὴν ; τελειότητα μὴ καταβαλλόμενοι πάλιν θεμέλιον μετανοίας ἀπὸ ἔργων νεκρῶν καὶ ; πίστεως ἐπὶ ; θεόν,
العبرانيين 6: 12
Heb.6.12
لِكَيْ لاَ تَكُونُوا مُتَبَاطِئِينَ بَلْ مُتَمَثِّلِينَ بِالَّذِينَ بِالإِيمَانِ وَالأَنَاةِ يَرِثُونَ الْمَوَاعِيدَ.
ἵνα μὴ γένησθε, νωθροὶ δὲ μιμηταὶ τῶν διὰ ; πίστεως καὶ ; μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ; ἐπαγγελίας.
العبرانيين 10: 22
Heb.10.22
لِنَتَقَدَّمْ بِقَلْبٍ صَادِق فِي يَقِينِ الإِيمَانِ، مَرْشُوشَةً قُلُوبُنَا مِنْ ضَمِيرٍ شِرِّيرٍ، وَمُغْتَسِلَةً أَجْسَادُنَا بِمَاءٍ نَقِيٍّ.
προσερχώμεθα μετὰ ; καρδίας ἀληθινῆς ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ῥεραντισμένοι τὰς ; καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ; λελουμένοι τὸ ; σῶμα ὕδατι καθαρῷ.
العبرانيين 10: 38
Heb.10.38
أَمَّا الْبَارُّ فَبِالإِيمَانِ يَحْيَا، وَإِنِ ارْتَدَّ لاَ تُسَرُّ بِهِ نَفْسِي.
δὲ ὁ ; δίκαιός ἐκ ; πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ; ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἐν ; αὐτῷ. ἡ ; ψυχή ; μου
العبرانيين 10: 39
Heb.10.39
وَأَمَّا نَحْنُ فَلَسْنَا مِنَ الارْتِدَادِ لِلْهَلاَكِ، بَلْ مِنَ الإِيمَانِ لاقْتِنَاءِ النَّفْسِ.
δὲ ἡμεῖς οὐκ ; ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ; ἀπώλειαν ἀλλὰ πίστεως εἰς ; περιποίησιν ψυχῆς.¶
العبرانيين 11: 1
Heb.11.1
وَأَمَّا الإِيمَانُ فَهُوَ الثِّقَةُ بِمَا يُرْجَى وَالإِيقَانُ بِأُمُورٍ لاَ تُرَى.
δὲ πίστις Ἔστιν ὑπόστασις, ἐλπιζομένων ἔλεγχος πραγμάτων οὐ βλεπομένων.
العبرانيين 11: 3
Heb.11.3
بِالإِيمَانِ نَفْهَمُ أَنَّ الْعَالَمِينَ أُتْقِنَتْ بِكَلِمَةِ اللهِ، حَتَّى لَمْ يَتَكَوَّنْ مَا يُرَى مِمَّا هُوَ ظَاهِرٌ.
Πίστει νοοῦμεν τοὺς ; αἰῶνας κατηρτίσθαι ῥήματι θεοῦ εἰς μὴ γεγονέναι.¶ τὸ βλεπόμενα ἐκ φαινομένων
العبرانيين 11: 4
Heb.11.4
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ هَابِيلُ ِللهِ ذَبِيحَةً أَفْضَلَ مِنْ قَايِينَ. فَبِهِ شُهِدَ لَهُ أَنَّهُ بَارٌّ، إِذْ شَهِدَ اللهُ لِقَرَابِينِهِ. وَبِهِ، وَإِنْ مَاتَ، يَتَكَلَّمْ بَعْدُ.
Πίστει προσήνεγκεν Ἅβελ τῷ ; θεῷ, θυσίαν πλείονα παρὰ Κάϊν δι᾽ ; ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος μαρτυροῦντος τοῦ ; θεοῦ· ἐπὶ ; τοῖς ; δώροις ; αὐτοῦ καὶ ; δι᾽ ; αὐτῆς ἀποθανὼν λαλεῖται ἔτι
العبرانيين 11: 5
Heb.11.5
بِالإِيمَانِ نُقِلَ أَخْنُوخُ لِكَيْ لاَ يَرَى الْمَوْتَ، وَلَمْ يُوجَدْ لأَنَّ اللهَ نَقَلَهُ. إِذْ قَبْلَ نَقْلِهِ شُهِدَ لَهُ بِأَنَّهُ قَدْ أَرْضَى اللهَ.
Πίστει μετετέθη Ἑνὼχ τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον καὶ ; οὐχ ηὑρίσκετο διότι ὁ ; θεός· μετέθηκεν ; αὐτὸν πρὸ τῆς ; μεταθέσεως ; αὐτοῦ μεμαρτύρηται εὐαρεστηκέναι τῷ ; θεῷ·
العبرانيين 11: 6
Heb.11.6
وَلكِنْ بِدُونِ إِيمَانٍ لاَ يُمْكِنُ إِرْضَاؤُهُ، لأَنَّهُ يَجِبُ أَنَّ الَّذِي يَأْتِي إِلَى اللهِ يُؤْمِنُ بِأَنَّهُ مَوْجُودٌ، وَأَنَّهُ يُجَازِي الَّذِينَ يَطْلُبُونَهُ.
δὲ χωρὶς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ ; θεῷ πιστεῦσαι ὅτι ἔστιν καὶ μισθαποδότης ; γίνεται.¶ τοῖς ; ἐκζητοῦσιν ; αὐτὸν
العبرانيين 11: 7
Heb.11.7
بِالإِيمَانِ نُوحٌ لَمَّا أُوحِيَ إِلَيْهِ عَنْ أُمُورٍ لَمْ تُرَ بَعْدُ خَافَ، فَبَنَى فُلْكًا لِخَلاَصِ بَيْتِهِ، فَبِهِ دَانَ الْعَالَمَ، وَصَارَ وَارِثًا لِلْبِرِّ الَّذِي حَسَبَ الإِيمَانِ.
Πίστει Νῶε χρηματισθεὶς περὶ τῶν μηδέπω ; βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασεν κιβωτὸν εἰς ; σωτηρίαν τοῦ ; οἴκου ; αὐτοῦ, δι᾽ ; ἧς κατέκρινεν τὸν ; κόσμον καὶ ; ἐγένετο κληρονόμος.¶ τῆς ; δικαιοσύνης κατὰ πίστιν
العبرانيين 11: 7
Heb.11.7
بِالإِيمَانِ نُوحٌ لَمَّا أُوحِيَ إِلَيْهِ عَنْ أُمُورٍ لَمْ تُرَ بَعْدُ خَافَ، فَبَنَى فُلْكًا لِخَلاَصِ بَيْتِهِ، فَبِهِ دَانَ الْعَالَمَ، وَصَارَ وَارِثًا لِلْبِرِّ الَّذِي حَسَبَ الإِيمَانِ.
Πίστει Νῶε χρηματισθεὶς περὶ τῶν μηδέπω ; βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασεν κιβωτὸν εἰς ; σωτηρίαν τοῦ ; οἴκου ; αὐτοῦ, δι᾽ ; ἧς κατέκρινεν τὸν ; κόσμον καὶ ; ἐγένετο κληρονόμος.¶ τῆς ; δικαιοσύνης κατὰ πίστιν
العبرانيين 11: 8
Heb.11.8
بِالإِيمَانِ إِبْرَاهِيمُ لَمَّا دُعِيَ أَطَاعَ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَأْخُذَهُ مِيرَاثًا، فَخَرَجَ وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَأْتِي.
Πίστει Ἀβραὰμ καλούμενος ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν ; τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς ; κληρονομίαν καὶ ; ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.¶
العبرانيين 11: 9
Heb.11.9
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
العبرانيين 11: 11
Heb.11.11
بِالإِيمَانِ سَارَةُ نَفْسُهَا أَيْضًا أَخَذَتْ قُدْرَةً عَلَى إِنْشَاءِ نَسْل، وَبَعْدَ وَقْتِ السِّنِّ وَلَدَتْ، إِذْ حَسِبَتِ الَّذِي وَعَدَ صَادِقًا.
Πίστει Σάρρα αὐτὴ καὶ ἔλαβεν δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος καὶ ; παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. πιστὸν
العبرانيين 11: 13
Heb.11.13
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
العبرانيين 11: 17
Heb.11.17
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
العبرانيين 11: 20
Heb.11.20
بِالإِيمَانِ إِسْحَاقُ بَارَكَ يَعْقُوبَ وَعِيسُو مِنْ جِهَةِ أُمُورٍ عَتِيدَةٍ.
Πίστει Ἰσαὰκ εὐλόγησεν τὸν ; Ἰακὼβ καὶ ; τὸν ; Ἠσαῦ.¶ περὶ μελλόντων
العبرانيين 11: 21
Heb.11.21
بِالإِيمَانِ يَعْقُوبُ عِنْدَ مَوْتِهِ بَارَكَ كُلَّ وَاحِدٍ مِنِ ابْنَيْ يُوسُفَ، وَسَجَدَ عَلَى رَأْسِ عَصَاهُ.
Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνῄσκων εὐλόγησεν ἕκαστον τῶν ; υἱῶν Ἰωσὴφ καὶ ; προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ; ἄκρον τῆς ; ῥάβδου ; αὐτοῦ.¶
العبرانيين 11: 22
Heb.11.22
بِالإِيمَانِ يُوسُفُ عِنْدَ مَوْتِهِ ذَكَرَ خُرُوجَ بَنِي إِسْرَائِيلَ وَأَوْصَى مِنْ جِهَةِ عِظَامِهِ.
Πίστει Ἰωσὴφ τελευτῶν ἐμνημόνευσεν τῆς ; ἐξόδου τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἐνετείλατο.¶ περὶ τῶν ; ὀστέων
العبرانيين 11: 23
Heb.11.23
بِالإِيمَانِ مُوسَى، بَعْدَمَا وُلِدَ، أَخْفَاهُ أَبَوَاهُ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ، لأَنَّهُمَا رَأَيَا الصَّبِيَّ جَمِيلاً، وَلَمْ يَخْشَيَا أَمْرَ الْمَلِكِ.
Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη ὑπὸ ; τῶν ; πατέρων ; αὐτοῦ τρίμηνον διότι εἶδον τὸ ; παιδίον ἀστεῖον καὶ ; οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ ; διάταγμα τοῦ ; βασιλέως.¶
العبرانيين 11: 24
Heb.11.24
بِالإِيمَانِ مُوسَى لَمَّا كَبِرَ أَبَى أَنْ يُدْعَى ابْنَ ابْنَةِ فِرْعَوْنَ،
Πίστει Μωϋσῆς γενόμενος μέγας ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,
العبرانيين 11: 27
Heb.11.27
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
العبرانيين 11: 28
Heb.11.28
بِالإِيمَانِ صَنَعَ الْفِصْحَ وَرَشَّ الدَّمَ لِئَلاَّ يَمَسَّهُمُ الَّذِي أَهْلَكَ الأَبْكَارَ.
Πίστει πεποίηκεν τὸ ; πάσχα καὶ ; τὴν ; πρόσχυσιν τοῦ ; αἵματος, ἵνα ; μὴ θίγῃ ; αὐτῶν.¶ ὁ ὀλοθρεύων τὰ ; πρωτότοκα