ك
إصحاح
G4101
G4102. pístis
G4103
المعنى المختصر للكلمة
pístis: persuasion, i.e. credence
اللفظ الأصلي πίστις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pístis (pis-tis)
تكرار الورود في الكتاب 210 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 persuasion, i.e. credence
2 moral conviction (of religious truth, or the truthfulness of God or a religious teacher), especially reliance upon Christ for salvation
3 abstractly, constancy in such profession
4 by extension, the system of religious (Gospel) truth itself
الإنجليزية — KJV Translation Tags
assurance belief believe faith fidelity

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πίστεως (20×) πίστιν (19×) Πίστει (18×) πίστει (15×) τῆς ; πίστεως (13×) ἐκ ; πίστεως (11×) τὴν ; πίστιν (11×) ἡ ; πίστις (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (210 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَنْ يَكُونَ الأَشْيَاخُ صَاحِينَ، ذَوِي وَقَارٍ، مُتَعَقِّلِينَ، أَصِحَّاءَ فِي الإِيمَانِ وَالْمَحَبَّةِ وَالصَّبْرِ.
εἶναι, Πρεσβύτας νηφαλίους σεμνούς, σώφρονας, ὑγιαίνοντας τῇ ; πίστει, τῇ ; ἀγάπῃ, τῇ ; ὑπομονῇ.¶
غَيْرَ مُخْتَلِسِينَ، بَلْ مُقَدِّمِينَ كُلَّ أَمَانَةٍ صَالِحَةٍ، لِكَيْ يُزَيِّنُوا تَعْلِيمَ مُخَلِّصِنَا اللهِ فِي كُلِّ شَيْءٍ.
μὴ νοσφιζομένους ἀλλὰ ἐνδεικνυμένους πᾶσαν πίστιν ἀγαθήν, ἵνα κοσμῶσιν τὴν ; διδασκαλίαν τοῦ ; σωτῆρος ; ὑμῶν θεοῦ ἐν πᾶσιν.¶
يُسَلِّمُ عَلَيْكَ الَّذِينَ مَعِي جَمِيعًا. سَلِّمْ عَلَى الَّذِينَ يُحِبُّونَنَا فِي الإِيمَانِ. اَلنِّعْمَةُ مَعَ جَمِيعِكُمْ. آمِينَ.
Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾽ ; ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ; ἡμᾶς ἐν πίστει.¶ Ἡ ; χάρις μετὰ πάντων ; ὑμῶν ἀμήν.
سَامِعًا بِمَحَبَّتِكَ، وَالإِيمَانِ الَّذِي لَكَ نَحْوَ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَلِجَمِيعِ الْقِدِّيسِينَ،
ἀκούων σου ; τὴν ; ἀγάπην καὶ ; τὴν ; πίστιν ἣν ἔχεις πρὸς τὸν ; κύριον Ἰησοῦν καὶ ; εἰς ; πάντας τοὺς ; ἁγίους,
لِكَيْ تَكُونَ شَرِكَةُ إِيمَانِكَ فَعَّالَةً فِي مَعْرِفَةِ كُلِّ الصَّلاَحِ الَّذِي فِيكُمْ لأَجْلِ الْمَسِيحِ يَسُوعَ.
ὅπως γένηται ἡ ; κοινωνία τῆς ; πίστεώς ἐνεργὴς ἐν ἐπιγνώσει παντὸς ἀγαθοῦ τοῦ ἐν ; ὑμῖν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν.
لأَنَّنَا نَحْنُ أَيْضًا قَدْ بُشِّرْنَا كَمَا أُولئِكَ، لكِنْ لَمْ تَنْفَعْ كَلِمَةُ الْخَبَرِ أُولئِكَ. إِذْ لَمْ تَكُنْ مُمْتَزِجَةً بِالإِيمَانِ فِي الَّذِينَ سَمِعُوا.
γάρ ; ἐσμεν καὶ εὐηγγελισμένοι καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ᾽ οὐκ ὠφέλησεν ὁ ; λόγος τῆς ; ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένος τῇ ; πίστει τοῖς ἀκούσασιν.
لِذلِكَ وَنَحْنُ تَارِكُونَ كَلاَمَ بَدَاءَةِ الْمَسِيحِ، لِنَتَقَدَّمْ إِلَى الْكَمَالِ، غَيْرَ وَاضِعِينَ أَيْضًا أَسَاسَ التَّوْبَةِ مِنَ الأَعْمَالِ الْمَيِّتَةِ، وَالإِيمَانِ بِاللهِ،
Διὸ ἀφέντες τὸν ; λόγον τῆς ; ἀρχῆς τοῦ ; Χριστοῦ φερώμεθα ἐπὶ τὴν ; τελειότητα μὴ καταβαλλόμενοι πάλιν θεμέλιον μετανοίας ἀπὸ ἔργων νεκρῶν καὶ ; πίστεως ἐπὶ ; θεόν,
لِكَيْ لاَ تَكُونُوا مُتَبَاطِئِينَ بَلْ مُتَمَثِّلِينَ بِالَّذِينَ بِالإِيمَانِ وَالأَنَاةِ يَرِثُونَ الْمَوَاعِيدَ.
ἵνα μὴ γένησθε, νωθροὶ δὲ μιμηταὶ τῶν διὰ ; πίστεως καὶ ; μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ; ἐπαγγελίας.
لِنَتَقَدَّمْ بِقَلْبٍ صَادِق فِي يَقِينِ الإِيمَانِ، مَرْشُوشَةً قُلُوبُنَا مِنْ ضَمِيرٍ شِرِّيرٍ، وَمُغْتَسِلَةً أَجْسَادُنَا بِمَاءٍ نَقِيٍّ.
προσερχώμεθα μετὰ ; καρδίας ἀληθινῆς ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ῥεραντισμένοι τὰς ; καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ; λελουμένοι τὸ ; σῶμα ὕδατι καθαρῷ.
أَمَّا الْبَارُّ فَبِالإِيمَانِ يَحْيَا، وَإِنِ ارْتَدَّ لاَ تُسَرُّ بِهِ نَفْسِي.
δὲ ὁ ; δίκαιός ἐκ ; πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ; ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἐν ; αὐτῷ. ἡ ; ψυχή ; μου
وَأَمَّا نَحْنُ فَلَسْنَا مِنَ الارْتِدَادِ لِلْهَلاَكِ، بَلْ مِنَ الإِيمَانِ لاقْتِنَاءِ النَّفْسِ.
δὲ ἡμεῖς οὐκ ; ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ; ἀπώλειαν ἀλλὰ πίστεως εἰς ; περιποίησιν ψυχῆς.¶
وَأَمَّا الإِيمَانُ فَهُوَ الثِّقَةُ بِمَا يُرْجَى وَالإِيقَانُ بِأُمُورٍ لاَ تُرَى.
δὲ πίστις Ἔστιν ὑπόστασις, ἐλπιζομένων ἔλεγχος πραγμάτων οὐ βλεπομένων.
بِالإِيمَانِ نَفْهَمُ أَنَّ الْعَالَمِينَ أُتْقِنَتْ بِكَلِمَةِ اللهِ، حَتَّى لَمْ يَتَكَوَّنْ مَا يُرَى مِمَّا هُوَ ظَاهِرٌ.
Πίστει νοοῦμεν τοὺς ; αἰῶνας κατηρτίσθαι ῥήματι θεοῦ εἰς μὴ γεγονέναι.¶ τὸ βλεπόμενα ἐκ φαινομένων
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ هَابِيلُ ِللهِ ذَبِيحَةً أَفْضَلَ مِنْ قَايِينَ. فَبِهِ شُهِدَ لَهُ أَنَّهُ بَارٌّ، إِذْ شَهِدَ اللهُ لِقَرَابِينِهِ. وَبِهِ، وَإِنْ مَاتَ، يَتَكَلَّمْ بَعْدُ.
Πίστει προσήνεγκεν Ἅβελ τῷ ; θεῷ, θυσίαν πλείονα παρὰ Κάϊν δι᾽ ; ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος μαρτυροῦντος τοῦ ; θεοῦ· ἐπὶ ; τοῖς ; δώροις ; αὐτοῦ καὶ ; δι᾽ ; αὐτῆς ἀποθανὼν λαλεῖται ἔτι
بِالإِيمَانِ نُقِلَ أَخْنُوخُ لِكَيْ لاَ يَرَى الْمَوْتَ، وَلَمْ يُوجَدْ لأَنَّ اللهَ نَقَلَهُ. إِذْ قَبْلَ نَقْلِهِ شُهِدَ لَهُ بِأَنَّهُ قَدْ أَرْضَى اللهَ.
Πίστει μετετέθη Ἑνὼχ τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον καὶ ; οὐχ ηὑρίσκετο διότι ὁ ; θεός· μετέθηκεν ; αὐτὸν πρὸ τῆς ; μεταθέσεως ; αὐτοῦ μεμαρτύρηται εὐαρεστηκέναι τῷ ; θεῷ·
وَلكِنْ بِدُونِ إِيمَانٍ لاَ يُمْكِنُ إِرْضَاؤُهُ، لأَنَّهُ يَجِبُ أَنَّ الَّذِي يَأْتِي إِلَى اللهِ يُؤْمِنُ بِأَنَّهُ مَوْجُودٌ، وَأَنَّهُ يُجَازِي الَّذِينَ يَطْلُبُونَهُ.
δὲ χωρὶς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ ; θεῷ πιστεῦσαι ὅτι ἔστιν καὶ μισθαποδότης ; γίνεται.¶ τοῖς ; ἐκζητοῦσιν ; αὐτὸν
بِالإِيمَانِ نُوحٌ لَمَّا أُوحِيَ إِلَيْهِ عَنْ أُمُورٍ لَمْ تُرَ بَعْدُ خَافَ، فَبَنَى فُلْكًا لِخَلاَصِ بَيْتِهِ، فَبِهِ دَانَ الْعَالَمَ، وَصَارَ وَارِثًا لِلْبِرِّ الَّذِي حَسَبَ الإِيمَانِ.
Πίστει Νῶε χρηματισθεὶς περὶ τῶν μηδέπω ; βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασεν κιβωτὸν εἰς ; σωτηρίαν τοῦ ; οἴκου ; αὐτοῦ, δι᾽ ; ἧς κατέκρινεν τὸν ; κόσμον καὶ ; ἐγένετο κληρονόμος.¶ τῆς ; δικαιοσύνης κατὰ πίστιν
بِالإِيمَانِ نُوحٌ لَمَّا أُوحِيَ إِلَيْهِ عَنْ أُمُورٍ لَمْ تُرَ بَعْدُ خَافَ، فَبَنَى فُلْكًا لِخَلاَصِ بَيْتِهِ، فَبِهِ دَانَ الْعَالَمَ، وَصَارَ وَارِثًا لِلْبِرِّ الَّذِي حَسَبَ الإِيمَانِ.
Πίστει Νῶε χρηματισθεὶς περὶ τῶν μηδέπω ; βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασεν κιβωτὸν εἰς ; σωτηρίαν τοῦ ; οἴκου ; αὐτοῦ, δι᾽ ; ἧς κατέκρινεν τὸν ; κόσμον καὶ ; ἐγένετο κληρονόμος.¶ τῆς ; δικαιοσύνης κατὰ πίστιν
بِالإِيمَانِ إِبْرَاهِيمُ لَمَّا دُعِيَ أَطَاعَ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَأْخُذَهُ مِيرَاثًا، فَخَرَجَ وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَأْتِي.
Πίστει Ἀβραὰμ καλούμενος ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν ; τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς ; κληρονομίαν καὶ ; ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.¶
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
بِالإِيمَانِ سَارَةُ نَفْسُهَا أَيْضًا أَخَذَتْ قُدْرَةً عَلَى إِنْشَاءِ نَسْل، وَبَعْدَ وَقْتِ السِّنِّ وَلَدَتْ، إِذْ حَسِبَتِ الَّذِي وَعَدَ صَادِقًا.
Πίστει Σάρρα αὐτὴ καὶ ἔλαβεν δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος καὶ ; παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. πιστὸν
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
بِالإِيمَانِ إِسْحَاقُ بَارَكَ يَعْقُوبَ وَعِيسُو مِنْ جِهَةِ أُمُورٍ عَتِيدَةٍ.
Πίστει Ἰσαὰκ εὐλόγησεν τὸν ; Ἰακὼβ καὶ ; τὸν ; Ἠσαῦ.¶ περὶ μελλόντων
بِالإِيمَانِ يَعْقُوبُ عِنْدَ مَوْتِهِ بَارَكَ كُلَّ وَاحِدٍ مِنِ ابْنَيْ يُوسُفَ، وَسَجَدَ عَلَى رَأْسِ عَصَاهُ.
Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνῄσκων εὐλόγησεν ἕκαστον τῶν ; υἱῶν Ἰωσὴφ καὶ ; προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ; ἄκρον τῆς ; ῥάβδου ; αὐτοῦ.¶
بِالإِيمَانِ يُوسُفُ عِنْدَ مَوْتِهِ ذَكَرَ خُرُوجَ بَنِي إِسْرَائِيلَ وَأَوْصَى مِنْ جِهَةِ عِظَامِهِ.
Πίστει Ἰωσὴφ τελευτῶν ἐμνημόνευσεν τῆς ; ἐξόδου τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἐνετείλατο.¶ περὶ τῶν ; ὀστέων
بِالإِيمَانِ مُوسَى، بَعْدَمَا وُلِدَ، أَخْفَاهُ أَبَوَاهُ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ، لأَنَّهُمَا رَأَيَا الصَّبِيَّ جَمِيلاً، وَلَمْ يَخْشَيَا أَمْرَ الْمَلِكِ.
Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη ὑπὸ ; τῶν ; πατέρων ; αὐτοῦ τρίμηνον διότι εἶδον τὸ ; παιδίον ἀστεῖον καὶ ; οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ ; διάταγμα τοῦ ; βασιλέως.¶
بِالإِيمَانِ مُوسَى لَمَّا كَبِرَ أَبَى أَنْ يُدْعَى ابْنَ ابْنَةِ فِرْعَوْنَ،
Πίστει Μωϋσῆς γενόμενος μέγας ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
بِالإِيمَانِ صَنَعَ الْفِصْحَ وَرَشَّ الدَّمَ لِئَلاَّ يَمَسَّهُمُ الَّذِي أَهْلَكَ الأَبْكَارَ.
Πίστει πεποίηκεν τὸ ; πάσχα καὶ ; τὴν ; πρόσχυσιν τοῦ ; αἵματος, ἵνα ; μὴ θίγῃ ; αὐτῶν.¶ ὁ ὀλοθρεύων τὰ ; πρωτότοκα