ك
إصحاح
G3869
G3870. parakaléō
G3871
المعنى المختصر للكلمة
parakaléō: to call near, i.e. invite, invoke (by imploration, hortation or consolation)
اللفظ الأصلي παρακαλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق parakaléō (par-ak-al-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 91 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to call near, i.e. invite, invoke (by imploration, hortation or consolation)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
beseech call for (be of good) comfort desire (give) exhort(-ation) intreat pray

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

παρακαλῶ (10×) παρακαλῶν (7×) παρεκάλει (5×) παρεκάλουν (4×) παρακαλέσαι (4×) καὶ ; παρεκάλουν (4×) καὶ ; παρεκάλει (4×) παρεκάλεσαν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (91 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
صَوْتٌ سُمِعَ فِي الرَّامَةِ، نَوْحٌ وَبُكَاءٌ وَعَوِيلٌ كَثِيرٌ. رَاحِيلُ تَبْكِي عَلَى أَوْلاَدِهَا وَلاَ تُرِيدُ أَنْ تَتَعَزَّى، لأَنَّهُمْ لَيْسُوا بِمَوْجُودِينَ.
φωνὴ ἠκούσθη, ἐν Ῥαμὰ θρῆνος καὶ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὀδυρμὸς πολύς, Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ ; τέκνα ; αὐτῆς, καὶ ; οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι ὅτι οὐκ εἰσίν.¶
طُوبَى لِلْحَزَانَى، لأَنَّهُمْ يَتَعَزَّوْنَ.
Μακάριοι οἱ ; πενθοῦντες, ὅτι ; αὐτοὶ παρακληθήσονται.¶
وَلَمَّا دَخَلَ يَسُوعُ كَفْرَنَاحُومَ، جَاءَ إِلَيْهِ قَائِدُ مِئَةٍ يَطْلُبُ إِلَيْهِ
δὲ Εἰσελθόντι τῷ ; Ἰησοῦ εἰς ; Καφαρναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν
فَالشَّيَاطِينُ طَلَبُوا إِلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنْ كُنْتَ تُخْرِجُنَا، فَأْذَنْ لَنَا أَنْ نَذْهَبَ إِلَى قَطِيعِ الْخَنَازِيرِ.
οἱ ; δὲ ; δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ; ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς ἀγέλην ; τὴν τῶν ; χοίρων.
فَإِذَا كُلُّ الْمَدِينَةِ قَدْ خَرَجَتْ لِمُلاَقَاةِ يَسُوعَ. وَلَمَّا أَبْصَرُوهُ طَلَبُوا أَنْ يَنْصَرِفَ عَنْ تُخُومِهِمْ.
καὶ ; ἰδοὺ πᾶσα ἡ ; πόλις ἐξῆλθεν εἰς ; συνάντησιν τῷ ; Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες ; αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ; ὁρίων ; αὐτῶν.¶
متى 14: 36 Mat.14.36
وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا هُدْبَ ثَوْبِهِ فَقَطْ. فَجَمِيعُ الَّذِينَ لَمَسُوهُ نَالُوا الشِّفَاءَ.
καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ· μόνον καὶ ; ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.¶
متى 18: 29 Mat.18.29
فَخَرَّ الْعَبْدُ رَفِيقُهُ عَلَى قَدَمَيْهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: تَمَهَّلْ عَلَيَّ فَأُوفِيَكَ الْجَمِيعَ.
πεσὼν ; οὖν σύνδουλος ; αὐτοῦ ; ὁ εἰς τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾽ ; ἐμοί, καὶ ; ἀποδώσω ; σοι. πάντα
متى 18: 32 Mat.18.32
فَدَعَاهُ حِينَئِذٍ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ، كُلُّ ذلِكَ الدَّيْنِ تَرَكْتُهُ لَكَ لأَنَّكَ طَلَبْتَ إِلَيَّ.
προσκαλεσάμενος ; αὐτὸν Τότε ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ἐκείνην τὴν ; ὀφειλὴν ἀφῆκά σοι ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
متى 26: 53 Mat.26.53
أَتَظُنُّ أَنِّي لاَ أَسْتَطِيعُ الآنَ أَنْ أَطْلُبَ إِلَى أَبِي فَيُقَدِّمَ لِي أَكْثَرَ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ جَيْشًا مِنَ الْمَلاَئِكَةِ.
ἢ ; δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων;
فَأَتَى إِلَيْهِ أَبْرَصُ يَطْلُبُ إِلَيْهِ جَاثِيًا وَقَائِلاً لَهُ: إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي
Καὶ ; ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ; γονυπετῶν καὶ ; λέγων αὐτῷ ὅτι ; ἐὰν θέλῃς δύνασαί με ; καθαρίσαι.
فَطَلَبَ إِلَيْهِ كُلُّ الشَّيَاطِينِ قَائِلِينَ: أَرْسِلْنَا إِلَى الْخَنَازِيرِ لِنَدْخُلَ فِيهَا.
καὶ ; παρεκάλεσαν αὐτὸν πάντες οἱ ; δαίμονες λέγοντες· πέμψον ; ἡμᾶς εἰς τοὺς ; χοίρους ἵνα ; εἰσέλθωμεν. εἰς ; αὐτοὺς
فَابْتَدَأُوا يَطْلُبُونَ إِلَيْهِ أَنْ يَمْضِيَ مِنْ تُخُومِهِمْ.
καὶ ; ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ; ὁρίων ; αὐτῶν.¶
وَلَمَّا دَخَلَ السَّفِينَةَ طَلَبَ إِلَيْهِ الَّذِي كَانَ مَجْنُونًا أَنْ يَكُونَ مَعَهُ،
Καὶ ἐμβάντος; αὐτοῦ εἰς ; τὸ ; πλοῖον παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιμονισθεὶς ἵνα ᾖ. μετ᾽ ; αὐτοῦ
وَطَلَبَ إِلَيْهِ كَثِيرًا قَائِلاً: ابْنَتِي الصَّغِيرَةُ عَلَى آخِرِ نَسَمَةٍ. لَيْتَكَ تَأْتِي وَتَضَعُ يَدَكَ عَلَيْهَا لِتُشْفَى فَتَحْيَا..
καὶ ; παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ λέγων ; ὅτι τὸ ; θυγάτριόν ; μου ἐσχάτως ἔχει, ἵνα ; ἐλθὼν ἐπιθῇς τὰς ; χεῖρας αὐτῇ ὅπως; σωθῇ καὶ ; ζήσεται
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَعْمَى وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسَهُ،
Καὶ ; ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδάν, καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ ; παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ; ἅψηται.
وَبِأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَعِظُ الشَّعْبَ وَيُبَشِّرُهُمْ.
οὖν ; ἕτερα καὶ Πολλὰ παρακαλῶν τὸν ; λαόν.¶ εὐηγγελίζετο
فَلَمَّا جَاءُوا إِلَى يَسُوعَ طَلَبُوا إِلَيْهِ بِاجْتِهَادٍ قَائِلِينَ: إِنَّهُ مُسْتَحِقٌّ أَنْ يُفْعَلَ لَهُ هذَا،
δὲ παραγενόμενοι ; οἱ πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν παρεκάλουν αὐτὸν σπουδαίως λέγοντες ὅτι ; ἐστιν ἄξιός ᾧ ; παρέξει τοῦτο·
وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ لاَ يَأْمُرَهُمْ بِالذَّهَابِ إِلَى الْهَاوِيَةِ.
καὶ ; παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ ; αὐτοῖς ἀπελθεῖν. εἰς τὴν ; ἄβυσσον
وَكَانَ هُنَاكَ قَطِيعُ خَنَازِيرَ كَثِيرَةٍ تَرْعَى فِي الْجَبَلِ، فَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَأْذَنَ لَهُمْ بِالدُّخُولِ فِيهَا، فَأَذِنَ لَهُمْ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ; ὄρει, καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰσελθεῖν. εἰς ; ἐκείνους καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
فَغَضِبَ وَلَمْ يُرِدْ أَنْ يَدْخُلَ. فَخَرَجَ أَبُوهُ يَطْلُبُ إِلَيْهِ.
ὠργίσθη ; δὲ καὶ ; οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ ; οὖν; ἐξελθὼν πατὴρ ; αὐτοῦ παρεκάλει αὐτόν.¶
فَقَالَ إِبْرَاهِيمُ: يَا ابْنِي، اذْكُرْ أَنَّكَ اسْتَوْفَيْتَ خَيْرَاتِكَ فِي حَيَاتِكَ، وَكَذلِكَ لِعَازَرُ الْبَلاَيَا. وَالآنَ هُوَ يَتَعَزَّى وَأَنْتَ تَتَعَذَّبُ.
Εἶπεν ; δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες τὰ ; ἀγαθά ; σου ἐν τῇ ; ζωῇ ; σου, καὶ ; ὁμοίως Λάζαρος τὰ ; κακά. νῦν ; δὲ παρακαλεῖται, σὺ δὲ ; ὀδυνᾶσαι.
وَبِأَقْوَال أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَشْهَدُ لَهُمْ وَيَعِظُهُمْ قَائِلاً: اخْلُصُوا مِنْ هذَا الْجِيلِ الْمُلْتَوِي.
τε ; λόγοις ἑτέροις πλείοσιν διεμαρτύρετο αὐτοὺς καὶ ; παρεκάλει λέγων· σώθητε ἀπὸ ταύτης. τῆς ; γενεᾶς τῆς ; σκολιᾶς
وَإِذْ كَانَتْ لُدَّةُ قَرِيبَةً مِنْ يَافَا، وَسَمِعَ التَّلاَمِيذُ أَنَّ بُطْرُسَ فِيهَا، أَرْسَلُوا رَجُلَيْنِ يَطْلُبَانِ إِلَيْهِ أَنْ لاَ يَتَوَانَى عَنْ أَنْ يَجْتَازَ إِلَيْهِمْ.
δὲ οὔσης Λύδδας ἐγγὺς τῇ ; Ἰόππῃ ἀκούσαντες οἱ ; μαθηταὶ ὅτι Πέτρος ἐστὶν ; ἐν ; αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ; ἄνδρας πρὸς ; παρακαλοῦντες· αὐτὸν μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως ; αὐτῶν
الَّذِي لَمَّا أَتَى وَرَأَى نِعْمَةَ اللهِ فَرِحَ، وَوَعَظَ الْجَمِيعَ أَنْ يَثْبُتُوا فِي الرَّبِّ بِعَزْمِ الْقَلْبِ
ὃς παραγενόμενος καὶ ; ἰδὼν τὴν ; χάριν τοῦ ; θεοῦ ἐχάρη καὶ ; παρεκάλει πάντας προσμένειν ἐν τῷ ; κυρίῳ· τῇ ; προθέσει τῆς ; καρδίας
وَبَعْدَمَا خَرَجَ الْيَهُودُ مِنَ الْمَجْمَعِ الأُمَمُ يَطْلُبُونَ أَنْ يُكَلِّمَاهُمْ بِهذَا الْكَلاَمِ فِي السَّبْتِ الْقَادِمِ.
Ἐξιόντων ; δὲ Ἰουδαίων ἐκ τῆς ; συναγωγῆς τὰ ; ἔθνη παρεκάλουν λαληθῆναι ; αὐτοῖς ταῦτα. τὰ ; ῥήματα εἰς σάββατον τὸ ; μεταξὺ
يُشَدِّدَانِ أَنْفُسَ التَّلاَمِيذِ وَيَعِظَانِهِمْ أَنْ يَثْبُتُوا فِي الإِيمَانِ، وَأَنَّهُ بِضِيقَاتٍ كَثِيرَةٍ يَنْبَغِي أَنْ نَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
ἐπιστηρίζοντες τὰς ; ψυχὰς τῶν ; μαθητῶν, παρακαλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει καὶ ; ὅτι διὰ ; θλίψεων πολλῶν δεῖ ἡμᾶς ; εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.
وَيَهُوذَا وَسِيلاَ، إِذْ كَانَا هُمَا أَيْضًا نَبِيَّيْنِ، وَعَظَا الإِخْوَةَ بِكَلاَمٍ كَثِيرٍ وَشَدَّدَاهُمْ.
τε ; Ἰούδας καὶ ; Σιλᾶς, ὄντες, αὐτοὶ καὶ προφῆται παρεκάλεσαν τοὺς ; ἀδελφοὺς διὰ ; λόγου πολλοῦ καὶ ; ἐπεστήριξαν.
وَظَهَرَتْ لِبُولُسَ رُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ قَائِمٌ يَطْلُبُ إِلَيْهِ وَيَقُولُ: اعْبُرْ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ وَأَعِنَّا..
καὶ ; ὤφθη· τῷ ; Παύλῳ ὅραμα διὰ τῆς ; νυκτὸς ἀνὴρ Μακεδών ; τις ἦν ; ἑστὼς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ; λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν ἡμῖν. ; βοήθησον