ك
إصحاح
G3869
G3870. parakaléō
G3871
المعنى المختصر للكلمة
parakaléō: to call near, i.e. invite, invoke (by imploration, hortation or consolation)
اللفظ الأصلي παρακαλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق parakaléō (par-ak-al-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 91 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to call near, i.e. invite, invoke (by imploration, hortation or consolation)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
beseech call for (be of good) comfort desire (give) exhort(-ation) intreat pray

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

παρακαλῶ (10×) παρακαλῶν (7×) παρεκάλει (5×) παρεκάλουν (4×) παρακαλέσαι (4×) καὶ ; παρεκάλουν (4×) καὶ ; παρεκάλει (4×) παρεκάλεσαν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (91 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
طَلَبْتُ إِلَى تِيطُسَ وَأَرْسَلْتُ مَعَهُ الأَخَ. هَلْ طَمِعَ فِيكُمْ تِيطُسُ. أَمَا سَلَكْنَا بِذَاتِ الرُّوحِ أَمَا بِذَاتِ الْخَطَوَاتِ
παρεκάλεσα Τίτον καὶ ; συναπέστειλα τὸν ; ἀδελφόν· μήτι ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς Τίτος; οὐ περιεπατήσαμεν; τῷ ; αὐτῷ πνεύματι οὐ τοῖς ; αὐτοῖς ἴχνεσιν;¶
أَخِيرًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ افْرَحُوا. اِكْمَلُوا. تَعَزَّوْا. اِهْتَمُّوا اهْتِمَامًا وَاحِدًا. عِيشُوا بِالسَّلاَمِ، وَإِلهُ الْمَحَبَّةِ وَالسَّلاَمِ سَيَكُونُ مَعَكُمْ.
Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, φρονεῖτε, τὸ ; αὐτὸ εἰρηνεύετε, καὶ ; ὁ ; θεὸς τῆς ; ἀγάπης καὶ ; εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ; ὑμῶν.¶
الَّذِي أَرْسَلْتُهُ إِلَيْكُمْ لِهذَا بِعَيْنِهِ، لِكَيْ تَعْلَمُوا أَحْوَالَنَا، وَلِكَيْ يُعَزِّيَ قُلُوبَكُمْ.
ὃν ἔπεμψα πρὸς ; ὑμᾶς εἰς ; τοῦτο αὐτὸ ἵνα γνῶτε τὰ ; περὶ ; ἡμῶν, καὶ παρακαλέσῃ τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν.
أَطْلُبُ إِلَى أَفُودِيَةَ وَأَطْلُبُ إِلَى سِنْتِيخِي أَنْ تَفْتَكِرَا فِكْرًا وَاحِدًا فِي الرَّبِّ.
παρακαλῶ Εὐοδίαν παρακαλῶ Συντύχην φρονεῖν τὸ ; αὐτὸ ἐν κυρίῳ·
أَطْلُبُ إِلَى أَفُودِيَةَ وَأَطْلُبُ إِلَى سِنْتِيخِي أَنْ تَفْتَكِرَا فِكْرًا وَاحِدًا فِي الرَّبِّ.
παρακαλῶ Εὐοδίαν παρακαλῶ Συντύχην φρονεῖν τὸ ; αὐτὸ ἐν κυρίῳ·
لِكَيْ تَتَعَزَّى قُلُوبُهُمْ مُقْتَرِنَةً فِي الْمَحَبَّةِ لِكُلِّ غِنَى يَقِينِ الْفَهْمِ، لِمَعْرِفَةِ سِرِّ اللهِ الآبِ وَالْمَسِيحِ،
ἵνα παρακληθῶσιν αἱ ; καρδίαι ; αὐτῶν συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ εἰς ; πάντα τὸ ; πλοῦτον τῆς ; πληροφορίας τῆς ; συνέσεως εἰς ; ἐπίγνωσιν τοῦ ; μυστηρίου τοῦ ; θεοῦ πατρὸς καὶ ; τοῦ ; Χριστοῦ,
الَّذِي أَرْسَلْتُهُ إِلَيْكُمْ لِهذَا عَيْنِهِ، لِيَعْرِفَ أَحْوَالَكُمْ وَيُعَزِّيَ قُلُوبَكُمْ،
ὃν ἔπεμψα πρὸς ; ὑμᾶς εἰς ; τοῦτο αὐτὸ ἵνα ; γνῷ τὰ ; περὶ ; ὑμῶν καὶ ; παρακαλέσῃ τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν,
فَمِنْ أَجْلِ هذَا تَعَزَّيْنَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ فِي ضِيقَتِنَا وَضَرُورَتِنَا، بِإِيمَانِكُمْ.
διὰ τοῦτο παρεκλήθημεν, ἐφ᾽ ; ὑμῖν ἐπὶ πάσῃ ; τῇ ; ἀνάγκῃ καὶ ; θλίψει ; ἡμῶν διὰ ; τῆς ; ὑμῶν ; πίστεως·
فَمِنْ ثَمَّ أَيُّهَا الإِخْوَةُ نَسْأَلُكُمْ وَنَطْلُبُ إِلَيْكُمْ فِي الرَّبِّ يَسُوعَ، أَنَّكُمْ كَمَا تَسَلَّمْتُمْ مِنَّا كَيْفَ يَجِبُ أَنْ تَسْلُكُوا وَتُرْضُوا اللهَ، تَزْدَادُونَ أَكْثَرَ.
Λοιπὸν ; οὖν, ἀδελφοί, ἐρωτῶμεν ; ὑμᾶς καὶ ; παρακαλοῦμεν ἐν κυρίῳ Ἰησοῦ ἵνα καθὼς παρελάβετε παρ᾽ ; ἡμῶν πῶς δεῖ ὑμᾶς ; περιπατεῖν καὶ ; ἀρέσκειν θεῷ ἵνα ; περισσεύητε μᾶλλον·
فَإِنَّكُمْ تَفْعَلُونَ ذلِكَ أَيْضًا لِجَمِيعِ الإِخْوَةِ الَّذِينَ فِي مَكِدُونِيَّةَ كُلِّهَا. وَإِنَّمَا أَطْلُبُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَزْدَادُوا أَكْثَرَ،
γὰρ ποιεῖτε αὐτὸ καὶ εἰς ; πάντας τοὺς ; ἀδελφοὺς τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ.¶ ὅλῃ δὲ Παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ἀδελφοί, περισσεύειν μᾶλλον
لِذلِكَ عَزُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا بِهذَا الْكَلاَمِ.
Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν ; τούτοις.¶ τοῖς ; λόγοις
لِذلِكَ عَزُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا وَابْنُوا أَحَدُكُمُ الآخَرَ، كَمَا تَفْعَلُونَ أَيْضًا.
Διὸ παρακαλεῖτε ἀλλήλους καὶ ; οἰκοδομεῖτε εἷς τὸν ; ἕνα καθὼς ποιεῖτε.¶ καὶ
وَنَطْلُبُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ: أَنْذِرُوا الَّذِينَ بِلاَ تَرْتِيبٍ. شَجِّعُوا صِغَارَ النُّفُوسِ. أَسْنِدُوا الضُّعَفَاءَ. تَأَنَّوْا عَلَى الْجَمِيعِ.
Παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ἀδελφοί, νουθετεῖτε τοὺς ; ἀτάκτους, παραμυθεῖσθε τοὺς ; ὀλιγοψύχους, ἀντέχεσθε τῶν ; ἀσθενῶν, μακροθυμεῖτε πρὸς πάντας.
يُعَزِّي قُلُوبَكُمْ وَيُثَبِّتُكُمْ فِي كُلِّ كَلاَمٍ وَعَمَل صَالِحٍ.
παρακαλέσαι ὑμῶν ; τὰς ; καρδίας καὶ ; στηρίξαι ; ὑμᾶς ἐν παντὶ λόγῳ ἔργῳ ἀγαθῷ.¶
فَمِثْلُ هؤُلاَءِ نُوصِيهِمْ وَنَعِظُهُمْ بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنْ يَشْتَغِلُوا بِهُدُوءٍ، وَيَأْكُلُوا خُبْزَ أَنْفُسِهِمْ.
Τοῖς ; δὲ ; τοιούτοις παραγγέλλομεν καὶ ; παρακαλοῦμεν διὰ; τοῦ ; κυρίου; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστου ἵνα ἐργαζόμενοι μετὰ ; ἡσυχίας ἐσθίωσιν. ἄρτον τὸν ; ἑαυτῶν
كَمَا طَلَبْتُ إِلَيْكَ أَنْ تَمْكُثَ فِي أَفَسُسَ، إِذْ كُنْتُ أَنَا ذَاهِبًا إِلَى مَكِدُونِيَّةَ، لِكَيْ تُوصِيَ قَوْمًا أَنْ لاَ يُعَلِّمُوا تَعْلِيمًا آخَرَ،
Καθὼς παρεκάλεσά σε προσμεῖναι ἐν Ἐφέσῳ πορευόμενος εἰς Μακεδονίαν ἵνα παραγγείλῃς τισὶν μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν
لاَ تَزْجُرْ شَيْخًا بَلْ عِظْهُ كَأَبٍ، وَالأَحْدَاثَ كَإِخْوَةٍ،
μὴ ἐπιπλήξῃς Πρεσβυτέρῳ ἀλλὰ παρακάλει ὡς ; πατέρα, νεωτέρους ὡς ; ἀδελφούς,
وَالَّذِينَ لَهُمْ سَادَةٌ مُؤْمِنُونَ، لاَ يَسْتَهِينُوا بِهِمْ لأَنَّهُمْ إِخْوَةٌ، بَلْ لِيَخْدِمُوهُمْ لأَنَّ الَّذِينَ يَتَشَارَكُونَ فِي الْفَائِدَةِ، هُمْ مُؤْمِنُونَ وَمَحْبُوبُونَ. عَلِّمْ وَعِظْ بِهذَا.
οἱ ; δὲ ἔχοντες δεσπότας πιστοὺς μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ; εἰσιν· ἀδελφοί ἀλλὰ ; μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι ἀντιλαμβανόμενοι.¶ τῆς ; εὐεργεσίας εἰσιν πιστοί καὶ ; ἀγαπητοὶ δίδασκε καὶ ; παρακάλει. Ταῦτα
اكْرِزْ بِالْكَلِمَةِ. اعْكُفْ عَلَى ذلِكَ فِي وَقْتٍ مُنَاسِبٍ وَغَيْرِ مُنَاسِبٍ. وَبِّخِ، انْتَهِرْ، عِظْ بِكُلِّ أَنَاةٍ وَتَعْلِيمٍ.
κήρυξον τὸν ; λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον ἐν ; πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ ; διδαχῇ.
مُلاَزِمًا لِلْكَلِمَةِ الصَّادِقَةِ الَّتِي بِحَسَبِ التَّعْلِيمِ، لِكَيْ يَكُونَ قَادِرًا أَنْ يَعِظَ بِالتَّعْلِيمِ الصَّحِيحِ وَيُوَبِّخَ الْمُنَاقِضِينَ.
ἀντεχόμενον λόγου, πιστοῦ κατὰ διδαχὴν ἵνα ᾖ δυνατὸς καὶ παρακαλεῖν ἐν ; τῇ ; διδασκαλίᾳ τῇ ; ὑγιαινούσῃ καὶ ; ἐλέγχειν.¶ τοὺς ; ἀντιλέγοντας
كَذلِكَ عِظِ الأَحْدَاثَ أَنْ يَكُونُوا مُتَعَقِّلِينَ،
ὡσαύτως παρακάλει Τοὺς ; νεωτέρους σωφρονεῖν,
تَكَلَّمْ بِهذِهِ، وَعِظْ، وَوَبِّخْ بِكُلِّ سُلْطَانٍ. لاَ يَسْتَهِنْ بِكَ أَحَدٌ.
λάλει Ταῦτα παρακάλει ἔλεγχε ; μετὰ μετὰ ; πάσης ἐπιταγῆς. μηδείς ; περιφρονείτω.¶ ; σου
مِنْ أَجْلِ الْمَحَبَّةِ، أَطْلُبُ بِالْحَرِيِّ إِذْ أَنَا إِنْسَانٌ هكَذَا نَظِيرُ بُولُسَ الشَّيْخِ، وَالآنَ أَسِيرُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَيْضًا
διὰ τὴν ; ἀγάπην παρακαλῶ, μᾶλλον ὢν τοιοῦτος ὡς Παῦλος πρεσβύτης νυνὶ δέσμιος Ἰησοῦ· Χριστοῦ καὶ
أَطْلُبُ إِلَيْكَ لأَجْلِ ابْنِي أُنِسِيمُسَ، الَّذِي وَلَدْتُهُ فِي قُيُودِي،
παρακαλῶ σε περὶ ἐμοῦ ; τέκνου Ὀνήσιμον, ὃν ἐγέννησα ἐν τοῖς ; δεσμοῖς ; μου,
بَلْ عِظُوا أَنْفُسَكُمْ كُلَّ يَوْمٍ، مَا دَامَ الْوَقْتُ يُدْعَى الْيَوْمَ، لِكَيْ لاَ يُقَسَّى أَحَدٌ مِنْكُمْ بِغُرُورِ الْخَطِيَّةِ.
ἀλλὰ παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς καθ᾽ ; ἑκάστην ἡμέραν ἄχρις καλεῖται τὸ ; σήμερον ἵνα μὴ σκληρυνθῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ἀπάτῃ τῆς ; ἁμαρτίας·
غَيْرَ تَارِكِينَ اجْتِمَاعَنَا كَمَا لِقَوْمٍ عَادَةٌ، بَلْ وَاعِظِينَ بَعْضُنَا بَعْضًا، وَبِالأَكْثَرِ عَلَى قَدْرِ مَا تَرَوْنَ الْيَوْمَ يَقْرُبُ،
μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ; ἐπισυναγωγὴν ; ἑαυτῶν καθὼς τισίν, ἔθος ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ ; τοσούτῳ ; μᾶλλον ὅσῳ βλέπετε τὴν ; ἡμέραν.¶ ἐγγίζουσαν
وَلكِنْ أَطْلُبُ أَكْثَرَ أَنْ تَفْعَلُوا هذَا لِكَيْ أُرَدَّ إِلَيْكُمْ بِأَكْثَرِ سُرْعَةٍ.
δὲ παρακαλῶ περισσοτέρως ποιῆσαι, τοῦτο ἵνα ἀποκατασταθῶ ὑμῖν.¶ τάχιον
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، أَطْلُبُ إِلَيْكُمْ كَغُرَبَاءَ وَنُزَلاَءَ، أَنْ تَمْتَنِعُوا عَنِ الشَّهَوَاتِ الْجَسَدِيَّةِ الَّتِي تُحَارِبُ النَّفْسَ،
Ἀγαπητοί, παρακαλῶ ὡς ; παροίκους καὶ ; παρεπιδήμους ἀπέχεσθαι ἐπιθυμιῶν, σαρκικῶν αἵτινες στρατεύονται ; κατὰ τῆς ; ψυχῆς·
أَطْلُبُ إِلَى الشُّيُوخِ الَّذِينَ بَيْنَكُمْ، الشَّيْخَ رَفِيقَهُمْ، وَالشَّاهِدَ لآلاَمِ الْمَسِيحِ، وَشَرِيكَ الْمَجْدِ الْعَتِيدِ أَنْ يُعْلَنَ،
παρακαλῶ Πρεσβυτέρους τοὺς ; ἐν ; ὑμῖν ὁ ; συμπρεσβύτερος καὶ ; μάρτυς τῶν ; παθημάτων, τοῦ ; Χριστοῦ κοινωνός, τῆς ; δόξης μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι
بِيَدِ سِلْوَانُسَ الأَخِ الأَمِينِ، كَمَا أَظُنُّ كَتَبْتُ بِكَلِمَاتٍ قَلِيلَةٍ وَاعِظًا وَشَاهِدًا، أَنَّ هذِهِ هِيَ نِعْمَةُ اللهِ الْحَقِيقِيَّةُ الَّتِي فِيهَا تَقُومُونَ.
Διὰ Σιλουανοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ ; πιστοῦ ὡς λογίζομαι, ἔγραψα δι᾽ ; ὀλίγων παρακαλῶν καὶ ; ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι χάριν τοῦ ; θεοῦ, ἀληθῆ ἣν ; εἰς ἑστήκατε