ك
إصحاح
G3792
G3793. óchlos
G3794
المعنى المختصر للكلمة
óchlos: a throng (as borne along)
اللفظ الأصلي ὄχλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق óchlos (okhlos)
تكرار الورود في الكتاب 174 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a throng (as borne along)
2 by implication, the rabble
3 by extension, a class of people
4 figuratively, a riot
الإنجليزية — KJV Translation Tags
company multitude number (of people) people press

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸν ; ὄχλον (19×) ὄχλος (16×) ὁ ; ὄχλος (15×) οἱ ; ὄχλοι (13×) τοῦ ; ὄχλου (12×) ὄχλοι (10×) τοὺς ; ὄχλους (10×) ὄχλου (9×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (174 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلِلْوَقْتِ الْتَفَتَ يَسُوعُ بَيْنَ الْجَمْعِ شَاعِرًا فِي نَفْسِهِ بِالْقُوَّةِ الَّتِي خَرَجَتْ مِنْهُ، وَقَالَ: مَنْ لَمَسَ ثِيَابِي.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπιστραφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ὄχλῳ ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ; δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐξ ; αὐτοῦ ἔλεγεν· τίς ἥψατο τῶν ; ἱματίων;¶
فَقَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَنْتَ تَنْظُرُ الْجَمْعَ يَزْحَمُكَ، وَتَقُولُ: مَنْ لَمَسَنِي.
Καὶ ; ἔλεγον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· βλέπεις τὸν ; ὄχλον συνθλίβοντά ; σε καὶ ; λέγεις· τίς ἥψατο; ; μου
فَرَآهُمُ الْجُمُوعُ مُنْطَلِقِينَ، وَعَرَفَهُ كَثِيرُونَ. فَتَرَاكَضُوا إِلَى هُنَاكَ مِنْ جَمِيعِ الْمُدُنِ مُشَاةً، وَسَبَقُوهُمْ وَاجْتَمَعُوا إِلَيْهِ.
καὶ ; εἶδον ; αὐτοὺς οἱ ; ὄχλοι, ὑπάγοντας καὶ ; αὐτὸν ; ἐπέγνωσαν πολλοὶ καὶ ; συνέδραμον ἐκεῖ ἀπὸ πασῶν τῶν ; πόλεων πεζῇ προῆλθον ; αὐτούς συνῆλθον πρὸς ; αὐτόν.
فَلَمَّا خَرَجَ يَسُوعُ رَأَى جَمْعًا كَثِيرًا، فَتَحَنَّنَ عَلَيْهِمْ إِذْ كَانُوا كَخِرَافٍ لاَ رَاعِيَ لَهَا، فَابْتَدَأَ يُعَلِّمُهُمْ كَثِيرًا.
καὶ ἐξελθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἶδεν ὄχλον πολὺν ἐσπλαγχνίσθη ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτοῖς ὅτι ἦσαν ὡς ; πρόβατα μὴ ποιμένα. ἔχοντα καὶ ; ἤρξατο διδάσκειν ; αὐτοὺς πολλά.¶
وَلِلْوَقْتِ أَلْزَمَ تَلاَمِيذَهُ أَنْ يَدْخُلُوا السَّفِينَةَ وَيَسْبِقُوا إِلَى الْعَبْرِ، إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، حَتَّى يَكُونَ قَدْ صَرَفَ الْجَمْعَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἠνάγκασεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἐμβῆναι ; εἰς τὸ ; πλοῖον προάγειν ; καὶ εἰς τὸ ; πέραν πρὸς Βηθσαϊδὰν ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ; ὄχλον.
ثُمَّ دَعَا كُلَّ الْجَمْعِ وَقَالَ لَهُمُ: اسْمَعُوا مِنِّي كُلُّكُمْ وَافْهَمُوا.
Καὶ προσκαλεσάμενος πάντα τὸν ; ὄχλον ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀκούετέ μου πάντες καὶ ; συνίετε
وَلَمَّا دَخَلَ مِنْ عِنْدِ الْجَمْعِ إِلَى الْبَيْتِ، سَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ عَنِ الْمَثَلِ.
καὶ ; ὅτε εἰσῆλθεν ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, εἰς οἶκον ἐπηρώτων ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ περὶ τῆς; παραβολῆς
فَأَخَذَهُ مِنْ بَيْنِ الْجَمْعِ عَلَى نَاحِيَةٍ، وَوَضَعَ أَصَابِعَهُ فِي أُذُنَيْهِ وَتَفَلَ وَلَمَسَ لِسَانَهُ،
καὶ ; ἀπολαβόμενος ; αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου κατ᾽ ; ἰδίαν ἔβαλεν τοὺς ; δακτύλους ; αὐτοῦ εἰς τὰ ; ὦτα ; αὐτοῦ, καὶ ; πτύσας ἥψατο τῆς ; γλώσσης ; αὐτοῦ,
فِي تِلْكَ الأَيَّامِ إِذْ كَانَ الْجَمْعُ كَثِيرًا جِدًّا، وَلَمْ يَكُنْ لَهُمْ مَا يَأْكُلُونَ، دَعَا يَسُوعُ تَلاَمِيذَهُ وَقَالَ لَهُمْ:
Ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις ὄντος ὄχλου παμπόλλου καὶ ; μὴ ἐχόντων τί φάγωσιν, προσκαλεσάμενος ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς·
إِنِّي أُشْفِقُ عَلَى الْجَمْعِ، لأَنَّ الآنَ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ يَمْكُثُونَ مَعِي وَلَيْسَ لَهُمْ مَا يَأْكُلُونَ.
σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ; ὄχλον ὅτι ἤδη τρεῖς ἡμέρας προσμένουσίν μοι καὶ ; οὐκ ἔχουσιν τί φάγωσιν.
فَأَمَرَ الْجَمْعَ أَنْ يَتَّكِئُوا عَلَى الأَرْضِ، وَأَخَذَ السَّبْعَ خُبْزَاتٍ وَشَكَرَ وَكَسَرَ وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا، فَقَدَّمُوا إِلَى الْجَمْعِ.
καὶ ; παρήγγειλεν τῷ ; ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς ; γῆς, καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἑπτὰ ἄρτους, εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν καὶ ; παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ.
فَأَمَرَ الْجَمْعَ أَنْ يَتَّكِئُوا عَلَى الأَرْضِ، وَأَخَذَ السَّبْعَ خُبْزَاتٍ وَشَكَرَ وَكَسَرَ وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا، فَقَدَّمُوا إِلَى الْجَمْعِ.
καὶ ; παρήγγειλεν τῷ ; ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς ; γῆς, καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἑπτὰ ἄρτους, εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν καὶ ; παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ.
وَدَعَا الْجَمْعَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ أَرَادَ أَنْ يَأْتِيَ وَرَائِي فَلْيُنْكِرْ نَفْسَهُ وَيَحْمِلْ صَلِيبَهُ وَيَتْبَعْنِي.
προσκαλεσάμενος τὸν ; ὄχλον σὺν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ἐλθεῖν ὀπίσω ; μου ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν ἀράτω ; καὶ τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ καὶ ; ἀκολουθείτω ; μοι.
وَلَمَّا جَاءَ إِلَى التَّلاَمِيذِ رَأَى جَمْعًا كَثِيرًا حَوْلَهُمْ وَكَتَبَةً يُحَاوِرُونَهُمْ.
Καὶ ἐλθὼν πρὸς τοὺς ; μαθητὰς εἶδεν ὄχλον πολὺν περὶ ; αὐτοὺς καὶ ; γραμματεῖς συζητοῦντας ; αὐτοῖς
وَلِلْوَقْتِ كُلُّ الْجَمْعِ لَمَّا رَأَوْهُ تَحَيَّرُوا، وَرَكَضُوا وَسَلَّمُوا عَلَيْهِ.
καὶ ; εὐθὺς πᾶς ὁ ; ὄχλος ἰδὼν; αὐτὸν ἐξεθαμβήθη καὶ ; προστρέχοντες ἠσπάζοντο αὐτόν.
فَأَجَابَ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ قَدَّمْتُ إِلَيْكَ ابْنِي بِهِ رُوحٌ أَخْرَسُ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν· διδάσκαλε, ἤνεγκα πρὸς ; σὲ τὸν ; υἱόν ; μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ الْجَمْعَ يَتَرَاكَضُونَ، انْتَهَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ قَائِلاً لَهُ: الرُّوحُ الأَخْرَسُ الأَصَمُّ، أَنَا آمُرُكَ: اخْرُجْ مِنْهُ وَلاَ تَدْخُلْهُ أَيْضًا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ὄχλος, ἐπισυντρέχει ἐπετίμησεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· πνεῦμα, ; τὸ τὸ ; ἄλαλον καὶ ; κωφὸν ἐγὼ ἐπιτάσσω ; σοι· ἔξελθε ἐξ ; αὐτοῦ, καὶ εἰσέλθῃς ; εἰς ; αὐτόν. μηκέτι
وَقَامَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى تُخُومِ الْيَهُودِيَّةِ مِنْ عَبْرِ الأُرْدُنِّ. فَاجْتَمَعَ إِلَيْهِ جُمُوعٌ أَيْضًا، وَكَعَادَتِهِ كَانَ أَيْضًا يُعَلِّمُهُمْ.
ἀναστὰς ; Καὶ ἐκεῖθεν ἔρχεται εἰς τὰ ; ὅρια τῆς ; Ἰουδαίας διὰ τοῦ ; πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, καὶ ; συμπορεύονται πρὸς ; αὐτόν, ὄχλοι πάλιν καὶ ; εἰώθει ; ὡς πάλιν ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
وَجَاءُوا إِلَى أَرِيحَا. وَفِيمَا هُوَ خَارِجٌ مِنْ أَرِيحَا مَعَ تَلاَمِيذِهِ وَجَمْعٍ غَفِيرٍ، كَانَ بَارْتِيمَاوُسُ الأَعْمَى ابْنُ تِيمَاوُسَ جَالِسًا عَلَى الطَّرِيقِ يَسْتَعْطِي.
Καὶ ; ἔρχονται εἰς Ἰεριχώ. καὶ ; ἐκπορευομένου ; αὐτοῦ ἀπὸ Ἰεριχὼ καὶ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; ὄχλου ἱκανοῦ Βαρτιμαῖος, ὁ ; τυφλὸς ὁ ; υἱὸς Τιμαίου ἐκάθητο παρὰ τὴν ; ὁδόν. προσαιτῶν
وَسَمِعَ الْكَتَبَةُ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ فَطَلَبُوا كَيْفَ يُهْلِكُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوهُ، إِذْ بُهِتَ الْجَمْعُ كُلُّهُ مِنْ تَعْلِيمِهِ.
Καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; γραμματεῖς οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; ἀπολέσουσιν ἐφοβοῦντο ; γὰρ ; αὐτόν, ὅτι ἐξεπλήσσετο ὁ ; ὄχλος πᾶς ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ.¶
فَطَلَبُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ. فَتَرَكُوهُ وَمَضَوْا.
καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; κρατῆσαι καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; ὄχλον· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν. τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς καὶ ; ἀφέντες ; αὐτὸν ἀπῆλθον.¶
فَدَاوُدُ نَفْسُهُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَمِنْ أَيْنَ هُوَ ابْنُهُ. وَكَانَ الْجَمْعُ الْكَثِيرُ يَسْمَعُهُ بِسُرُورٍ.
Δαυὶδ ; οὖν αὐτὸς λέγει ; αὐτὸν κύριον, καὶ ; πόθεν αὐτοῦ ; ἐστιν υἱός; καὶ ὁ ; ὄχλος πολὺς ἤκουεν ; αὐτοῦ ἡδέως.¶
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
فَصَرَخَ الْجَمْعُ وَابْتَدَأُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَفْعَلَ كَمَا كَانَ دَائِمًا يَفْعَلُ لَهُمْ.
ἀναβοήσας; καὶ ὁ ; ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς.¶
فَهَيَّجَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ الْجَمْعَ لِكَيْ يُطْلِقَ لَهُمْ بِالْحَرِيِّ بَارَابَاسَ.
δὲ ; ἀνέσεισαν οἱ ; ἀρχιερεῖς τὸν ; ὄχλον ἵνα ἀπολύσῃ αὐτοῖς.¶ μᾶλλον Βαραββᾶν ; τὸν
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
وَكَانَ يَقُولُ لِلْجُمُوعِ الَّذِينَ خَرَجُوا لِيَعْتَمِدُوا مِنْهُ: يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي، مَنْ أَرَاكُمْ أَنْ تَهْرُبُوا مِنَ الْغَضَبِ الآتِي.
Ἔλεγεν ; οὖν τοῖς ; ὄχλοις ἐκπορευομένοις βαπτισθῆναι ὑπ᾽ ; αὐτοῦ· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ; ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς; μελλούσης
وَسَأَلَهُ الْجُمُوعُ قائِلِينَ: فَمَاذَا نَفْعَلُ.
καὶ ; ἐπηρώτων ; αὐτὸν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες· τί ; οὖν ποιήσομεν
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ الْجُمُوعُ يُفَتِّشُونَ عَلَيْهِ. فَجَاءُوا إِلَيْهِ وَأَمْسَكُوهُ لِئَلاَّ يَذْهَبَ عَنْهُمْ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον, ἔρημον καὶ οἱ ; ὄχλοι ἐζήτουν αὐτὸν καὶ ; ἦλθον ἕως ; αὐτοῦ αὐτὸν ; κατεῖχον ; καὶ μὴ πορεύεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν.