المعنى المختصر للكلمة
ou:
the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي
οὐ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ou
(oo)
تكرار الورود في الكتاب
1412
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G3361
μή
•
may
•
«لاَ»
المعنى والشرح المفصل
1
the absolute negative (compare ) adverb
2
no or
not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long
nay
neither
never
no (X man)
none
(can-)not
+
nothing
+ special
un(-worthy)
when
+ without
+ yet but
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
οὐκ (564×)
οὐ (485×)
καὶ ; οὐκ (123×)
οὐχ (80×)
καὶ ; οὐ (55×)
καὶ ; οὐχ (16×)
Οὐ (14×)
Οὐκ (7×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 23: 29
Luk.23.29
لأَنَّهُ هُوَذَا أَيَّامٌ تَأْتِي يَقُولُونَ فِيهَا: طُوبَى لِلْعَوَاقِرِ وَالْبُطُونِ الَّتِي لَمْ تَلِدْ وَالثُّدِيِّ الَّتِي لَمْ تُرْضِعْ.
ὅτι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται ἐροῦσιν· ἐν ; αἷς μακάριαι αἱ ; στεῖραι καὶ ; αἱ ; κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν καὶ ; μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν
لوقا 23: 29
Luk.23.29
لأَنَّهُ هُوَذَا أَيَّامٌ تَأْتِي يَقُولُونَ فِيهَا: طُوبَى لِلْعَوَاقِرِ وَالْبُطُونِ الَّتِي لَمْ تَلِدْ وَالثُّدِيِّ الَّتِي لَمْ تُرْضِعْ.
ὅτι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται ἐροῦσιν· ἐν ; αἷς μακάριαι αἱ ; στεῖραι καὶ ; αἱ ; κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν καὶ ; μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν
لوقا 23: 34
Luk.23.34
فَقَالَ يَسُوعُ: يَا أَبَتَاهُ، اغْفِرْ لَهُمْ، لأَنَّهُمْ لاَ يَعْلَمُونَ مَاذَا يَفْعَلُونَ. وَإِذِ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ اقْتَرَعُوا عَلَيْهَا.
δὲ ; ἔλεγεν· [[ὁ ; Ἰησοῦς πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· γὰρ οὐ οἴδασιν τί ποιοῦσιν.]] δὲ διαμεριζόμενοι τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ ἔβαλον ; κλῆρον
لوقا 23: 51
Luk.23.51
هذَا لَمْ يَكُنْ مُوافِقًا لِرَأْيِهِمْ وَعَمَلِهِمْ، وَهُوَ مِنَ الرَّامَةِ مَدِينَةٍ لِلْيَهُودِ. وَكَانَ هُوَ أَيْضًا يَنْتَظِرُ مَلَكُوتَ اللهِ.
οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ ; βουλῇ καὶ ; τῇ ; πράξει ; αὐτῶν· καὶ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας πόλεως τῶν ; Ἰουδαίων, ὃς καὶ προσεδέχετο τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ,
لوقا 23: 53
Luk.23.53
وَأَنْزَلَهُ، وَلَفَّهُ بِكَتَّانٍ، وَوَضَعَهُ فِي قَبْرٍ مَنْحُوتٍ حَيْثُ لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ وُضِعَ قَطُّ.
καὶ ; καθελὼν ; αὐτὸ ἐνετύλιξεν ; αὐτὸ σινδόνι καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς κείμενος.¶ οὐδέπω
لوقا 24: 3
Luk.24.3
فَدَخَلْنَ وَلَمْ يَجِدْنَ جَسَدَ الرَّبِّ يَسُوعَ.
Καὶ ; εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ ; σῶμα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.¶
لوقا 24: 6
Luk.24.6
لَيْسَ هُوَ ههُنَا، لكِنَّهُ قَامَ. اُذْكُرْنَ كَيْفَ كَلَّمَكُنَّ وَهُوَ بَعْدُ فِي الْجَلِيلِ
οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ᾽ ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ; ὑμῖν ὢν ἔτι ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ
لوقا 24: 18
Luk.24.18
فَأَجَابَ أَحَدُهُمَا، الَّذِي اسْمُهُ كَِلْيُوبَاسُ وَقَالَ لَهُ: هَلْ أَنْتَ مُتَغَرِّبٌ وَحْدَكَ فِي أُورُشَلِيمَ وَلَمْ تَعْلَمِ الأُمُورَ الَّتِي حَدَثَتْ فِيهَا فِي هذِهِ الأَيَّامِ.
δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; εἷς ᾧ ὀνόματι Κλεοπᾶς εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· σὺ παροικεῖς μόνος ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν ; αὐτῇ ἐν ταύταις; ταῖς ; ἡμέραις
لوقا 24: 24
Luk.24.24
وَمَضَى قَوْمٌ مِنَ الَّذِينَ مَعَنَا إِلَى الْقَبْرِ، فَوَجَدُوا هكَذَا كَمَا قَالَتْ أَيْضًا النِّسَاءُ، وَأَمَّا هُوَ فَلَمْ يَرَوْهُ.
καὶ ; ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ; ἡμῖν ἐπὶ τὸ ; μνημεῖον καὶ ; εὗρον οὕτως καθὼς εἶπον, καὶ αἱ ; γυναῖκες δὲ αὐτὸν οὐκ εἶδον.¶
لوقا 24: 39
Luk.24.39
اُنْظُرُوا يَدَيَّ وَرِجْلَيَّ: إِنِّي أَنَا هُوَ. جُسُّونِي وَانْظُرُوا، فَإِنَّ الرُّوحَ لَيْسَ لَهُ لَحْمٌ وَعِظَامٌ كَمَا تَرَوْنَ لِي.
ἴδετε τὰς ; χεῖράς ; μου καὶ ; τοὺς ; πόδας ; μου ὅτι ; αὐτός· ἐγώ εἰμι ψηλαφήσατέ ; με καὶ ; ἴδετε ὅτι πνεῦμα οὐκ ἔχει σάρκα καὶ ; ὀστέα καθὼς θεωρεῖτε ἐμὲ ; ἔχοντα.
يوحنا 1: 5
Jhn.1.5
وَالنُّورُ يُضِيءُ فِي الظُّلْمَةِ، وَالظُّلْمَةُ لَمْ تُدْرِكْهُ.
καὶ ; τὸ ; φῶς φαίνει, ἐν τῇ ; σκοτίᾳ καὶ ; ἡ ; σκοτία οὐ αὐτὸ ; κατέλαβεν.¶
يوحنا 1: 8
Jhn.1.8
لَمْ يَكُنْ هُوَ النُّورَ، بَلْ لِيَشْهَدَ لِلنُّورِ.
οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ ; φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα ; μαρτυρήσῃ περὶ ; τοῦ ; φωτός.
يوحنا 1: 10
Jhn.1.10
كَانَ فِي الْعَالَمِ، وَكُوِّنَ الْعَالَمُ بِهِ، وَلَمْ يَعْرِفْهُ الْعَالَمُ.
ἦν, ἐν τῷ ; κόσμῳ καὶ ; ἐγένετο, ὁ ; κόσμος δι᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; οὐκ αὐτὸν ; ἔγνω. ὁ ; κόσμος
يوحنا 1: 11
Jhn.1.11
إِلَى خَاصَّتِهِ جَاءَ، وَخَاصَّتُهُ لَمْ تَقْبَلْهُ.
εἰς τὰ ; ἴδια ἦλθεν, καὶ ; οἱ ; ἴδιοι οὐ αὐτὸν ; παρέλαβον.
يوحنا 1: 13
Jhn.1.13
اَلَّذِينَ وُلِدُوا لَيْسَ مِنْ دَمٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ جَسَدٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ رَجُل، بَلْ مِنَ اللهِ.
οἳ ἐγεννήθησαν. οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ
يوحنا 1: 20
Jhn.1.20
فَاعْتَرَفَ وَلَمْ يُنْكِرْ، وَأَقَرَّ: إِنِّي لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ.
καὶ ; ὡμολόγησεν καὶ ; οὐκ ἠρνήσατο καὶ ; ὡμολόγησεν ὅτι ; ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ ; χριστός.¶
يوحنا 1: 20
Jhn.1.20
فَاعْتَرَفَ وَلَمْ يُنْكِرْ، وَأَقَرَّ: إِنِّي لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ.
καὶ ; ὡμολόγησεν καὶ ; οὐκ ἠρνήσατο καὶ ; ὡμολόγησεν ὅτι ; ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ ; χριστός.¶
يوحنا 1: 21
Jhn.1.21
فَسَأَلُوهُ: إِذًا مَاذَا. إِيلِيَّا أَنْتَ. فَقَالَ: لَسْتُ أَنَا. أَلنَّبِيُّ أَنْتَ. فَأَجَابَ: لاَ.
Καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτόν· οὖν; τί Ἠλίας σὺ ; εἶ; καὶ ; λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ ; προφήτης εἶ ; σύ; καὶ ; ἀπεκρίθη· οὔ.
يوحنا 1: 21
Jhn.1.21
فَسَأَلُوهُ: إِذًا مَاذَا. إِيلِيَّا أَنْتَ. فَقَالَ: لَسْتُ أَنَا. أَلنَّبِيُّ أَنْتَ. فَأَجَابَ: لاَ.
Καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτόν· οὖν; τί Ἠλίας σὺ ; εἶ; καὶ ; λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ ; προφήτης εἶ ; σύ; καὶ ; ἀπεκρίθη· οὔ.
يوحنا 1: 26
Jhn.1.26
أَجَابَهُمْ يُوحَنَّا قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُ بِمَاءٍ، وَلكِنْ فِي وَسْطِكُمْ قَائِمٌ الَّذِي لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰωάννης λέγων· ἐγὼ βαπτίζω ἐν ; ὕδατι· δὲ μέσος ; ὑμῶν ἕστηκεν ὃν οὐκ ὑμεῖς ; οἴδατε,
يوحنا 1: 27
Jhn.1.27
هُوَ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي، الَّذِي صَارَ قُدَّامِي، الَّذِي لَسْتُ بِمُسْتَحِقّ أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ.
αὐτός ; ἐστιν ὁ ἐρχόμενος, ὀπίσω ; μου ὃς γέγονεν· ἔμπροσθέν ; μου οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἐγὼ ; ἄξιος ἵνα λύσω τὸν ; ἱμάντα αὐτοῦ ; τοῦ ; ὑποδήματος.
يوحنا 1: 31
Jhn.1.31
وَأَنَا لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُهُ. لكِنْ لِيُظْهَرَ لإِسْرَائِيلَ لِذلِكَ جِئْتُ أُعَمِّدُ بِالْمَاءِ.
κἀγὼ οὐκ ᾔδειν ; αὐτόν, ἀλλ᾽ ἵνα ; φανερωθῇ τῷ ; Ἰσραήλ, διὰ ; τοῦτο ἦλθον ; ἐγὼ βαπτίζων. ἐν ; τῷ ; ὕδατι
يوحنا 1: 33
Jhn.1.33
وَأَنَا لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُهُ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي لأُعَمِّدَ بِالْمَاءِ، ذَاكَ قَالَ لِي: الَّذِي تَرَى الرُّوحَ نَازِلاً وَمُسْتَقِرًّا عَلَيْهِ، فَهذَا هُوَ الَّذِي يُعَمِّدُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
κἀγὼ οὐκ ᾔδειν ; αὐτόν, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με βαπτίζειν ἐν ; ὕδατι, ἐκεῖνός εἶπεν· μοι ὃν ; ἂν ἴδῃς τὸ ; πνεῦμα καταβαῖνον καὶ ; μένον ἐπ᾽ ; αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ ; βαπτίζων ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
يوحنا 2: 3
Jhn.2.3
وَلَمَّا فَرَغَتِ الْخَمْرُ، قَالَتْ أُمُّ يَسُوعَ لَهُ: لَيْسَ لَهُمْ خَمْرٌ.
καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰησοῦ πρὸς ; αὐτόν· οὐκ ἔχουσιν. οἶνον
يوحنا 2: 9
Jhn.2.9
فَلَمَّا ذَاقَ رَئِيسُ الْمُتَّكَإِ الْمَاءَ الْمُتَحَوِّلَ خَمْرًا، وَلَمْ يَكُنْ يَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هِيَ، لكِنَّ الْخُدَّامَ الَّذِينَ كَانُوا قَدِ اسْتَقَوُا الْمَاءَ عَلِمُوا، دَعَا رَئِيسُ الْمُتَّكَإِ الْعَرِيسَ
ὡς ; δὲ ἐγεύσατο ὁ ; ἀρχιτρίκλινος τὸ ; ὕδωρ γεγενημένον οἶνον καὶ ; οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν, δὲ οἱ ; διάκονοι οἱ ἠντληκότες τὸ ; ὕδωρ, ᾔδεισαν φωνεῖ ὁ ; ἀρχιτρίκλινος τὸν ; νυμφίον
يوحنا 2: 12
Jhn.2.12
وَبَعْدَ هذَا انْحَدَرَ إِلَى كَفْرِنَاحُومَ، هُوَ وَأُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ وَتَلاَمِيذُهُ، وَأَقَامُوا هُنَاكَ أَيَّامًا لَيْسَتْ كَثِيرَةً
Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καφαρναοὺμ αὐτὸς καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔμειναν ἐκεῖ ἡμέρας.¶ οὐ πολλὰς
يوحنا 2: 24
Jhn.2.24
لكِنَّ يَسُوعَ لَمْ يَأْتَمِنْهُمْ عَلَى نَفْسِهِ، لأَنَّهُ كَانَ يَعْرِفُ الْجَمِيعَ.
αὐτὸς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ; αὐτοῖς ἑαυτὸν διὰ ; τὸ ; αὐτὸν γινώσκειν πάντας
يوحنا 2: 25
Jhn.2.25
وَلأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ مُحْتَاجًا أَنْ يَشْهَدَ أَحَدٌ عَنِ الإِنْسَانِ، لأَنَّهُ عَلِمَ مَا كَانَ فِي الإِنْسَانِ.
καὶ ; ὅτι οὐ εἶχεν χρείαν ἵνα μαρτυρήσῃ τις περὶ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ αὐτὸς ; ἐγίνωσκεν τί ἦν ἐν τῷ ; ἀνθρώπῳ.¶
يوحنا 3: 3
Jhn.3.3
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
يوحنا 3: 5
Jhn.3.5
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶