المعنى المختصر للكلمة
ou:
the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي
οὐ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ou
(oo)
تكرار الورود في الكتاب
1412
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G3361
μή
•
may
•
«لاَ»
المعنى والشرح المفصل
1
the absolute negative (compare ) adverb
2
no or
not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long
nay
neither
never
no (X man)
none
(can-)not
+
nothing
+ special
un(-worthy)
when
+ without
+ yet but
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
οὐκ (564×)
οὐ (485×)
καὶ ; οὐκ (123×)
οὐχ (80×)
καὶ ; οὐ (55×)
καὶ ; οὐχ (16×)
Οὐ (14×)
Οὐκ (7×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 18: 4
Luk.18.4
وَكَانَ لاَ يَشَاءُ إِلَى زَمَانٍ. وَلكِنْ بَعْدَ ذلِكَ قَالَ فِي نَفْسِهِ: وَإِنْ كُنْتُ لاَ أَخَافُ اللهَ وَلاَ أَهَابُ إِنْسَانًا،
καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον. δὲ μετὰ ταῦτα ; εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ ; καὶ οὐ φοβοῦμαι τὸν ; θεὸν καὶ οὐκ ἐντρέπομαι, ἄνθρωπον
لوقا 18: 4
Luk.18.4
وَكَانَ لاَ يَشَاءُ إِلَى زَمَانٍ. وَلكِنْ بَعْدَ ذلِكَ قَالَ فِي نَفْسِهِ: وَإِنْ كُنْتُ لاَ أَخَافُ اللهَ وَلاَ أَهَابُ إِنْسَانًا،
καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον. δὲ μετὰ ταῦτα ; εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ ; καὶ οὐ φοβοῦμαι τὸν ; θεὸν καὶ οὐκ ἐντρέπομαι, ἄνθρωπον
لوقا 18: 11
Luk.18.11
أَمَّا الْفَرِّيسِيُّ فَوَقَفَ يُصَلِّي فِي نَفْسِهِ هكَذَا: اَللّهُمَّ أَنَا أَشْكُرُكَ أَنِّي لَسْتُ مِثْلَ بَاقِي النَّاسِ الْخَاطِفِينَ الظَّالِمِينَ الزُّنَاةِ، وَلاَ مِثْلَ هذَا الْعَشَّارِ.
ὁ ; Φαρισαῖος σταθεὶς προσηύχετο· πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα ὁ ; θεός, εὐχαριστῶ ; σοι ὅτι ; εἰμὶ οὐκ ὥσπερ οἱ ; λοιποὶ τῶν ; ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ ; καὶ ὡς οὗτος ὁ ; τελώνης.
لوقا 18: 13
Luk.18.13
وَأَمَّا الْعَشَّارُ فَوَقَفَ مِنْ بَعِيدٍ، لاَ يَشَاءُ أَنْ يَرْفَعَ عَيْنَيْهِ نَحْوَ السَّمَاءِ، بَلْ قَرَعَ عَلَى صَدْرِهِ قَائِلاً: اللّهُمَّ ارْحَمْنِي، أَنَا الْخَاطِئَ.
καὶ Ὁ ; τελώνης ἑστὼς μακρόθεν οὐκ ἤθελεν ἐπᾶραι οὐδὲ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν ; οὐρανόν, ἀλλ᾽ ἔτυπτεν εἰς τὸ ; στῆθος ; αὐτοῦ λέγων· ὁ ; θεός, ἱλάσθητί ; μοι τῷ ; ἁμαρτωλῷ.
لوقا 18: 34
Luk.18.34
وَأَمَّا هُمْ فَلَمْ يَفْهَمُوا مِنْ ذلِكَ شَيْئًا، وَكَانَ هذَا الأَمْرُ مُخْفىً عَنْهُمْ، وَلَمْ يَعْلَمُوا مَا قِيلَ.
καὶ ; αὐτοὶ οὐδὲν συνῆκαν, τούτων καὶ ; ἦν τοῦτο τὸ ; ῥῆμα κεκρυμμένον ἀπ᾽ ; αὐτῶν, καὶ ; οὐκ ἐγίνωσκον τὰ ; λεγόμενα.¶
لوقا 19: 3
Luk.19.3
وَطَلَبَ أَنْ يَرَى يَسُوعَ مَنْ هُوَ، وَلَمْ يَقْدِرْ مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُ كَانَ قَصِيرَ الْقَامَةِ.
καὶ ; ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ; Ἰησοῦν τίς ἐστιν καὶ ; οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, ὅτι ἦν. μικρὸς τῇ ; ἡλικίᾳ
لوقا 19: 14
Luk.19.14
وَأَمَّا أَهْلُ مَدِينَتِهِ فَكَانُوا يُبْغِضُونَهُ، فَأَرْسَلُوا وَرَاءَهُ سَفَارَةً قَائِلِينَ: لاَ نُرِيدُ أَنَّ هذَا يَمْلِكُ عَلَيْنَا.
δὲ οἱ ; πολῖται ; αὐτοῦ ἐμίσουν ; αὐτὸν καὶ ; ἀπέστειλαν ὀπίσω ; αὐτοῦ πρεσβείαν λέγοντες· οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ᾽ ; ἡμᾶς.
لوقا 19: 21
Luk.19.21
لأَنِّي كُنْتُ أَخَافُ مِنْكَ، إِذْ أَنْتَ إِنْسَانٌ صَارِمٌ، تَأْخُذُ مَا لَمْ تَضَعْ وَتَحْصُدُ مَا لَمْ تَزْرَعْ.
ἐφοβούμην ; γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς ; εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας καὶ ; θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας.¶
لوقا 19: 21
Luk.19.21
لأَنِّي كُنْتُ أَخَافُ مِنْكَ، إِذْ أَنْتَ إِنْسَانٌ صَارِمٌ، تَأْخُذُ مَا لَمْ تَضَعْ وَتَحْصُدُ مَا لَمْ تَزْرَعْ.
ἐφοβούμην ; γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς ; εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας καὶ ; θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας.¶
لوقا 19: 22
Luk.19.22
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
لوقا 19: 22
Luk.19.22
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
لوقا 19: 23
Luk.19.23
فَلِمَاذَا لَمْ تَضَعْ فِضَّتِي عَلَى مَائِدَةِ الصَّيَارِفَةِ، فَكُنْتُ مَتَى جِئْتُ أَسْتَوْفِيهَا مَعَ رِبًا.
καὶ ; διὰ ; τί οὐκ ἔδωκάς μου ; τὸ ; ἀργύριον ἐπὶ τὴν ; τράπεζαν, κἀγὼ ; ἐλθὼν ἂν ; αὐτὸ ; ἔπραξα; σὺν τόκῳ
لوقا 19: 44
Luk.19.44
وَيَهْدِمُونَكِ وَبَنِيكِ فِيكِ، وَلاَ يَتْرُكُونَ فِيكِ حَجَرًا عَلَى حَجَرٍ، لأَنَّكِ لَمْ تَعْرِفِي زَمَانَ افْتِقَادِكِ.
καὶ ; ἐδαφιοῦσίν ; σε καὶ ; τὰ ; τέκνα ; σου ἐν ; σοὶ καὶ ; οὐκ ἀφήσουσιν ἐν ; σοί, λίθον ἐπὶ λίθῳ ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔγνως τὸν ; καιρὸν τῆς ; ἐπισκοπῆς ; σου.¶
لوقا 19: 44
Luk.19.44
وَيَهْدِمُونَكِ وَبَنِيكِ فِيكِ، وَلاَ يَتْرُكُونَ فِيكِ حَجَرًا عَلَى حَجَرٍ، لأَنَّكِ لَمْ تَعْرِفِي زَمَانَ افْتِقَادِكِ.
καὶ ; ἐδαφιοῦσίν ; σε καὶ ; τὰ ; τέκνα ; σου ἐν ; σοὶ καὶ ; οὐκ ἀφήσουσιν ἐν ; σοί, λίθον ἐπὶ λίθῳ ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔγνως τὸν ; καιρὸν τῆς ; ἐπισκοπῆς ; σου.¶
لوقا 19: 48
Luk.19.48
وَلَمْ يَجِدُوا مَا يَفْعَلُونَ، لأَنَّ الشَّعْبَ كُلَّهُ كَانَ مُتَعَلِّقًا بِهِ يَسْمَعُ مِنْهُ.
καὶ ; οὐχ εὕρισκον τὸ ; τί ; ποιήσωσιν· γὰρ ὁ ; λαὸς ἅπας ἐξεκρέματο ἀκούων.¶ αὐτοῦ
لوقا 20: 5
Luk.20.5
فَتَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
οἱ ; δὲ ; συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
لوقا 20: 21
Luk.20.21
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
لوقا 20: 22
Luk.20.22
أَيَجُوزُ لَنَا أَنْ نُعْطِيَ جِزْيَةً لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ.
ἔξεστιν ἡμῖν δοῦναι φόρον Καίσαρι ἢ οὔ;
لوقا 20: 26
Luk.20.26
فَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ قُدَّامَ الشَّعْبِ، وَتَعَجَّبُوا مِنْ جَوَابِهِ وَسَكَتُوا.
καὶ ; οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ; ῥήματος ἐναντίον τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ; ἀποκρίσει ; αὐτοῦ ἐσίγησαν.¶
لوقا 20: 31
Luk.20.31
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
لوقا 20: 38
Luk.20.38
وَلَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ، لأَنَّ الْجَمِيعَ عِنْدَهُ أَحْيَاءٌ.
δὲ ; οὐκ ἔστιν θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων· γὰρ πάντες αὐτῷ ζῶσιν.¶
لوقا 21: 6
Luk.21.6
هذِهِ الَّتِي تَرَوْنَهَا، سَتَأْتِي أَيَّامٌ لاَ يُتْرَكُ فِيهَا حَجَرٌ عَلَى حَجَرٍ لاَ يُنْقَضُ.
ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν ; αἷς ; οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς ; οὐ καταλυθήσεται.¶
لوقا 21: 6
Luk.21.6
هذِهِ الَّتِي تَرَوْنَهَا، سَتَأْتِي أَيَّامٌ لاَ يُتْرَكُ فِيهَا حَجَرٌ عَلَى حَجَرٍ لاَ يُنْقَضُ.
ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν ; αἷς ; οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς ; οὐ καταλυθήσεται.¶
لوقا 21: 9
Luk.21.9
فَإِذَا سَمِعْتُمْ بِحُرُوبٍ وَقَلاَقِل فَلاَ تَجْزَعُوا، لأَنَّهُ لاَ بُدَّ أَنْ يَكُونَ هذَا أَوَّلاً، وَلكِنْ لاَ يَكُونُ الْمُنْتَهَى سَرِيعًا.
ὅταν ; δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ; ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· γὰρ δεῖ γενέσθαι ταῦτα πρῶτον ἀλλ᾽ οὐκ τὸ ; τέλος. εὐθέως
لوقا 21: 15
Luk.21.15
لأَنِّي أَنَا أُعْطِيكُمْ فَمًا وَحِكْمَةً لاَ يَقْدِرُ جَمِيعُ مُعَانِدِيكُمْ أَنْ يُقَاوِمُوهَا أَوْ يُنَاقِضُوهَا.
γὰρ ἐγὼ δώσω ; ὑμῖν στόμα καὶ ; σοφίαν ᾗ ; οὐ δυνήσονται πάντες οἱ ; ἀντικείμενοι ; ὑμῖν.¶ ἀντιστῆναι οὐδὲ ἀντειπεῖν
لوقا 22: 26
Luk.22.26
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلَيْسَ هكَذَا، بَلِ الْكَبِيرُ فِيكُمْ لِيَكُنْ كَالأَصْغَرِ، وَالْمُتَقَدِّمُ كَالْخَادِمِ.
δὲ ὑμεῖς οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ ; μείζων ἐν ; ὑμῖν γενέσθω ὡς ; ὁ ; νεώτερος, καὶ ; ὁ ; ἡγούμενος ὡς ; ὁ ; διακονῶν.
لوقا 22: 53
Luk.22.53
إِذْ كُنْتُ مَعَكُمْ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ لَمْ تَمُدُّوا عَلَيَّ الأَيَادِيَ. وَلكِنَّ هذِهِ سَاعَتُكُمْ وَسُلْطَانُ الظُّلْمَةِ.
ὄντος ; μου μεθ᾽ ; ὑμῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε ἐπ᾽ ; ἐμέ. τὰς ; χεῖρας ἀλλ᾽ αὕτη ; ἐστὶν ὑμῶν ; ἡ ; ὥρα ἡ ; ἐξουσία τοῦ ; σκότους.¶
لوقا 22: 57
Luk.22.57
فَأَنْكَرَهُ قَائِلاً: لَسْتُ أَعْرِفُهُ يَا امْرَأَةُ.
ὁ ; δὲ ; ἠρνήσατο ; αὐτόν λέγων· οὐκ οἶδα ; αὐτόν, γύναι.¶
لوقا 22: 58
Luk.22.58
وَبَعْدَ قَلِيل رَآهُ آخَرُ وَقَالَ: وَأَنْتَ مِنْهُمْ. فَقَالَ بُطْرُسُ: يَا إِنْسَانُ، لَسْتُ أَنَا.
Καὶ ; μετὰ βραχὺ ἰδὼν ; αὐτὸν ἕτερος ἔφη· καὶ ; σὺ ἐξ ; αὐτῶν ; εἶ. δὲ ; εἴπεν ὁ ; Πέτρος ἄνθρωπε, οὐκ εἰμί.
لوقا 22: 60
Luk.22.60
فَقَالَ بُطْرُسُ: يَا إِنْسَانُ، لَسْتُ أَعْرِفُ مَا تَقُولُ.. وَفِي الْحَالِ بَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ صَاحَ الدِّيكُ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Πέτρος· ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἐφώνησεν ὁ ; ἀλέκτωρ.