ك
إصحاح
G3752
G3753. hóte
G3754
المعنى المختصر للكلمة
hóte: at which (thing) too, i.e. when
اللفظ الأصلي ὅτε
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hóte (hot-eh)
تكرار الورود في الكتاب 85 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

at which (thing) too, i.e. when

الإنجليزية — KJV Translation Tags
after (that) as soon as that when while

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὅτε (46×) καὶ ; ὅτε (15×) Καὶ ; ὅτε (12×) Καὶ ; ἐγένετο ; ὅτε (5×) Ὅτε (3×) οὖν ; ὅτε (2×) ἣν ; ὅτε (1×) Καὶ ; Ὅτε (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (85 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُدْعَى جُمْجُمَةَ صَلَبُوهُ هُنَاكَ مَعَ الْمُذْنِبَيْنِ، وَاحِدًا عَنْ يَمِينِهِ وَالآخَرَ عَنْ يَسَارِهِ.
καὶ ; ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν ; τόπον τὸν ; καλούμενον Κρανίον, ἐσταύρωσαν ; αὐτὸν ἐκεῖ καὶ τοὺς ; κακούργους, ὃν ; μὲν ἐκ δεξιῶν, ὃν ; δὲ ἐξ ἀριστερῶν.
وَهذِهِ هِيَ شَهَادَةُ يُوحَنَّا، حِينَ أَرْسَلَ الْيَهُودُ مِنْ أُورُشَلِيمَ كَهَنَةً وَلاَوِيِّينَ لِيَسْأَلُوهُ: مَنْ أَنْتَ.
καὶ ; αὕτη ἐστὶν ἡ ; μαρτυρία τοῦ ; Ἰωάννου ὅτε ἀπέστειλαν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐξ Ἱεροσολύμων ἱερεῖς καὶ ; Λευίτας ἵνα ; ἐρωτήσωσιν ; αὐτόν· τίς ; εἶ; σὺ
فَلَمَّا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، تَذَكَّرَ تَلاَمِيذُهُ أَنَّهُ قَالَ هذَا، فَآمَنُوا بِالْكِتَابِ وَالْكَلاَمِ الَّذِي قَالَهُ يَسُوعُ.
οὖν ; ὅτε ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἔλεγεν τοῦτο καὶ ; ἐπίστευσαν τῇ ; γραφῇ καὶ ; τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ، وَهِيَ الآنَ، حِينَ السَّاجِدُونَ الْحَقِيقِيُّونَ يَسْجُدُونَ لِلآبِ بِالرُّوحِ وَالْحَقِّ، لأَنَّ الآبَ طَالِبٌ مِثْلَ هؤُلاَءِ السَّاجِدِينَ لَهُ.
ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν, νῦν ὅτε οἱ ; προσκυνηταὶ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσιν τῷ ; πατρὶ ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ· καὶ ; γὰρ ὁ ; πατὴρ ζητεῖ τοιούτους τοὺς ; προσκυνοῦντας αὐτόν.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ وَهِيَ الآنَ، حِينَ يَسْمَعُ الأَمْوَاتُ صَوْتَ ابْنِ اللهِ، وَالسَّامِعُونَ يَحْيَوْنَ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν νῦν ὅτε ἀκούσονται οἱ ; νεκροὶ τῆς ; φωνῆς τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; οἱ ; ἀκούσαντες ζήσονται
فَلَمَّا رَأَى الْجَمْعُ أَنَّ يَسُوعَ لَيْسَ هُوَ هُنَاكَ وَلاَ تَلاَمِيذُهُ، دَخَلُوا هُمْ أَيْضًا السُّفُنَ وَجَاءُوا إِلَى كَفْرِنَاحُومَ يَطْلُبُونَ يَسُوعَ.
οὖν ; ὅτε εἶδεν ὁ ; ὄχλος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ καὶ εἰς ; τὰ ; πλοῖα καὶ ; ἦλθον εἰς Καφαρναοὺμ ζητοῦντες Ἰησοῦν, ; τὸν
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
وَكَانَ سَبْتٌ حِينَ صَنَعَ يَسُوعُ الطِّينَ وَفَتَحَ عَيْنَيْهِ.
δὲ ; ἦν σάββατον ὅτε ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸν ; πηλὸν καὶ ; ἀνέῳξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμούς.
وَهذِهِ الأُمُورُ لَمْ يَفْهَمْهَا تَلاَمِيذُهُ أَوَّلاً، وَلكِنْ لَمَّا تَمَجَّدَ يَسُوعُ، حِينَئِذٍ تَذَكَّرُوا أَنَّ هذِهِ كَانَتْ مَكْتُوبَةً عَنْهُ، وَأَنَّهُمْ صَنَعُوا هذِهِ لَهُ.
ταῦτα ; δὲ οὐκ ἔγνωσαν αὐτοῦ ; οἱ ; μαθηταὶ τὸ ; πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ; Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν γεγραμμένα ἐπ᾽ ; αὐτῷ καὶ ; ἐποίησαν ταῦτα αὐτῷ.¶
قَالَ إِشَعْيَاءُ هذَا حِينَ رَأَى مَجْدَهُ وَتَكَلَّمَ عَنْهُ.
εἶπεν Ἠσαΐας Ταῦτα ὅτε εἶδεν τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ καὶ ; ἐλάλησεν περὶ ; αὐτοῦ.
قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا بِأَمْثَال، وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ حِينَ لاَ أُكَلِّمُكُمْ بِأَمْثَال، بَلْ أُخْبِرُكُمْ عَنِ الآبِ عَلاَنِيَةً.
λελάληκα ; ὑμῖν· Ταῦτα ἐν ; παροιμίαις ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι λαλήσω ἐν ; παροιμίαις ἀλλὰ ἀναγγελῶ; ὑμῖν.¶ περὶ τοῦ ; πατρὸς παρρησίᾳ
حِينَ كُنْتُ مَعَهُمْ فِي الْعَالَمِ كُنْتُ أَحْفَظُهُمْ فِي اسْمِكَ. الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي حَفِظْتُهُمْ، وَلَمْ يَهْلِكْ مِنْهُمْ إِلاَّ ابْنُ الْهَلاَكِ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ.
ὅτε ἤμην μετ᾽ ; αὐτῶν ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν ; αὐτοὺς ἐν τῷ ; ὀνόματί ; σου οὓς δέδωκάς ; μοι ἐφύλαξα, καὶ ; οὐδεὶς ἀπώλετο ἐξ ; αὐτῶν εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀπωλείας, ἵνα ; πληρωθῇ. ἡ ; γραφὴ
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
أَمَّا تُومَا، أَحَدُ الاثْنَيْ عَشَرَ، الَّذِي يُقَالُ لَهُ التَّوْأَمُ، فَلَمْ يَكُنْ مَعَهُمْ حِينَ جَاءَ يَسُوعُ.
δὲ Θωμᾶς εἷς ἐκ ; τῶν ; δώδεκα ὁ ; λεγόμενος Δίδυμος οὐκ ἦν μετ᾽ ; αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς.
فَبَعْدَ مَا تَغَدَّوْا قَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ بُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي أَكْثَرَ مِنْ هؤُلاَءِ. قَالَ لَهُ: نَعَمْ يَا رَبُّ أَنْتَ تَعْلَمُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ: ارْعَ خِرَافِي.
Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· τῷ ; Σίμωνι Πέτρῳ Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾷς ; με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ; ἀρνία ; μου.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: لَمَّا كُنْتَ أَكْثَرَ حَدَاثَةً كُنْتَ تُمَنْطِقُ ذَاتَكَ وَتَمْشِي حَيْثُ تَشَاءُ. وَلكِنْ مَتَى شِخْتَ فَإِنَّكَ تَمُدُّ يَدَيْكَ وَآخَرُ يُمَنْطِقُكَ، وَيَحْمِلُكَ حَيْثُ لاَ تَشَاءُ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ ; περιεπάτεις ὅπου ἤθελες. δὲ ὅταν γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς ; χεῖράς ; σου, καὶ ; ἄλλος σε ; ζώσει καὶ ; οἴσει ὅπου οὐ θέλεις.
وَلَمَّا دَخَلُوا صَعِدُوا إِلَى الْعِلِّيَّةِ الَّتِي كَانُوا يُقِيمُونَ فِيهَا: بُطْرُسُ وَيَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا وَأَنْدَرَاوُسُ وَفِيلُبُّسُ وَتُومَا وَبَرْثُولَمَاوُسُ وَمَتَّى وَيَعْقُوبُ بْنُ حَلْفَى وَسِمْعَانُ الْغَيُورُ وَيَهُوذَا أَخُو يَعْقُوبَ.
καὶ ; ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ; ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ ; τε ; Πέτρος καὶ ; Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης καὶ ; Ἀνδρέας, Φίλιππος καὶ ; Θωμᾶς, Βαρθολομαῖος καὶ ; Μαθθαῖος, Ἰάκωβος Ἁλφαίου καὶ ; Σίμων ὁ ; ζηλωτὴς καὶ ; Ἰούδας Ἰακώβου.¶
وَلكِنْ لَمَّا صَدَّقُوا فِيلُبُّسَ وَهُوَ يُبَشِّرُ بِالأُمُورِ الْمُخْتَصَّةِ بِمَلَكُوتِ اللهِ وَبِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، اعْتَمَدُوا رِجَالاً وَنِسَاءً.
δὲ ὅτε ἐπίστευσαν τῷ ; Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες καὶ ; γυναῖκες.
وَلَمَّا صَعِدَ بُطْرُسُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، خَاصَمَهُ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ،
Καὶ ; Ὅτε ἀνέβη Πέτρος εἰς Ἱεροσόλυμα διεκρίνοντο ; πρὸς ; αὐτὸν οἱ ἐκ περιτομῆς
وَحِينَ سُفِكَ دَمُ اسْتِفَانُوسَ شَهِيدِكَ كُنْتُ أَنَا وَاقِفًا وَرَاضِيًا بِقَتْلِهِ، وَحَافِظًا ثِيَابَ الَّذِينَ قَتَلُوهُ.
καὶ ; ὅτε ἐξεχύννετο τὸ ; αἷμα Στεφάνου τοῦ ; μάρτυρός ; σου, ἤμην αὐτὸς ἐφεστὼς καὶ ; συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ καὶ ; φυλάσσων τὰ ; ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων ; αὐτόν.
فِي الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ يَدِينُ اللهُ سَرَائِرَ النَّاسِ حَسَبَ إِنْجِيلِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ ; θεὸς τὰ ; κρυπτὰ τῶν ; ἀνθρώπων κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου διὰ ; Χριστοῦ Χριστοῦ
لأَنَّكُمْ لَمَّا كُنْتُمْ عَبِيدَ الْخَطِيَّةِ، كُنْتُمْ أَحْرَارًا مِنَ الْبِرِّ.
γὰρ ὅτε ἦτε δοῦλοι τῆς ; ἁμαρτίας, ἦτε ἐλεύθεροι τῇ ; δικαιοσύνῃ.
لأَنَّهُ لَمَّا كُنَّا فِي الْجَسَدِ كَانَتْ أَهْوَاءُ الْخَطَايَا الَّتِي بِالنَّامُوسِ تَعْمَلُ فِي أَعْضَائِنَا، لِكَيْ نُثْمِرَ لِلْمَوْتِ.
γὰρ ὅτε ἦμεν ἐν τῇ ; σαρκί, τὰ ; παθήματα τῶν ; ἁμαρτιῶν τὰ διὰ ; τοῦ ; νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς ; μέλεσιν ; ἡμῶν εἰς καρποφορῆσαι θανάτῳ· ; τῷ
هذَا وَإِنَّكُمْ عَارِفُونَ الْوَقْتَ، أَنَّهَا الآنَ سَاعَةٌ لِنَسْتَيْقِظَ مِنَ النَّوْمِ، فَإِنَّ خَلاَصَنَا الآنَ أَقْرَبُ مِمَّا كَانَ حِينَ آمَنَّا.
τοῦτο Καὶ ; εἰδότες τὸν ; καιρόν, ὅτι ἤδη ὥρα ἐγερθῆναι· ἐξ ὕπνου γὰρ ἡμῶν ; ἡ ; σωτηρία νῦν ἐγγύτερον ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν·
لَمَّا كُنْتُ طِفْلاً كَطِفْل كُنْتُ أَتَكَلَّمُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْطَنُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْتَكِرُ. وَلكِنْ لَمَّا صِرْتُ رَجُلاً أَبْطَلْتُ مَا لِلطِّفْلِ.
ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς ; νήπιος, ἐλάλουν ὡς ; νήπιος, ἐφρόνουν ὡς ; νήπιος· ἐλογιζόμην δὲ ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ ; τοῦ νηπίου.
لَمَّا كُنْتُ طِفْلاً كَطِفْل كُنْتُ أَتَكَلَّمُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْطَنُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْتَكِرُ. وَلكِنْ لَمَّا صِرْتُ رَجُلاً أَبْطَلْتُ مَا لِلطِّفْلِ.
ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς ; νήπιος, ἐλάλουν ὡς ; νήπιος, ἐφρόνουν ὡς ; νήπιος· ἐλογιζόμην δὲ ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ ; τοῦ νηπίου.
وَلكِنْ لَمَّا سَرَّ اللهَ الَّذِي أَفْرَزَنِي مِنْ بَطْنِ أُمِّي، وَدَعَانِي بِنِعْمَتِهِ
δὲ ὅτε εὐδόκησεν ὁ ; θεὸς ὁ ἀφορίσας ; με ἐκ κοιλίας μητρός ; μου καὶ ; καλέσας διὰ ; τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ
وَلكِنْ لَمَّا أَتَى بُطْرُسُ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ قَاوَمْتُهُ مُواجَهَةً، لأَنَّهُ كَانَ مَلُومًا.
δὲ Ὅτε ἦλθεν Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, ἀντέστην, κατὰ ; πρόσωπον ; αὐτῷ ὅτι ἦν. κατεγνωσμένος
لأَنَّهُ قَبْلَمَا أَتَى قَوْمٌ مِنْ عِنْدِ يَعْقُوبَ كَانَ يَأْكُلُ مَعَ الأُمَمِ، وَلكِنْ لَمَّا أَتَوْا كَانَ يُؤَخِّرُ وَيُفْرِزُ نَفْسَهُ، خَائِفًا مِنَ الَّذِينَ هُمْ مِنَ الْخِتَانِ.
γὰρ πρὸ τοῦ ; ἐλθεῖν τινας ἀπὸ Ἰακώβου συνήσθιεν· μετὰ τῶν ; ἐθνῶν δὲ ὅτε ἦλθον, ὑπέστελλεν καὶ ; ἀφώριζεν ἑαυτὸν φοβούμενος τοὺς ἐκ περιτομῆς·
لكِنْ لَمَّا رَأَيْتُ أَنَّهُمْ لاَ يَسْلُكُونَ بِاسْتِقَامَةٍ حَسَبَ حَقِّ الإِنْجِيلِ، قُلْتُ لِبُطْرُسَ قُدَّامَ الْجَمِيعِ: إِنْ كُنْتَ وَأَنْتَ يَهُودِيٌّ تَعِيشُ أُمَمِيًّا لاَ يَهُودِيًّا، فَلِمَاذَا تُلْزِمُ الأُمَمَ أَنْ يَتَهَوَّدُوا.
ἀλλ᾽ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσιν πρὸς τὴν ; ἀλήθειαν τοῦ ; εὐαγγελίου, εἶπον τῷ ; Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων· εἰ σὺ Ἰουδαῖος ; ὑπάρχων ζῇς, ἐθνικῶς καὶ ; οὐκ Ἰουδαϊκῶς τί ἀναγκάζεις τὰ ; ἔθνη ἰουδαΐζειν;