ك
إصحاح
G3640
G3641. olígos
G3642
المعنى المختصر للكلمة
olígos: puny (in extent, degree, number, duration or value)
اللفظ الأصلي ὀλίγος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق olígos (ol-ee-gos)
تكرار الورود في الكتاب 39 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل
1 puny (in extent, degree, number, duration or value)
2 especially neuter (adverbially) somewhat
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ almost brief(-ly) few (a) little + long a season short small a while

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὀλίγον (10×) ὀλίγα (5×) ὀλίγος (2×) ὀλίγοι· (2×) ἐν ; ὀλίγῳ (2×) ὀλίγῳ (1×) ὀλίγου (1×) ὀλίγον· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (39 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مَا أَضْيَقَ الْبَابَ وَأَكْرَبَ الطَّرِيقَ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْحَيَاةِ، وَقَلِيلُونَ هُمُ الَّذِينَ يَجِدُونَهُ.
ὅτι στενὴ ἡ ; πύλη καὶ ; τεθλιμμένη ὁδὸς ; ἡ ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ; ζωήν, καὶ ; ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες ; αὐτήν.¶
حِينَئِذٍ قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: الْحَصَادُ كَثِيرٌ وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ.
Τότε λέγει τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· ὁ ; μὲν ; θερισμὸς πολύς, δὲ οἱ ; ἐργάται ὀλίγοι·
متى 25: 21 Mat.25.21
فَقَالَ لَهُ سَيِّدُهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ وَالأَمِينُ. كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ فَأُقِيمُكَ عَلَى الْكَثِيرِ. اُدْخُلْ إِلَى فَرَحِ سَيِّدِكَ.
ἔφη ; δὲ αὐτῷ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ ; πιστέ, ἦς πιστός, ἐπὶ ὀλίγα σε ; καταστήσω. ἐπὶ πολλῶν εἴσελθε εἰς τὴν ; χαρὰν τοῦ ; κυρίου ; σου.¶
متى 25: 23 Mat.25.23
قَالَ لَهُ سَيِّدُهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ الأَمِينُ. كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ فَأُقِيمُكَ عَلَى الْكَثِيرِ. اُدْخُلْ إِلَى فَرَحِ سَيِّدِكَ.
ἔφη αὐτῷ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ ; πιστέ, ἦς πιστός, ἐπὶ ὀλίγα σε ; καταστήσω. ἐπὶ πολλῶν εἴσελθε εἰς τὴν ; χαρὰν τοῦ ; κυρίου ; σου.
ثُمَّ اجْتَازَ مِنْ هُنَاكَ قَلِيلاً فَرَأَى يَعْقُوبَ بْنَ زَبْدِي وَيُوحَنَّا أَخَاهُ، وَهُمَا فِي السَّفِينَةِ يُصْلِحَانِ الشِّبَاكَ.
Καὶ ; προβὰς ἐκεῖθεν ὀλίγον εἶδεν Ἰάκωβον τὸν Ζεβεδαίου ; τοῦ Ἰωάννην ; καὶ τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ, καὶ ; αὐτοὺς ἐν τῷ ; πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ ; δίκτυα,
وَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَصْنَعَ هُنَاكَ وَلاَ قُوَّةً غَيْرَ أَنَّهُ وَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى مَرْضَى قَلِيلِينَ فَشَفَاهُمْ.
καὶ ; οὐκ ἐδύνατο ποιῆσαι ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν, εἰ ; μὴ ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἀρρώστοις ὀλίγοις ἐθεράπευσεν.
فَقَالَ لَهُمْ: تَعَالَوْا أَنْتُمْ مُنْفَرِدِينَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ وَاسْتَرِيحُوا قَلِيلاً. لأَنَّ الْقَادِمِينَ وَالذَّاهِبِينَ كَانُوا كَثِيرِينَ، وَلَمْ تَتَيَسَّرْ لَهُمْ فُرْصَةٌ لِلأَكْلِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ; ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον καὶ ; ἀναπαύεσθε ὀλίγον· γὰρ οἱ ; ἐρχόμενοι καὶ ; οἱ ; ὑπάγοντες ἦσαν πολλοί, καὶ ; οὐδὲ εὐκαίρουν.¶ φαγεῖν
وَكَانَ مَعَهُمْ قَلِيلٌ مِنْ صِغَارِ السَّمَكِ، فَبَارَكَ وَقَالَ أَنْ يُقَدِّمُوا هذِهِ أَيْضًا.
καὶ ; εἶχον ὀλίγα· ἰχθύδια καὶ ; εὐλογήσας εἶπεν παραθεῖναι αὐτὰ καὶ
فَدَخَلَ إِحْدَى السَّفِينَتَيْنِ الَّتِي كَانَتْ لِسِمْعَانَ، وَسَأَلَهُ أَنْ يُبْعِدَ قَلِيلاً عَنِ الْبَرِّ. ثُمَّ جَلَسَ وَصَارَ يُعَلِّمُ الْجُمُوعَ مِنَ السَّفِينَةِ.
ἐμβὰς ; δὲ εἰς ; ἓν τῶν ; πλοίων ὃ ἦν τοῦ ; Σίμωνος, ἠρώτησεν ; αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. ἀπὸ τῆς ; γῆς καὶ ; δὲ καθίσας ἐδίδασκεν τοὺς ; ὄχλους.¶ ἐκ τοῦ ; πλοίου
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ أَقُولُ لَكَ: قَدْ غُفِرَتْ خَطَايَاهَا الْكَثِيرَةُ، لأَنَّهَا أَحَبَّتْ كَثِيرًا. وَالَّذِي يُغْفَرُ لَهُ قَلِيلٌ يُحِبُّ قَلِيلاً.
χάριν, οὗ λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ; ἁμαρτίαι ; αὐτῆς αἱ ; πολλαί, ὅτι ἠγάπησεν πολύ· ᾧ ; δὲ ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. ὀλίγον
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ أَقُولُ لَكَ: قَدْ غُفِرَتْ خَطَايَاهَا الْكَثِيرَةُ، لأَنَّهَا أَحَبَّتْ كَثِيرًا. وَالَّذِي يُغْفَرُ لَهُ قَلِيلٌ يُحِبُّ قَلِيلاً.
χάριν, οὗ λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ; ἁμαρτίαι ; αὐτῆς αἱ ; πολλαί, ὅτι ἠγάπησεν πολύ· ᾧ ; δὲ ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. ὀλίγον
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
فَقَالَ لَهُ وَاحِدٌ: يَا سَيِّدُ، أَقَلِيلٌ هُمُ الَّذِينَ يَخْلُصُونَ. فَقَالَ لَهُمُ:
Εἶπεν ; δέ αὐτῷ· τις κύριε, εἰ ; ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς·
فَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ حَصَلَ اضْطِرَابٌ لَيْسَ بِقَلِيل بَيْنَ الْعَسْكَرِ: تُرَى مَاذَا جَرَى لِبُطْرُسَ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς ; στρατιώταις τί ; ἄρα ἐγένετο. ὁ ; Πέτρος
وَأَقَامَا هُنَاكَ زَمَانًا لَيْسَ بِقَلِيل مَعَ التَّلاَمِيذِ.
διέτριβον ; δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς ; μαθηταῖς.¶
فَلَمَّا حَصَلَ لِبُولُسَ وَبَرْنَابَا مُنَازَعَةٌ وَمُبَاحَثَةٌ لَيْسَتْ بِقَلِيلَةٍ مَعَهُمْ، رَتَّبُوا أَنْ يَصْعَدَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَأُنَاسٌ آخَرُونَ مِنْهُمْ إِلَى الرُّسُلِ وَالْمَشَايخِ إِلَى أُورُشَلِيمَ مِنْ أَجْلِ هذِهِ الْمَسْأَلَةِ.
οὖν γενομένης τῷ ; Παύλῳ καὶ ; τῷ ; Βαρναβᾷ στάσεως καὶ ; συζητήσεως οὐκ ὀλίγης πρὸς ; αὐτοὺς ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ ; Βαρναβᾶν καί ; τινας ἄλλους ἐξ ; αὐτῶν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; πρεσβυτέρους εἰς Ἰερουσαλὴμ περὶ τοῦ ; τούτου.¶ ζητήματος
فَاقْتَنَعَ قَوْمٌ مِنْهُمْ وَانْحَازُوا إِلَى بُولُسَ وَسِيلاَ، وَمِنَ الْيُونَانِيِّينَ الْمُتَعَبِّدِينَ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْمُتَقَدِّمَاتِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
καί ; ἐπείσθησαν τινες ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; προσεκληρώθησαν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; τῷ ; Σιλᾷ, τῶν ; Ἑλλήνων τε ; σεβομένων πλῆθος πολύ, γυναικῶν τε ; τῶν ; πρώτων οὐκ ; ὀλίγαι.¶
فَآمَنَ مِنْهُمْ كَثِيرُونَ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْيُونَانِيَّاتِ الشَّرِيفَاتِ، وَمِنَ الرِّجَالِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
μὲν ; οὖν ; ἐπίστευσαν, ἐξ ; αὐτῶν Πολλοὶ καὶ τῶν ; γυναικῶν Ἑλληνίδων τῶν ; εὐσχημόνων καὶ ἀνδρῶν οὐκ ; ὀλίγοι.¶
وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْوَقْتِ شَغَبٌ لَيْسَ بِقَلِيل بِسَبَبِ هذَا الطَّرِيقِ،
Ἐγένετο ; δὲ κατὰ τὸν ; ἐκεῖνον καιρὸν τάραχος οὐκ ὀλίγος περὶ τῆς ; ὁδοῦ.¶
لأَنَّ إِنْسَانًا اسْمُهُ دِيمِتْرِيُوسُ، صَائِغٌ صَانِعُ هَيَاكِلِ فِضَّةٍ لأَرْطَامِيسَ، كَانَ يُكَسِّبُ الصُّنَّاعَ مَكْسَبًا لَيْسَ بِقَلِيل.
γάρ τις ὀνόματι, Δημήτριος ἀργυροκόπος ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς Ἀρτέμιδος, παρείχετο τοῖς ; τεχνίταις ἐργασίαν, οὐκ ὀλίγην
فَقَالَ أَغْرِيبَاسُ لِبُولُسَ: بِقَلِيل تُقْنِعُنِي أَنْ أَصِيرَ مَسِيحِيًّا.
δὲ ; ἔφη· Ὁ ; Ἀγρίππας πρὸς ; τὸν ; Παῦλον ἐν ; ὀλίγῳ με ; πείθεις γενέσθαι Χριστιανὸν
فَقَالَ بُولُسُ: كُنْتُ أُصَلِّي إِلَى اللهِ أَنَّهُ بِقَلِيل وَبِكَثِيرٍ، لَيْسَ أَنْتَ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا جَمِيعُ الَّذِينَ يَسْمَعُونَنِي الْيَوْمَ، يَصِيرُونَ هكَذَا كَمَا أَنَا، مَا خَلاَ هذِهِ الْقُيُودَ.
δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Παῦλος εὐξαίμην τῷ ; θεῷ ἂν ; καὶ ἐν ; ὀλίγῳ καὶ ; ἐν ; πολλῷ οὐ σὲ μόνον ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀκούοντάς ; μου σήμερον γενέσθαι τοιούτους ὁποῖος ἐγώ ; εἰμι παρεκτὸς τούτων.¶ τῶν ; δεσμῶν
وَإِذْ لَمْ تَكُنِ الشَّمْسُ وَلاَ النُّجُومُ تَظْهَرُ أَيَّامًا كَثِيرَةً، وَاشْتَدَّ عَلَيْنَا نَوْءٌ لَيْسَ بِقَلِيل، انْتُزِعَ أَخِيرًا كُلُّ رَجَاءٍ فِي نَجَاتِنَا.
δὲ μήτε ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ ; ἡμέρας, πλείονας τε ; ἐπικειμένου χειμῶνός οὐκ ὀλίγου περιῃρεῖτο λοιπὸν πᾶσα ἐλπὶς τοῦ ; σῴζεσθαι ; ἡμᾶς.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: الَّذِي جَمَعَ كَثِيرًا لَمْ يُفْضِلْ، وَالَّذِي جَمَعَ قَلِيلاً لَمْ يُنْقِصْ.
καθὼς γέγραπται· ὁ ; τὸ πολὺ οὐκ ἐπλεόνασεν καὶ ; ὁ ; τὸ ὀλίγον οὐκ ἠλαττόνησεν.¶
أَنَّهُ بِإِعْلاَنٍ عَرَّفَنِي بِالسِّرِّ. كَمَا سَبَقْتُ فَكَتَبْتُ بِالإِيجَازِ.
ὅτι κατὰ ; ἀποκάλυψιν ἐγνώρισέν; μοι τὸ ; μυστήριον καθὼς προέγραψα ἐν ; ὀλίγῳ,
لأَنَّ الرِّيَاضَةَ الْجَسَدِيَّةَ نَافِعَةٌ لِقَلِيل، وَلكِنَّ التَّقْوَى نَافِعَةٌ لِكُلِّ شَيْءٍ، إِذْ لَهَا مَوْعِدُ الْحَيَاةِ الْحَاضِرَةِ وَالْعَتِيدَةِ.
γὰρ γυμνασία σωματικὴ ἐστὶν ; ὠφέλιμος, πρὸς ; ὀλίγον δὲ εὐσέβεια ὠφέλιμός πρὸς ; πάντα ἔχουσα ἐπαγγελίαν ζωῆς τῆς ; νῦν καὶ ; τῆς ; μελλούσης.
لاَ تَكُنْ فِي مَا بَعْدُ شَرَّابَ مَاءٍ، بَلِ اسْتَعْمِلْ خَمْرًا قَلِيلاً مِنْ أَجْلِ مَعِدَتِكَ وَأَسْقَامِكَ الْكَثِيرَةِ.
μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ᾽ χρῶ οἴνῳ ὀλίγῳ διὰ τὸν ; στόμαχον ; σου καὶ ; τὰς ; σου ; ἀσθενείας. πυκνάς
لأَنَّ أُولئِكَ أَدَّبُونَا أَيَّامًا قَلِيلَةً حَسَبَ اسْتِحْسَانِهِمْ، وَأَمَّا هذَا فَلأَجْلِ الْمَنْفَعَةِ، لِكَيْ نَشْتَرِكَ فِي قَدَاسَتِهِ.
οἱ ; μὲν ; γὰρ ἐπαίδευον, πρὸς ; ἡμέρας ὀλίγας κατὰ τὸ ; δοκοῦν ὁ ; δὲ ἐπὶ ; τὸ συμφέρον εἰς τὸ ; μεταλαβεῖν τῆς ; ἁγιότητος ; αὐτοῦ.
هكَذَا اللِّسَانُ أَيْضًا، هُوَ عُضْوٌ صَغِيرٌ وَيَفْتَخِرُ مُتَعَظِّمًا. هُوَذَا نَارٌ قَلِيلَةٌ، أَيَّ وُقُودٍ تُحْرِقُ.
Οὕτως ἡ ; γλῶσσα καὶ ἐστὶν μέλος μικρὸν καὶ ; αὐχεῖ. μεγάλα ἰδοὺ πῦρ ὀλίγον ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει·