ك
إصحاح
G2918
G2919. krínō
G2920
المعنى المختصر للكلمة
krínō: by implication, to try, condemn, punish
اللفظ الأصلي κρίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق krínō (kree-no)
تكرار الورود في الكتاب 106 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

properly, to distinguish, i.e. decide (mentally or judicially);

المعنى والشرح المفصل

by implication, to try, condemn, punish

الإنجليزية — KJV Translation Tags
avenge conclude condemn damn decree determine esteem judge go to (sue at the) law ordain call in question sentence to think

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κρίνει (5×) κρινεῖ (5×) κρίνων (4×) κρίνετε, (4×) κρίνετε (4×) κρίνω (3×) κρίνεσθαι (3×) κρίνεις (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (106 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّ السَّاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ وَرُؤَسَاءَهُمْ لَمْ يَعْرِفُوا هذَا. وَأَقْوَالُ الأَنْبِيَاءِ الَّتِي تُقْرَأُ كُلَّ سَبْتٍ تَمَّمُوهَا، إِذْ حَكَمُوا عَلَيْهِ.
γὰρ κατοικοῦντες ; οἱ ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; οἱ ; ἄρχοντες ; αὐτῶν ἀγνοήσαντες τοῦτον καὶ ; τὰς ; φωνὰς τῶν ; προφητῶν τὰς ἀναγινωσκομένας, κατὰ ; πᾶν σάββατον ἐπλήρωσαν· κρίναντες
فَجَاهَرَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَقَالاَ: كَانَ يَجِبُ أَنْ تُكَلَّمُوا أَنْتُمْ أَوَّلاً بِكَلِمَةِ اللهِ، وَلكِنْ إِذْ دَفَعْتُمُوهَا عَنْكُمْ، وَحَكَمْتُمْ أَنَّكُمْ غَيْرُ مُسْتَحِقِّينَ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، هُوَذَا نَتَوَجَّهُ إِلَى الأُمَمِ.
παρρησιασάμενοί ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ὁ ; Βαρναβᾶς εἶπαν· ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι ὑμῖν πρῶτον τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ· ἐπειδὴ ; δὲ ἀπωθεῖσθε ; αὐτὸν καὶ ; κρίνετε ἑαυτοὺς οὐκ ἀξίους τῆς ; ζωῆς, αἰωνίου ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ; ἔθνη.
لِذلِكَ أَنَا أَرَى أَنْ لاَ يُثَقَّلَ عَلَى الرَّاجِعِينَ إِلَى اللهِ مِنَ الأُمَمِ،
διὸ ἐγὼ κρίνω μὴ παρενοχλεῖν τοῖς ἐπιστρέφουσιν ἐπὶ τὸν ; θεόν, ἀπὸ τῶν ; ἐθνῶν
وَإِذْ كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي الْمُدُنِ كَانُوا يُسَلِّمُونَهُمُ الْقَضَايَا الَّتِي حَكَمَ بِهَا الرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ لِيَحْفَظُوهَا.
δὲ ; ὡς διεπορεύοντο τὰς ; πόλεις, παρεδίδοσαν ; αὐτοῖς τὰ ; δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ ; τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις.¶ φυλάσσειν
فَلَمَّا اعْتَمَدَتْ هِيَ وَأَهْلُ بَيْتِهَا طَلَبَتْ قَائِلَةً: إِنْ كُنْتُمْ قَدْ حَكَمْتُمْ أَنِّي مُؤْمِنَةٌ بِالرَّبِّ، فَادْخُلُوا بَيْتِي وَامْكُثُوا. فَأَلْزَمَتْنَا.
ὡς ; δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ; ὁ ; οἶκος ; αὐτῆς, παρεκάλεσεν λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν ; εἶναι, τῷ ; κυρίῳ εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; μου ; οἶκόν μείνατε καὶ ; παρεβιάσατο ; ἡμᾶς.¶
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
لأَنَّ بُولُسَ عَزَمَ أَنْ يَتَجَاوَزَ أَفَسُسَ لِئَلاَّ يَعْرِضَ لَهُ أَنْ يَصْرِفَ وَقْتًا فِي أَسِيَّا، لأَنَّهُ كَانَ يُسْرِعُ حَتَّى إِذَا أَمْكَنَهُ يَكُونُ فِي أُورُشَلِيمَ فِي يَوْمِ الْخَمْسِينَ.
γὰρ ὁ ; Παῦλος Ἔκρινεν παραπλεῦσαι τὴν ; Ἔφεσον, ὅπως ; μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ· ἔσπευδεν γὰρ εἰ ; δυνατὸν ; ἦν; αὐτῷ γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα.¶ τὴν ἡμέραν τῆς ; πεντηκοστῆς
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الَّذِينَ آمَنُوا مِنَ الأُمَمِ، فَأَرْسَلْنَا نَحْنُ وَحَكَمْنَا أَنْ لاَ يَحْفَظُوا مِثْلَ ذلِكَ، سِوَى أَنْ يُحَافِظُوا عَلَى أَنْفُسِهِمْ مِمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَمِنَ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا.
περὶ ; δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἐπεστείλαμεν ἡμεῖς κρίναντες μηδὲν τηρεῖν τοιοῦτον αὐτούς εἰ ; μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε ; εἰδωλόθυτον καὶ τὸ ; αἷμα καὶ ; πνικτὸν καὶ ; πορνείαν.¶
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُ بُولُسُ: سَيَضْرِبُكَ اللهُ أَيُّهَا الْحَائِطُ الْمُبَيَّضُ. أَفَأَنْتَ جَالِسٌ تَحْكُمُ عَلَيَّ حَسَبَ النَّامُوسِ، وَأَنْتَ تَأْمُرُ بِضَرْبِي مُخَالِفًا لِلنَّامُوسِ.
τότε εἶπεν· πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Παῦλος τύπτειν ; σε ; μέλλει ὁ ; θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ ; σὺ ; κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν ; νόμον, καὶ ; κελεύεις με ; τύπτεσθαι; παρανομῶν
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَقَدْ شَرَعَ أَنْ يُنَجِّسَ الْهَيْكَلَ أَيْضًا، أَمْسَكْنَاهُ وَأَرَدْنَا أَنْ نَحْكُمَ عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِنَا.
ὃς ἐπείρασεν βεβηλῶσαι, τὸ ; ἱερὸν καὶ ὃν ; καὶ ; ἐκρατήσαμεν ἠθελήσαμεν κρίνειν. κατὰ τὸν ; ἡμέτερον ; νόμον
إِلاَّ مِنْ جِهَةِ هذَا الْقَوْلِ الْوَاحِدِ الَّذِي صَرَخْتُ بِهِ وَاقِفًا بَيْنَهُمْ: أَنِّي مِنْ أَجْلِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أُحَاكَمُ مِنْكُمُ الْيَوْمَ.
ἢ περὶ ταύτης φωνῆς μιᾶς ἧς ἐκέκραξα ἑστὼς ἐν ; αὐτοῖς ὅτι ; ἐγὼ περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν κρίνομαι ὑφ᾽; ὑμῶν.¶ σήμερον
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا وَاقِفٌ لَدَى كُرْسِيِّ وِلاَيَةِ قَيْصَرَ حَيْثُ يَنْبَغِي أَنْ أُحَاكَمَ. أَنَا لَمْ أَظْلِمِ الْيَهُودَ كَمَا تَعْلَمُ أَنْتَ أَيْضًا جَيِّدًا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· εἰμι, ἑστώς ἐπὶ τοῦ ; βήματος Καίσαρος οὗ δεῖ κρίνεσθαι. με οὐδὲν ἠδίκησα, Ἰουδαίους ὡς ἐπιγινώσκεις· σὺ καὶ κάλλιον
وَإِذْ كُنْتُ مُرْتَابًا فِي الْمَسْأَلَةِ عَنْ هذَا قُلْتُ: أَلَعَلَّهُ يَشَاءُ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَيُحَاكَمَ هُنَاكَ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ ἐγὼ ἀπορούμενος εἰς ζήτησιν περὶ τούτου ἔλεγον βούλοιτο ; εἰ πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι κἀκεῖ περὶ τούτων.
وَأَمَّا أَنَا فَلَمَّا وَجَدْتُ أَنَّهُ لَمْ يَفْعَلْ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، وَهُوَ قَدْ رَفَعَ دَعْوَاهُ إِلَى أُوغُسْطُسَ، عَزَمْتُ أَنْ أُرْسِلَهُ.
δὲ ἐγὼ καταλαβόμενος μηδὲν ; πεπραχέναι, ἄξιον ; αὐτὸν θανάτου αὐτοῦ ; δὲ ; τούτου ἐπικαλεσαμένου τὸν ; Σεβαστὸν ἔκρινα πέμπειν ; αὐτόν.
وَالآنَ أَنَا وَاقِفٌ أُحَاكَمُ عَلَى رَجَاءِ الْوَعْدِ الَّذِي صَارَ مِنَ اللهِ لآبَائِنَا،
καὶ ; νῦν ἕστηκα κρινόμενος, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἐπαγγελίας ; τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ πρὸς; τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν
فَلَمَّا اسْتَقَرَّ الرَّأْيُ أَنْ نُسَافِرَ فِي الْبَحْرِ إِلَى إِيطَالِيَا، سَلَّمُوا بُولُسَ وَأَسْرَى آخَرِينَ إِلَى قَائِدِ مِئَةٍ مِنْ كَتِيبَةِ أُوغُسْطُسَ اسْمُهُ يُولِيُوسُ.
Ὡς ; δὲ ἐκρίθη τοῦ ; ἀποπλεῖν ; ἡμᾶς εἰς τὴν ; Ἰταλίαν, παρεδίδουν τόν ; Παῦλον καί ; τινας ; δεσμώτας ἑτέρους ἑκατοντάρχῃ σπείρης Σεβαστῆς. ὀνόματι Ἰουλίῳ
لِذلِكَ أَنْتَ بِلاَ عُذْرٍ أَيُّهَا الإِنْسَانُ، كُلُّ مَنْ يَدِينُ. لأَنَّكَ فِي مَا تَدِينُ غَيْرَكَ تَحْكُمُ عَلَى نَفْسِكَ. لأَنَّكَ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ تَفْعَلُ تِلْكَ الأُمُورَ بِعَيْنِهَا.
Διὸ εἶ, ἀναπολόγητος ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· γὰρ ἐν ᾧ κρίνεις τὸν ; ἕτερον, κατακρίνεις· σεαυτὸν γὰρ ὁ κρίνων. πράσσεις τὰ ; αὐτὰ
لِذلِكَ أَنْتَ بِلاَ عُذْرٍ أَيُّهَا الإِنْسَانُ، كُلُّ مَنْ يَدِينُ. لأَنَّكَ فِي مَا تَدِينُ غَيْرَكَ تَحْكُمُ عَلَى نَفْسِكَ. لأَنَّكَ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ تَفْعَلُ تِلْكَ الأُمُورَ بِعَيْنِهَا.
Διὸ εἶ, ἀναπολόγητος ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· γὰρ ἐν ᾧ κρίνεις τὸν ; ἕτερον, κατακρίνεις· σεαυτὸν γὰρ ὁ κρίνων. πράσσεις τὰ ; αὐτὰ
لِذلِكَ أَنْتَ بِلاَ عُذْرٍ أَيُّهَا الإِنْسَانُ، كُلُّ مَنْ يَدِينُ. لأَنَّكَ فِي مَا تَدِينُ غَيْرَكَ تَحْكُمُ عَلَى نَفْسِكَ. لأَنَّكَ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ تَفْعَلُ تِلْكَ الأُمُورَ بِعَيْنِهَا.
Διὸ εἶ, ἀναπολόγητος ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· γὰρ ἐν ᾧ κρίνεις τὸν ; ἕτερον, κατακρίνεις· σεαυτὸν γὰρ ὁ κρίνων. πράσσεις τὰ ; αὐτὰ
أَفَتَظُنُّ هذَا أَيُّهَا الإِنْسَانُ الَّذِي تَدِينُ الَّذِينَ يَفْعَلُونَ مِثْلَ هذِهِ، وَأَنْتَ تَفْعَلُهَا، أَنَّكَ تَنْجُو مِنْ دَيْنُونَةِ اللهِ.
λογίζῃ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε ὁ κρίνων τοὺς πράσσοντας τὰ ; τοιαῦτα καὶ ; ποιῶν ; αὐτά, ὅτι σὺ ; ἐκφεύξῃ τὸ ; κρίμα τοῦ ; θεοῦ;
لأَنَّ كُلَّ مَنْ أَخْطَأَ بِدُونِ النَّامُوسِ فَبِدُونِ النَّامُوسِ يَهْلِكُ. وَكُلُّ مَنْ أَخْطَأَ فِي النَّامُوسِ فَبِالنَّامُوسِ يُدَانُ.
γὰρ Ὅσοι ἥμαρτον, ἀνόμως ἀνόμως ἀπολοῦνται· καὶ ; ὅσοι ἥμαρτον, ἐν νόμῳ διὰ ; νόμου κριθήσονται·
فِي الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ يَدِينُ اللهُ سَرَائِرَ النَّاسِ حَسَبَ إِنْجِيلِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ ; θεὸς τὰ ; κρυπτὰ τῶν ; ἀνθρώπων κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου διὰ ; Χριστοῦ Χριστοῦ
وَتَكُونُ الْغُرْلَةُ الَّتِي مِنَ الطَّبِيعَةِ، وَهِيَ تُكَمِّلُ النَّامُوسَ، تَدِينُكَ أَنْتَ الَّذِي فِي الْكِتَابِ وَالْخِتَانِ تَتَعَدَّى النَّامُوسَ.
καὶ ἡ ; ἀκροβυστία ἐκ φύσεως τελοῦσα τὸν ; νόμον κρινεῖ σὲ τὸν διὰ γράμματος καὶ ; περιτομῆς παραβάτην νόμου.
حَاشَا. فَكَيْفَ يَدِينُ اللهُ الْعَالَمَ إِذْ ذَاكَ.
μὴ ; γένοιτο· πῶς κρινεῖ ὁ ; θεὸς τὸν ; κόσμον; ἐπεὶ
فَإِنَّهُ إِنْ كَانَ صِدْقُ اللهِ قَدِ ازْدَادَ بِكَذِبِي لِمَجْدِهِ، فَلِمَاذَا أُدَانُ أَنَا بَعْدُ كَخَاطِئٍ.
γὰρ εἰ ἡ ; ἀλήθεια τοῦ ; θεοῦ ἐπερίσσευσεν ἐν ; τῷ ; ἐμῷ ; ψεύσματι εἰς ; τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, τί κρίνομαι; ἔτι ; κἀγὼ ὡς ; ἁμαρτωλὸς
لاَ يَزْدَرِ مَنْ يَأْكُلُ بِمَنْ لاَ يَأْكُلُ، وَلاَ يَدِنْ مَنْ لاَ يَأْكُلُ مَنْ يَأْكُلُ، لأَنَّ اللهَ قَبِلَهُ.
μὴ ἐξουθενείτω, ὁ ; ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα καὶ ; μὴ κρινέτω· ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα γὰρ ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; προσελάβετο.
مَنْ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ عَبْدَ غَيْرِكَ. لِمَوْلاَهُ يَثْبُتُ أَوْ يَسْقُطُ. وَلكِنَّهُ سَيُثَبَّتُ، لأَنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُثَبِّتَهُ.
τίς σὺ ; εἶ ὁ κρίνων οἰκέτην; ἀλλότριον τῷ ; κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει. δέ, σταθήσεται γὰρ ; ἐστιν ὁ ; θεὸς δυνατὸς στῆσαι ; αὐτόν.
وَاحِدٌ يَعْتَبِرُ يَوْمًا دُونَ يَوْمٍ، وَآخَرُ يَعْتَبِرُ كُلَّ يَوْمٍ. فَلْيَتَيَقَّنْ كُلُّ وَاحِدٍ فِي عَقْلِهِ:
ὃς ; μὲν κρίνει ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν, ὃς ; δὲ κρίνει πᾶσαν ἡμέραν· πληροφορείσθω. ἕκαστος ἐν τῷ ; ἰδίῳ ; νοῒ