المعنى المختصر للكلمة
krínō:
by
implication, to try, condemn, punish
اللفظ الأصلي
κρίνω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
krínō
(kree-no)
تكرار الورود في الكتاب
106
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
properly, to distinguish, i.e. decide (mentally or judicially);
المعنى والشرح المفصل
by implication, to try, condemn, punish
الإنجليزية — KJV Translation Tags
avenge
conclude
condemn
damn
decree
determine
esteem
judge
go to (sue at the) law
ordain
call in question
sentence to
think
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
κρίνει (5×)
κρινεῖ (5×)
κρίνων (4×)
κρίνετε, (4×)
κρίνετε (4×)
κρίνω (3×)
κρίνεσθαι (3×)
κρίνεις (3×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (106 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يعقوب 2: 12
Jas.2.12
هكَذَا تَكَلَّمُوا وَهكَذَا افْعَلُوا كَعَتِيدِينَ أَنْ تُحَاكَمُوا بِنَامُوسِ الْحُرِّيَّةِ.
οὕτως λαλεῖτε καὶ ; οὕτως ποιεῖτε μέλλοντες κρίνεσθαι. διὰ ; νόμου ἐλευθερίας
يعقوب 4: 11
Jas.4.11
لاَ يَذُمَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. الَّذِي يَذُمُّ أَخَاهُ وَيَدِينُ أَخَاهُ يَذُمُّ النَّامُوسَ وَيَدِينُ النَّامُوسَ. وَإِنْ كُنْتَ تَدِينُ النَّامُوسَ، فَلَسْتَ عَامِلاً بِالنَّامُوسِ، بَلْ دَيَّانًا
Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ; κρίνων τὸν ; αὐτοῦ ; ἀδελφὸν καταλαλεῖ νόμου καὶ ; κρίνει νόμον· εἰ ; δὲ κρίνεις, νόμον οὐκ ; εἶ ποιητὴς νόμου ἀλλὰ κριτής.
يعقوب 4: 11
Jas.4.11
لاَ يَذُمَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. الَّذِي يَذُمُّ أَخَاهُ وَيَدِينُ أَخَاهُ يَذُمُّ النَّامُوسَ وَيَدِينُ النَّامُوسَ. وَإِنْ كُنْتَ تَدِينُ النَّامُوسَ، فَلَسْتَ عَامِلاً بِالنَّامُوسِ، بَلْ دَيَّانًا
Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ; κρίνων τὸν ; αὐτοῦ ; ἀδελφὸν καταλαλεῖ νόμου καὶ ; κρίνει νόμον· εἰ ; δὲ κρίνεις, νόμον οὐκ ; εἶ ποιητὴς νόμου ἀλλὰ κριτής.
يعقوب 4: 11
Jas.4.11
لاَ يَذُمَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. الَّذِي يَذُمُّ أَخَاهُ وَيَدِينُ أَخَاهُ يَذُمُّ النَّامُوسَ وَيَدِينُ النَّامُوسَ. وَإِنْ كُنْتَ تَدِينُ النَّامُوسَ، فَلَسْتَ عَامِلاً بِالنَّامُوسِ، بَلْ دَيَّانًا
Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ; κρίνων τὸν ; αὐτοῦ ; ἀδελφὸν καταλαλεῖ νόμου καὶ ; κρίνει νόμον· εἰ ; δὲ κρίνεις, νόμον οὐκ ; εἶ ποιητὴς νόμου ἀλλὰ κριτής.
يعقوب 4: 12
Jas.4.12
وَاحِدٌ هُوَ وَاضِعُ النَّامُوسِ، الْقَادِرُ أَنْ يُخَلِّصَ وَيُهْلِكَ. فَمَنْ أَنْتَ يَا مَنْ تَدِينُ غَيْرَكَ.
εἷς ἐστιν ὁ ; νομοθέτης ὁ ; δυνάμενος σῶσαι καὶ ; ἀπολέσαι· δὲ ; τίς ; εἶ σὺ ὃς; κρίνεις τὸν ; ἕτερον
بطرس الأولى 1: 17
1Pe.1.17
وَإِنْ كُنْتُمْ تَدْعُونَ أَبًا الَّذِي يَحْكُمُ بِغَيْرِ مُحَابَاةٍ حَسَبَ عَمَلِ كُلِّ وَاحِدٍ، فَسِيرُوا زَمَانَ غُرْبَتِكُمْ بِخَوْفٍ،
καὶ ; εἰ ἐπικαλεῖσθε πατέρα τὸν κρίνοντα ἀπροσωπολήμπτως κατὰ ἔργον, ἑκάστου ἀναστράφητε· χρόνον παροικίας ; ὑμῶν ἐν ; φόβῳ
بطرس الأولى 2: 23
1Pe.2.23
الَّذِي إِذْ شُتِمَ لَمْ يَكُنْ يَشْتِمُ عِوَضًا، وَإِذْ تَأَلَّمَ لَمْ يَكُنْ يُهَدِّدُ بَلْ كَانَ يُسَلِّمُ لِمَنْ يَقْضِي بِعَدْل.
ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, δὲ παρεδίδου τῷ κρίνοντι δικαίως·
بطرس الأولى 4: 5
1Pe.4.5
الَّذِينَ سَوْفَ يُعْطُونَ حِسَابًا لِلَّذِي هُوَ عَلَى اسْتِعْدَادٍ أَنْ يَدِينَ الأَحْيَاءَ وَالأَمْوَاتَ.
οἳ ἀποδώσουσιν λόγον τῷ ἑτοίμως ; ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ ; νεκρούς.
بطرس الأولى 4: 6
1Pe.4.6
فَإِنَّهُ لأَجْلِ هذَا بُشِّرَ الْمَوْتى أَيْضًا، لِكَيْ يُدَانُوا حَسَبَ النَّاسِ بِالْجَسَدِ، وَلكِنْ لِيَحْيَوْا حَسَبَ اللهِ بِالرُّوحِ.
γὰρ εἰς τοῦτο εὐηγγελίσθη, νεκροῖς καὶ ἵνα κριθῶσιν κατὰ ἀνθρώπους σαρκί, δὲ ζῶσιν κατὰ θεὸν πνεύματι.¶
الرؤيا 6: 10
Rev.6.10
وَصَرَخُوا بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلِينَ: حَتَّى مَتَى أَيُّهَا السَّيِّدُ الْقُدُّوسُ وَالْحَقُّ، لاَ تَقْضِي وَتَنْتَقِمُ لِدِمَائِنَا مِنَ السَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; ἔκραζον φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ ; δεσπότης ὁ ; ἅγιος καὶ ; ὁ ; ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ; ἐκδικεῖς τὸ ; αἷμα ; ἡμῶν ἀπὸ τῶν ; κατοικούντων ἐπὶ τῆς ; γῆς;
الرؤيا 11: 18
Rev.11.18
وَغَضِبَتِ الأُمَمُ، فَأَتَى غَضَبُكَ وَزَمَانُ الأَمْوَاتِ لِيُدَانُوا، وَلِتُعْطَى الأُجْرَةُ لِعَبِيدِكَ الأَنْبِيَاءِ وَالْقِدِّيسِينَ وَالْخَائِفِينَ اسْمَكَ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ، وَلِيُهْلَكَ الَّذِينَ كَانُوا يُهْلِكُونَ الأَرْضَ.
καὶ ; ὠργίσθησαν, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἦλθεν ἡ ; ὀργή ; σου καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῶν ; νεκρῶν κριθῆναι καὶ ; δοῦναι τὸν ; μισθὸν τοῖς ; δούλοις ; σου τοῖς ; προφήταις καὶ ; τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; τοῖς ; φοβουμένοις τὸ ; ὄνομά ; σου, τοῖς; μικροῖς καὶ ; τοῖς; μεγάλοις καὶ ; διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν ; γῆν.¶
الرؤيا 16: 5
Rev.16.5
وَسَمِعْتُ مَلاَكَ الْمِيَاهِ يَقُولُ: عَادِلٌ أَنْتَ أَيُّهَا الْكَائِنُ وَالَّذِي كَانَ وَالَّذِي يَكُونُ، لأَنَّكَ حَكَمْتَ هكَذَا.
καὶ ; ἤκουσα τοῦ ; ἀγγέλου τῶν ; ὑδάτων λέγοντος· δίκαιος εἶ, ὁ ὢν καὶ ; ὁ ἦν ὁ ; ὅσιος, ὅτι ἔκρινας, ταῦτα
الرؤيا 18: 8
Rev.18.8
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ فِي يَوْمٍ وَاحِدٍ سَتَأْتِي ضَرَبَاتُهَا: مَوْتٌ وَحُزْنٌ وَجُوعٌ، وَتَحْتَرِقُ بِالنَّارِ، لأَنَّ الرَّبَّ الإِلهَ الَّذِي يَدِينُهَا قَوِيٌّ.
διὰ τοῦτο ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἥξουσιν αἱ ; πληγαὶ ; αὐτῆς, θάνατος καὶ ; πένθος καὶ ; λιμός, καὶ ; κατακαυθήσεται, ἐν ; πυρὶ ὅτι κύριος ὁ ; θεὸς ὁ ; αὐτήν.¶ ; κρίνων ἰσχυρὸς
الرؤيا 19: 2
Rev.19.2
لأَنَّ أَحْكَامَهُ حَقٌّ وَعَادِلَةٌ، إِذْ قَدْ دَانَ الزَّانِيَةَ الْعَظِيمَةَ الَّتِي أَفْسَدَتِ الأَرْضَ بِزِنَاهَا، وَانْتَقَمَ لِدَمِ عَبِيدِهِ مِنْ يَدِهَا.
ὅτι αἱ ; κρίσεις ; αὐτοῦ, ἀληθιναὶ καὶ ; δίκαιαι ὅτι ἔκρινεν τὴν ; πόρνην τὴν ; μεγάλην ἥτις ἔφθειρεν τὴν ; γῆν ἐν ; πορνείᾳ ; τῇ ἐξεδίκησεν τὸ ; αἷμα τῶν ; αὐτοῦ ; δούλων ἐκ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς.¶
الرؤيا 19: 11
Rev.19.11
ثُمَّ رَأَيْتُ السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِذَا فَرَسٌ أَبْيَضُ وَالْجَالِسُ عَلَيْهِ يُدْعَى أَمِينًا وَصَادِقًا، وَبِالْعَدْلِ يَحْكُمُ وَيُحَارِبُ.
Καὶ εἶδον τὸν ; οὐρανὸν ἠνεῳγμένον καὶ ; ἰδοὺ ἵππος λευκός καὶ ; ὁ ; καθήμενος ἐπ᾽ ; αὐτὸν καλούμενος πιστὸς καὶ ; ἀληθινός, ἐν ; δικαιοσύνῃ κρίνει καὶ ; πολεμεῖ·
الرؤيا 20: 13
Rev.20.13
وَسَلَّمَ الْبَحْرُ الأَمْوَاتَ الَّذِينَ فِيهِ، وَسَلَّمَ الْمَوْتُ وَالْهَاوِيَةُ الأَمْوَاتَ الَّذِينَ فِيهِمَا. وَدِينُوا كُلُّ وَاحِدٍ بِحَسَبِ أَعْمَالِهِ.
καὶ ; ἔδωκεν ἡ ; θάλασσα τοὺς ; νεκροὺς τοὺς ἐν ; αὐτῇ, καὶ ; ἔδωκαν ὁ ; θάνατος καὶ ; ὁ ; ᾅδης τοὺς ; νεκροὺς τοὺς ἐν ; αὐτοῖς, καὶ ; ἐκρίθησαν ἕκαστος κατὰ ἔργα ; αὐτῶν. ; τὰ