ك
إصحاح
G2748
G2749. keimai
G2750
المعنى المختصر للكلمة
keimai: to lie outstretched (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي κεῖμαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق keimai (ki-mahee)
تكرار الورود في الكتاب 26 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to lie outstretched (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be (appointed, laid up, made, set) lay lie

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔκειτο (4×) κείμενα (4×) κείμενον (3×) κεῖται· (2×) κεῖται. (2×) κεῖται, (2×) ἐκεῖ ; κείμεναι, (1×) τὸν ; κείμενον, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (26 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ Ἤδη κεῖται. ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
أَنْتُمْ نُورُ الْعَالَمِ. لاَ يُمْكِنُ أَنْ تُخْفَى مَدِينَةٌ مَوْضُوعَةٌ عَلَى جَبَل،
Ὑμεῖς ; ἐστε φῶς ; τὸ τοῦ ; κόσμου· οὐ δύναται κρυβῆναι πόλις κειμένη· ἐπάνω ὄρους
لَيْسَ هُوَ ههُنَا، لأَنَّهُ قَامَ كَمَا قَالَ. هَلُمَّا انْظُرَا الْمَوْضِعَ الَّذِي كَانَ الرَّبُّ مُضْطَجِعًا فِيهِ.
οὐκ ἔστιν ὧδε· γὰρ ἠγέρθη καθὼς εἶπεν. δεῦτε ἴδετε τὸν ; τόπον ὅπου ὁ ; κύριος. ἔκειτο
وَهذِهِ لَكُمُ الْعَلاَمَةُ: تَجِدُونَ طِفْلاً مُقَمَّطًا مُضْجَعًا فِي مِذْوَدٍ.
καὶ ; τοῦτο ὑμῖν τὸ ; σημεῖον· εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον κείμενον ἐν τῇ ; φάτνῃ.
فَجَاءُوا مُسْرِعِينَ، وَوَجَدُوا مَرْيَمَ وَيُوسُفَ وَالطِّفْلَ مُضْجَعًا فِي الْمِذْوَدِ.
καὶ ; ἦλθαν σπεύσαντες καὶ ; ἀνεῦραν τήν ; τε ; Μαριὰμ καὶ ; τὸν ; Ἰωσὴφ καὶ ; τὸ ; βρέφος κείμενον ἐν τῇ ; φάτνῃ.
وَبَارَكَهُمَا سِمْعَانُ، وَقَالَ لِمَرْيَمَ أُمِّهِ: هَا إِنَّ هذَا قَدْ وُضِعَ لِسُقُوطِ وَقِيَامِ كَثِيرِينَ فِي إِسْرَائِيلَ، وَلِعَلاَمَةٍ تُقَاوَمُ.
καὶ ; εὐλόγησεν ; αὐτοὺς Συμεὼν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; Μαριὰμ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς ; πτῶσιν καὶ ; ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ καὶ ; εἰς ; σημεῖον ἀντιλεγόμενον.
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَأَقُولُ لِنَفْسِي: يَا نَفْسُ لَكِ خَيْرَاتٌ كَثِيرَةٌ، مَوْضُوعَةٌ لِسِنِينَ كَثِيرَةٍ. اِسْتَرِيحِي وَكُلِي وَاشْرَبِي وَافْرَحِي.
καὶ ; ἐρῶ τῇ ; ψυχῇ ; μου· ψυχή, ἔχεις ἀγαθὰ πολλὰ κείμενα εἰς ; ἔτη πολλά. ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
وَأَنْزَلَهُ، وَلَفَّهُ بِكَتَّانٍ، وَوَضَعَهُ فِي قَبْرٍ مَنْحُوتٍ حَيْثُ لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ وُضِعَ قَطُّ.
καὶ ; καθελὼν ; αὐτὸ ἐνετύλιξεν ; αὐτὸ σινδόνι καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς κείμενος.¶ οὐδέπω
فَقَامَ بُطْرُسُ وَرَكَضَ إِلَى الْقَبْرِ، فَانْحَنَى وَنَظَرَ الأَكْفَانَ مَوْضُوعَةً وَحْدَهَا، فَمَضَى مُتَعَجِّبًا فِي نَفْسِهِ مِمَّا كَانَ.
δὲ ; ἀναστὰς Ὁ ; Πέτρος ἔδραμεν ἐπὶ τὸ ; μνημεῖον, καὶ ; παρακύψας βλέπει τὰ ; ὀθόνια κείμενα μόνα καὶ ; ἀπῆλθεν θαυμάζων πρὸς ἑαυτὸν τὸ γεγονός.¶
وَكَانَتْ سِتَّةُ أَجْرَانٍ مِنْ حِجَارَةٍ مَوْضُوعَةً هُنَاكَ، حَسَبَ تَطْهِيرِ الْيَهُودِ، يَسَعُ كُلُّ وَاحِدٍ مِطْرَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةً.
ἦσαν ; δὲ ἓξ ὑδρίαι λίθιναι ἐκεῖ ; κείμεναι, κατὰ τὸν ; καθαρισμὸν τῶν ; Ἰουδαίων χωροῦσαι ἀνὰ ; μετρητὰς ; δύο ἢ τρεῖς.
فَرَفَعُوا الْحَجَرَ حَيْثُ كَانَ الْمَيْتُ مَوْضُوعًا، وَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ إِلَى فَوْقُ، وَقَالَ: أَيُّهَا الآبُ، أَشْكُرُكَ لأَنَّكَ سَمِعْتَ لِي،
ἦραν ; οὖν τὸν ; λίθον οὗ ἦν ὁ ; τεθνηκὼς κειμένος. δὲ ; ἦρεν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ ; εἶπεν· πάτερ, εὐχαριστῶ ; σοι ὅτι ἤκουσάς μου.
وَكَانَ إِنَاءٌ مَوْضُوعًا مَمْلُوًّا خَّلاً، فَمَلأُوا إِسْفِنْجَةً مِنَ الْخَلِّ، وَوَضَعُوهَا عَلَى زُوفَا وَقَدَّمُوهَا إِلَى فَمِهِ.
οὖν σκεῦος ἔκειτο μεστόν. ὄξους δέ; πλήσαντες; οἱ σπόγγον ὄξους καὶ ; περιθέντες ὑσσώπῳ προσήνεγκαν ; αὐτοῦ τῷ στόματι.
وَانْحَنَى فَنَظَرَ الأَكْفَانَ مَوْضُوعَةً، وَلكِنَّهُ لَمْ يَدْخُلْ.
καὶ ; παρακύψας βλέπει τὰ ; ὀθόνια, κείμενα μέντοι οὐ εἰσῆλθεν.¶
ثُمَّ جَاءَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ يَتْبَعُهُ، وَدَخَلَ الْقَبْرَ وَنَظَرَ الأَكْفَانَ مَوْضُوعَةً،
οὖν Ἔρχεται Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν ; αὐτῷ καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὸ ; μνημεῖον, καὶ ; θεωρεῖ τὰ ; ὀθόνια κείμενα
وَالْمِنْدِيلَ الَّذِي كَانَ عَلَى رَأْسِهِ لَيْسَ مَوْضُوعًا مَعَ الأَكْفَانِ، بَلْ مَلْفُوفًا فِي مَوْضِعٍ وَحْدَهُ.
καὶ ; τὸ ; σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτοῦ οὐ κείμενον μετὰ τῶν ; ὀθονίων ἀλλὰ ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα ; τόπον.¶ χωρὶς
فَنَظَرَتْ مَلاَكَيْنِ بِثِيَابٍ بِيضٍ جَالِسَيْنِ وَاحِدًا عِنْدَ الرَّأْسِ وَالآخَرَ عِنْدَ الرِّجْلَيْنِ، حَيْثُ كَانَ جَسَدُ يَسُوعَ مَوْضُوعًا.
καὶ ; θεωρεῖ δύο ; ἀγγέλους ἐν ; λευκοῖς καθεζομένους ἕνα πρὸς τῇ ; κεφαλῇ καὶ ; ἕνα πρὸς τοῖς ; ποσίν, ὅπου τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. ἔκειτο
فَلَمَّا خَرَجُوا إِلَى الأَرْضِ نَظَرُوا جَمْرًا مَوْضُوعًا وَسَمَكًا مَوْضُوعًا عَلَيْهِ وَخُبْزًا.
Ὡς ; οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν ; γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ; ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ; ἄρτον.
فَإِنَّهُ لاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَضَعَ أَسَاسًا آخَرَ غَيْرَ الَّذِي وُضِعَ، الَّذِي هُوَ يَسُوعُ الْمَسِيحُ.
γὰρ οὐδεὶς ; δύναται θεῖναι θεμέλιον ἄλλον παρὰ τὸν ; κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; Χριστός.
لكِنْ حَتَّى الْيَوْمِ، حِينَ يُقْرَأُ مُوسَى، الْبُرْقُعُ مَوْضُوعٌ عَلَى قَلْبِهِمْ.
ἀλλ᾽ ἕως σήμερον ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα κεῖται· ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτῶν
وَأُولئِكَ عَنْ مَحَبَّةٍ، عَالِمِينَ أَنِّي مَوْضُوعٌ لِحِمَايَةِ الإِنْجِيلِ.
οἱ ; μὲν ἐξ ἀγάπης εἰδότες ὅτι κεῖμαι· εἰς ; ἀπολογίαν τοῦ ; εὐαγγελίου
كَيْ لاَ يَتَزَعْزَعَ أَحَدٌ فِي هذِهِ الضِّيقَاتِ. فَإِنَّكُمْ أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّنَا مَوْضُوعُونَ لِهذَا.
τῷ; μηδένα ; σαίνεσθαι ἐν ταύταις· ταῖς ; θλίψεσιν γὰρ αὐτοὶ οἴδατε ὅτι κείμεθα· εἰς ; τοῦτο
عَالِمًا هذَا: أَنَّ النَّامُوسَ لَمْ يُوضَعْ لِلْبَارِّ، بَلْ لِلأَثَمَةِ وَالْمُتَمَرِّدِينَ، لِلْفُجَّارِ وَالْخُطَاةِ، لِلدَّنِسِينَ وَالْمُسْتَبِيحِينَ، لِقَاتِلِي الآبَاءِ وَقَاتِلِي الأُمَّهَاتِ، لِقَاتِلِي النَّاسِ،
εἰδὼς τοῦτο, ὅτι νόμος οὐ κεῖται, δικαίῳ δὲ ἀνόμοις καὶ ; ἀνυποτάκτοις, ἀσεβέσιν καὶ ; ἁμαρτωλοῖς, ἀνοσίοις καὶ ; βεβήλοις, πατρολῴαις καὶ ; μητρολῴαις, ἀνδροφόνοις,
نَعْلَمُ أَنَّنَا نَحْنُ مِنَ اللهِ، وَالْعَالَمَ كُلَّهُ قَدْ وُضِعَ فِي الشِّرِّيرِ.
οἴδαμεν ὅτι ἐσμεν ἐκ θεοῦ κόσμος ὅλος κεῖται. ἐν πονηρῷ
وَلِلْوَقْتِ صِرْتُ فِي الرُّوحِ، وَإِذَا عَرْشٌ مَوْضُوعٌ فِي السَّمَاءِ، وَعَلَى الْعَرْشِ جَالِسٌ.
καὶ ; εὐθέως ἐγενόμην ἐν πνεύματι καὶ ; ἰδοὺ θρόνος ἔκειτο ἐν τῷ ; οὐρανῷ, καὶ ; ἐπὶ τοῦ; θρόνου καθήμενος.
وَالْمَدِينَةُ كَانَتْ مَوْضُوعَةً مُرَبَّعَةً، طُولُهَا بِقَدْرِ الْعَرْضِ. فَقَاسَ الْمَدِينَةَ بِالْقَصَبَةِ مَسَافَةَ اثْنَيْ عَشَرَ أَلْفَ غَلْوَةٍ. الطُّولُ وَالْعَرْضُ وَالارْتِفَاعُ مُتَسَاوِيَةٌ.
καὶ ; ἡ ; πόλις κεῖται, τετράγωνος καὶ ; τὸ ; μῆκος ; αὐτῆς ὅσον καὶ ; τὸ ; πλάτος. καὶ ; ἐμέτρησεν τὴν ; πόλιν τῷ ; καλάμῳ ἐπὶ δώδεκα χιλιάδων σταδίων μῆκος ; τὸ καὶ ; τὸ ; πλάτος καὶ ; τὸ ; ὕψος ; αὐτῆς ἴσα ; ἐστίν.