ك
إصحاح
G2569
G2570. kalós
G2571
المعنى المختصر للكلمة
kalós: of uncertain affinity
اللفظ الأصلي καλός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kalós (kal-os)
تكرار الورود في الكتاب 95 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 of uncertain affinity
2 properly, beautiful, but chiefly (figuratively) good (literally or morally), i.e. valuable or virtuous (for appearance or use, and thus distinguished from , which is properly intrinsic)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
X better fair good(-ly) honest meet well worthy

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καλὸν (36×) τὸ ; καλὸν (5×) τὴν ; καλὴν (5×) καλῶν (5×) καλὴν (5×) τὰ ; καλὰ (4×) καλὸς (3×) καλὰ (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (95 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ Ἤδη κεῖται. ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
فَلْيُضِئْ نُورُكُمْ هكَذَا قُدَّامَ النَّاسِ، لِكَيْ يَرَوْا أَعْمَالَكُمُ الْحَسَنَةَ، وَيُمَجِّدُوا أَبَاكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
λαμψάτω τὸ ; φῶς ; ὑμῶν οὕτως ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν ; ἔργα τὰ ; καλὰ δοξάσωσιν τὸν ; πατέρα ; ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
هكَذَا كُلُّ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تَصْنَعُ أَثْمَارًا جَيِّدَةً، وَأَمَّا الشَّجَرَةُ الرَّدِيَّةُ فَتَصْنَعُ أَثْمَارًا رَدِيَّةً،
οὕτως πᾶν δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖ, καρποὺς καλοὺς δὲ τὸ ; δένδρον σαπρὸν ποιεῖ. καρποὺς πονηροὺς
لاَ تَقْدِرُ شَجَرَةٌ جَيِّدَةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا رَدِيَّةً، وَلاَ شَجَرَةٌ رَدِيَّةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا جَيِّدَةً.
οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖν καρποὺς πονηροὺς οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιεῖν. καρποὺς καλοὺς
كُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
متى 12: 33 Mat.12.33
اِجْعَلُوا الشَّجَرَةَ جَيِّدَةً وَثَمَرَهَا جَيِّدًا، أَوِ اجْعَلُوا الشَّجَرَةَ رَدِيَّةً وَثَمَرَهَا رَدِيًّا، لأَنْ مِنَ الثَّمَرِ تُعْرَفُ الشَّجَرَةُ.
Ἢ ; ποιήσατε τὸ ; δένδρον καλὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ ; δένδρον σαπρὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ σαπρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; καρποῦ γινώσκεται. τὸ ; δένδρον
متى 12: 33 Mat.12.33
اِجْعَلُوا الشَّجَرَةَ جَيِّدَةً وَثَمَرَهَا جَيِّدًا، أَوِ اجْعَلُوا الشَّجَرَةَ رَدِيَّةً وَثَمَرَهَا رَدِيًّا، لأَنْ مِنَ الثَّمَرِ تُعْرَفُ الشَّجَرَةُ.
Ἢ ; ποιήσατε τὸ ; δένδρον καλὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ ; δένδρον σαπρὸν καὶ ; τὸν ; καρπὸν ; αὐτοῦ σαπρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; καρποῦ γινώσκεται. τὸ ; δένδρον
وَسَقَطَ آخَرُ عَلَى الأَرْضِ الْجَيِّدَةِ فَأَعْطَى ثَمَرًا، بَعْضٌ مِئَةً وَآخَرُ سِتِّينَ وَآخَرُ ثَلاَثِينَ.
δὲ ; ἔπεσεν ἄλλα ἐπὶ τὴν ; γῆν τὴν ; καλὴν καὶ ; ἐδίδου καρπόν, ὃ ; μὲν ἑκατόν, ὃ ; δὲ ἑξήκοντα, ὃ ; δὲ τριάκοντα.
متى 13: 23 Mat.13.23
وَأَمَّا الْمَزْرُوعُ عَلَى الأَرْضِ الْجَيِّدَةِ فَهُوَ الَّذِي يَسْمَعُ الْكَلِمَةَ وَيَفْهَمُ. وَهُوَ الَّذِي يَأْتِي بِثَمَرٍ، فَيَصْنَعُ بَعْضٌ مِئَةً وَآخَرُ سِتِّينَ وَآخَرُ ثَلاَثِينَ.
δὲ ὁ ; σπαρείς, ἐπὶ τὴν ; γῆν τὴν ; καλὴν οὗτός ; ἐστιν ὁ ἀκούων τὸν ; λόγον καὶ ; συνιείς, ὃς ; δὴ καρποφορεῖ ποιεῖ, ὃ ; μὲν ἑκατόν, ὃ ; δὲ ἑξήκοντα, ὃ ; δὲ τριάκοντα.¶
متى 13: 24 Mat.13.24
قَدَّمَ لَهُمْ مَثَلاً آخَرَ قِائِلاً: يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ إِنْسَانًا زَرَعَ زَرْعًا جَيِّدًا فِي حَقْلِهِ.
παρέθηκεν αὐτοῖς παραβολὴν Ἄλλην λέγων· ὡμοιώθη ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείροντι σπέρμα καλὸν ἐν τῷ ; ἀγρῷ ; αὐτοῦ.
متى 13: 27 Mat.13.27
فَجَاءَ عَبِيدُ رَبِّ الْبَيْتِ وَقَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَلَيْسَ زَرْعًا جَيِّدًا زَرَعْتَ فِي حَقْلِكَ. فَمِنْ أَيْنَ لَهُ زَوَانٌ..
προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δοῦλοι τοῦ ; οἰκοδεσπότου εἶπον αὐτῷ· κύριε, οὐχὶ σπέρμα καλὸν ἔσπειρας ἐν τῷ ; σῷ ; ἀγρῷ; οὖν ; πόθεν ἔχει τὰ ; ζιζάνια;
متى 13: 37 Mat.13.37
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: اَلزَّارِعُ الزَّرْعَ الْجَيِّدَ هُوَ ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ; σπείρων τὸ ; σπέρμα καλὸν ἐστὶν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου·
متى 13: 38 Mat.13.38
وَالْحَقْلُ هُوَ الْعَالَمُ. وَالزَّرْعُ الْجَيِّدُ هُوَ بَنُو الْمَلَكُوتِ. وَالزَّوَانُ هُوَ بَنُو الشِّرِّيرِ.
ὁ ; δὲ ; ἀγρός ἐστιν ὁ ; κόσμος· τὸ ; δὲ ; σπέρμα, καλὸν οὗτοί ; εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τῆς ; βασιλείας· τὰ ; δὲ ; ζιζάνιά εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; πονηροῦ·
متى 13: 45 Mat.13.45
أَيْضًا يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ إِنْسَانًا تَاجِرًا يَطْلُبُ لآلِئَ حَسَنَةً،
Πάλιν ὁμοία ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐμπόρῳ ζητοῦντι μαργαρίτας. καλοὺς
متى 13: 48 Mat.13.48
فَلَمَّا امْتَلأَتْ أَصْعَدُوهَا عَلَى الشَّاطِئِ، وَجَلَسُوا وَجَمَعُوا الْجِيَادَ إِلَى أَوْعِيَةٍ، وَأَمَّا الأَرْدِيَاءُ فَطَرَحُوهَا خَارِجًا.
ἣν ; ὅτε ἐπληρώθη ἀναβιβάσαντες ἐπὶ τὸν ; αἰγιαλόν, καὶ ; καθίσαντες συνέλεξαν τὰ ; καλὰ εἰς ἀγγεῖα δὲ τὰ ; σαπρὰ ἔβαλον. ἔξω
متى 15: 26 Mat.15.26
فَأَجَابَ وَقَالَ: لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَب.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ; ἔστιν καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν τοῖς ; κυναρίοις.¶
فَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ أَوْ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ أَوْ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي النَّارِ الأَبَدِيَّةِ وَلَكَ يَدَانِ أَوْ رِجْلاَنِ.
εἰ ; δὲ σκανδαλίζει ; σε, ἡ ; χείρ ; σου ἢ ὁ ; πούς ; σου ἔκκοψον ; αὐτὰ καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλὸν ἢ βληθῆναι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον. ἔχοντα δύο ; χεῖρας ἢ δύο ; πόδας
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي جَهَنَّمِ النَّارِ وَلَكَ عَيْنَانِ.
καὶ ; εἰ σκανδαλίζει ; σε, ὀφθαλμός ; σου ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν μονόφθαλμον ἢ βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός. ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς
متى 26: 10 Mat.26.10
فَعَلِمَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُزْعِجُونَ الْمَرْأَةَ. فَإِنَّهَا قَدْ عَمِلَتْ بِي عَمَلاً حَسَنًا.
γνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί κόπους ; παρέχετε τῇ ; γυναικί; γὰρ ἠργάσατο εἰς ; ἐμέ. ἔργον καλὸν
متى 26: 24 Mat.26.24
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ οὗ δι᾽ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
وَسَقَطَ آخَرُ فِي الأَرْضِ الْجَيِّدَةِ، فَأَعْطَى ثَمَرًا يَصْعَدُ وَيَنْمُو، فَأَتَى وَاحِدٌ بِثَلاَثِينَ وَآخَرُ بِسِتِّينَ وَآخَرُ بِمِئَةٍ.
καὶ ; ἔπεσεν ἄλλο εἰς τὴν ; γῆν τὴν ; καλὴν καὶ ; ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ ; αὐξάνοντα καὶ ; ἔφερεν ἐν; τριάκοντα καὶ ; ἐν; ἑξήκοντα καὶ ; ἐν; ἑκατόν.
وَهؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ زُرِعُوا عَلَى الأَرْضِ الْجَيِّدَةِ: الَّذِينَ يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ وَيَقْبَلُونَهَا، وَيُثْمِرُونَ: وَاحِدٌ ثَلاَثِينَ وَآخَرُ سِتِّينَ وَآخَرُ مِئَةً.
καὶ ; οὗτοί εἰσιν οἱ σπαρέντες, ἐπὶ τὴν ; γῆν τὴν ; καλὴν οἵτινες ἀκούουσιν τὸν ; λόγον καὶ ; παραδέχονται καὶ ; καρποφοροῦσιν ἐν; τριάκοντα καὶ ; ἐν; ἑξήκοντα καὶ ; ἐν; ἑκατόν.¶
وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهَا: دَعِي الْبَنِينَ أَوَّلاً يَشْبَعُونَ، لأَنَّهُ لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَبِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ἄφες τὰ ; τέκνα· πρῶτον χορτασθῆναι γάρ οὐ ἐστιν ; καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν. τοῖς ; κυναρίοις
اَلْمِلْحُ جَيِّدٌ. وَلكِنْ إِذَا صَارَ الْمِلْحُ بِلاَ مُلُوحَةٍ، فَبِمَاذَا تُصْلِحُونَهُ. لِيَكُنْ لَكُمْ فِي أَنْفُسِكُمْ مِلْحٌ، وَسَالِمُوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
τὸ ; ἅλας· καλὸν δὲ ἐὰν γένηται, τὸ ; ἅλας ἄναλον ἐν ; τίνι αὐτὸ ; ἀρτύσετε; ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς ἅλας καὶ ; εἰρηνεύετε ἐν ; ἀλλήλοις.¶
أَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ: اتْرُكُوهَا. لِمَاذَا تُزْعِجُونَهَا. قَدْ عَمِلَتْ بِي عَمَلاً حَسَنًا..
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε ; αὐτήν, τί αὐτῇ ; κόπους ; παρέχετε; ἠργάσατο εἰς; ἐμέ ἔργον καλὸν
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ δι᾽ οὗ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
أَعْطُوا تُعْطَوْا، كَيْلاً جَيِّدًا مُلَبَّدًا مَهْزُوزًا فَائِضًا يُعْطُونَ فِي أَحْضَانِكُمْ. لأَنَّهُ بِنَفْسِ الْكَيْلِ الَّذِي بِهِ تَكِيلُونَ يُكَالُ لَكُمْ.
δίδοτε, καὶ ; δοθήσεται ; ὑμῖν. μέτρον καλὸν πεπιεσμένον καὶ ; σεσαλευμένον καὶ ; ὑπερεκχυννόμενον δώσουσιν εἰς τὸν ; κόλπον ; ὑμῶν· γὰρ αὐτῷ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.
لأَنَّهُ مَا مِنْ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا رَدِيًّا، وَلاَ شَجَرَةٍ رَدِيَّةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا جَيِّدًا.
γάρ οὐ ἐστιν δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν· οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν·
لأَنَّهُ مَا مِنْ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا رَدِيًّا، وَلاَ شَجَرَةٍ رَدِيَّةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا جَيِّدًا.
γάρ οὐ ἐστιν δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν· οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν·