ك
إصحاح
G2517
G2518. katheúdō
G2519
المعنى المختصر للكلمة
katheúdō: to lie down to rest, i.e. (by implication) to fall asleep (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي καθεύδω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق katheúdō (kath-yoo-do)
تكرار الورود في الكتاب 21 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to lie down to rest, i.e. (by implication) to fall asleep (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(be a-)sleep

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καθεύδει. (3×) καθεύδωμεν (2×) καθεύδοντας (2×) καθεύδετε (2×) ἐκάθευδεν. (1×) καὶ ; ἐκάθευδον.¶ (1×) καὶ ; καθεύδῃ (1×) καθεύδων. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (21 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذَا اضْطِرَابٌ عَظِيمٌ قَدْ حَدَثَ فِي الْبَحْرِ حَتَّى غَطَّتِ الأَمْوَاجُ السَّفِينَةَ، وَكَانَ هُوَ نَائِمًا.
καὶ ; ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ ; θαλάσσῃ ὥστε καλύπτεσθαι ὑπὸ ; κυμάτων· ; τῶν τὸ ; πλοῖον δὲ αὐτὸς ἐκάθευδεν.
قَالَ لَهُمْ: تَنَحَّوْا، فَإِنَّ الصَّبِيَّةَ لَمْ تَمُتْ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ. فَضَحِكُوا عَلَيْهِ.
λέγει αὐτοῖς· ἀναχωρεῖτε, γὰρ τὸ ; κοράσιον οὐ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ.
متى 13: 25 Mat.13.25
وَفِيمَا النَّاسُ نِيَامٌ جَاءَ عَدُوُّهُ وَزَرَعَ زَوَانًا فِي وَسْطِ الْحِنْطَةِ وَمَضَى.
ἐν ; δὲ ; τῷ τοὺς ; ἀνθρώπους καθεύδειν ἦλθεν ὁ ; ἐχθρὸς καὶ ; ἔσπειρεν ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ ; σίτου καὶ ; ἀπῆλθεν.
وَفِيمَا أَبْطَأَ الْعَرِيسُ نَعَسْنَ جَمِيعُهُنَّ وَنِمْنَ.
δὲ χρονίζοντος τοῦ ; νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ; ἐκάθευδον.¶
متى 26: 40 Mat.26.40
ثُمَّ جَاءَ إِلَى التَّلاَمِيذِ فَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: أَهكَذَا مَا قَدَرْتُمْ أَنْ تَسْهَرُوا مَعِي سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς ; μαθητὰς καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε γρηγορῆσαι μετ᾽ ; ἐμοῦ; ὥραν μίαν
متى 26: 45 Mat.26.45
ثُمَّ جَاءَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمْ: نَامُوا الآنَ وَاسْتَرِيحُوا. هُوَذَا السَّاعَةُ قَدِ اقْتَرَبَتْ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي الْخُطَاةِ.
Τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε τὸ ; λοιπὸν καὶ ; ἀναπαύεσθε· ἰδοὺ ἡ ; ὥρα, ἤγγικεν καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν.
وَيَنَامُ وَيَقُومُ لَيْلاً وَنَهَارًا، وَالْبِذَارُ يَطْلُعُ وَيَنْمُو، وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ كَيْفَ،
καὶ ; καθεύδῃ καὶ ; ἐγείρηται νύκτα καὶ ; ἡμέραν, καὶ ; ὁ ; σπόρος βλαστᾷ καὶ ; μηκύνηται αὐτός. οὐκ οἶδεν ὡς
وَكَانَ هُوَ فِي الْمُؤَخَّرِ عَلَى وِسَادَةٍ نَائِمًا. فَأَيْقَظُوهُ وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَمَا يَهُمُّكَ أَنَّنَا نَهْلِكُ.
καὶ ; ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ ; πρύμνῃ ἐπὶ τὸ ; προσκεφάλαιον καθεύδων. καὶ ; διεγείρουσιν; αὐτὸν καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει ; σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;
فَدَخَلَ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تَضِجُّونَ وَتَبْكُونَ. لَمْ تَمُتِ الصَّبِيَّةُ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ.
καὶ ; εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· τί θορυβεῖσθε καὶ ; κλαίετε; οὐκ ἀπέθανεν τὸ ; παιδίον ἀλλὰ καθεύδει.
لِئَلاَّ يَأْتِيَ بَغْتَةً فَيَجِدَكُمْ نِيَامًا.
μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ; ὑμᾶς καθεύδοντας.
ثُمَّ جَاءَ وَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ، أَنْتَ نَائِمٌ. أَمَا قَدَرْتَ أَنْ تَسْهَرَ سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; οὐκ ἴσχυσας γρηγορῆσαι; ὥραν μίαν
ثُمَّ جَاءَ وَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ، أَنْتَ نَائِمٌ. أَمَا قَدَرْتَ أَنْ تَسْهَرَ سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; οὐκ ἴσχυσας γρηγορῆσαι; ὥραν μίαν
ثُمَّ رَجَعَ وَوَجَدَهُمْ أَيْضًا نِيَامًا، إِذْ كَانَتْ أَعْيُنُهُمْ ثَقِيلَةً، فَلَمْ يَعْلَمُوا بِمَاذَا يُجِيبُونَهُ.
καὶ ὑποστρέψας εὗρεν ; αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· γὰρ ἦσαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι καὶ ; οὐκ ᾔδεισαν τί ἀποκριθῶσιν ; αὐτῷ.
ثُمَّ جَاءَ ثَالِثَةً وَقَالَ لَهُمْ: نَامُوا الآنَ وَاسْتَرِيحُوا. يَكْفِي. قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ. هُوَذَا ابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي الْخُطَاةِ.
καὶ ἔρχεται τὸ ; τρίτον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε λοιπὸν καὶ ; ἀναπαύεσθε, ἀπέχει, ἦλθεν ἡ ; ὥρα· ἰδοὺ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; ἁμαρτωλῶν.
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَبْكُونَ عَلَيْهَا وَيَلْطِمُونَ. فَقَالَ: لاَ تَبْكُوا. لَمْ تَمُتْ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ.
δὲ πάντες ἔκλαιον αὐτήν. καὶ ; ἐκόπτοντο ὁ ; δὲ ; εἶπεν· μὴ κλαίετε· οὐ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει.
فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا أَنْتُمْ نِيَامٌ. قُومُوا وَصَلُّوا لِئَلاَّ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε ἵνα ; μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.¶
لِذلِكَ يَقُولُ: اسْتَيْقِظْ أَيُّهَا النَّائِمُ وَقُمْ مِنَ الأَمْوَاتِ فَيُضِيءَ لَكَ الْمَسِيحُ.
διὸ λέγει· Ἔγειραι ὁ καθεύδων καὶ ; ἀνάστα ἐκ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; ἐπιφαύσει σοι ὁ ; Χριστός.¶
فَلاَ نَنَمْ إِذًا كَالْبَاقِينَ، بَلْ لِنَسْهَرْ وَنَصْحُ.
Ἄρα ; μὴ καθεύδωμεν οὖν ὡς ; καὶ ; οἱ ; λοιποὶ ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ ; νήφωμεν.
لأَنَّ الَّذِينَ يَنَامُونَ فَبِاللَّيْلِ يَنَامُونَ، وَالَّذِينَ يَسْكَرُونَ فَبِاللَّيْلِ يَسْكَرُونَ.
γὰρ οἱ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσιν καὶ ; οἱ ; μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν·
لأَنَّ الَّذِينَ يَنَامُونَ فَبِاللَّيْلِ يَنَامُونَ، وَالَّذِينَ يَسْكَرُونَ فَبِاللَّيْلِ يَسْكَرُونَ.
γὰρ οἱ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσιν καὶ ; οἱ ; μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν·
الَّذِي مَاتَ لأَجْلِنَا، حَتَّى إِذَا سَهِرْنَا أَوْ نِمْنَا نَحْيَا جَمِيعًا مَعَهُ.
ἀποθανόντος ὑπὲρ ; ἡμῶν, ἵνα εἴτε ; γρηγορῶμεν εἴτε καθεύδωμεν ζήσωμεν.¶ ἅμα ; σὺν ; αὐτῷ