ك
إصحاح
G2479
G2480. ischýō
G2481
المعنى المختصر للكلمة
ischýō: to have (or exercise) force (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἰσχύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ischýō (is-khoo-o)
تكرار الورود في الكتاب 28 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to have (or exercise) force (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be able avail can do(-not) could be good might prevail be of strength be whole + much work

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἴσχυσαν (4×) ἴσχυσεν (3×) ἰσχύει (3×) ἴσχυον (2×) ἰσχύσαμεν (2×) οἱ ; ἰσχύοντες (2×) ἴσχυσας (1×) ἴσχυσαν.¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (28 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَنْتُمْ مِلْحُ الأَرْضِ، وَلكِنْ إِنْ فَسَدَ الْمِلْحُ فَبِمَاذَا يُمَلَّحُ. لاَ يَصْلُحُ بَعْدُ لِشَيْءٍ، إِلاَّ لأَنْ يُطْرَحَ خَارِجًا وَيُدَاسَ مِنَ النَّاسِ.
Ὑμεῖς ; ἐστε τὸ ; ἅλας τῆς ; γῆς· δὲ ἐὰν μωρανθῇ, τὸ ; ἅλας ἐν ; τίνι ἁλισθήσεται; οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰς εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ ; καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ; ἀνθρώπων.¶
وَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْعَبْرِ إِلَى كُورَةِ الْجِرْجَسِيِّينَ، اسْتَقْبَلَهُ مَجْنُونَانِ خَارِجَانِ مِنَ الْقُبُورِ هَائِجَانِ جِدًّا، حَتَّى لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَجْتَازَ مِنْ تِلْكَ الطَّرِيقِ.
Καὶ ἐλθόντι; αὐτῷ εἰς τὸ ; πέραν εἰς τὴν ; χώραν τῶν ; Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν ; αὐτῷ δύο ; δαιμονιζόμενοι ἐξερχόμενοι, ἐκ τῶν ; μνημείων χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ τινὰ ἰσχύειν παρελθεῖν διὰ ἐκείνης. τῆς ; ὁδοῦ
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ قَالَ لَهُمْ: لاَ يَحْتَاجُ الأَصِحَّاءُ إِلَى طَبِيبٍ بَلِ الْمَرْضَى.
δὲ ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ; ἔχουσιν οἱ ; ἰσχύοντες ἰατροῦ ἀλλ᾽ οἱ ; κακῶς ; ἔχοντες.
متى 26: 40 Mat.26.40
ثُمَّ جَاءَ إِلَى التَّلاَمِيذِ فَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: أَهكَذَا مَا قَدَرْتُمْ أَنْ تَسْهَرُوا مَعِي سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς ; μαθητὰς καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε γρηγορῆσαι μετ᾽ ; ἐμοῦ; ὥραν μίαν
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ قَالَ لَهُمْ: لاَ يَحْتَاجُ الأَصِحَّاءُ إِلَى طَبِيبٍ بَلِ الْمَرْضَى. لَمْ آتِ لأَدْعُوَ أَبْرَارًا بَلْ خُطَاةً إِلَى التَّوْبَةِ.
Καὶ ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· οὐ χρείαν ; ἔχουσιν οἱ ; ἰσχύοντες ἰατροῦ ἀλλ᾽ οἱ ; κακῶς ; ἔχοντες· οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους ἀλλ᾽ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.¶
لأَنَّهُ قَدْ رُبِطَ كَثِيرًا بِقُيُودٍ وَسَلاَسِلَ فَقَطَّعَ السَّلاَسِلَ وَكَسَّرَ الْقُيُودَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَحَدٌ أَنْ يْذَلِّـلَهُُ.
διὰ αὐτὸν ; δεδέσθαι πολλάκις πέδαις καὶ ; ἁλύσεσιν καὶ ; διεσπάσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτοῦ τὰς ; ἁλύσεις καὶ ; συντετρῖφθαι, τὰς ; πέδας καὶ ; οὐδεὶς ; ἴσχυεν αὐτὸν ; δαμάσαι.
وَحَيْثُمَا أَدْرَكَهُ يُمَزِّقْهُ فَيُزْبِدُ وَيَصِرُّ بِأَسْنَانِهِ وَيَيْبَسُ. فَقُلْتُ لِتَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ὅπου ; ἂν αὐτὸν ; καταλάβῃ, ῥήσσει ; αὐτόν· καὶ ; ἀφρίζει καὶ ; τρίζει τοὺς ; ὀδόντας ; αὐτοῦ καὶ ; ξηραίνεται. καὶ ; εἶπα τοῖς ; μαθηταῖς ; σου ἵνα ; αὐτὸ ; ἐκβάλωσιν, οὐκ ; καὶ ἴσχυσαν.¶
ثُمَّ جَاءَ وَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ، أَنْتَ نَائِمٌ. أَمَا قَدَرْتَ أَنْ تَسْهَرَ سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; οὐκ ἴσχυσας γρηγορῆσαι; ὥραν μίαν
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَقَدْ أَنْفَقَتْ كُلَّ مَعِيشَتِهَا لِلأَطِبَّاءِ، وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تُشْفَى مِنْ أَحَدٍ،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ῥύσει ; ἐν αἵματος ἀπὸ δώδεκα, ἐτῶν ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς εἰς ; ἰατρούς οὐκ ἴσχυσεν θεραπευθῆναι, ὑπ᾽ οὐδενὸς
اجْتَهِدُوا أَنْ تَدْخُلُوا مِنَ الْبَابِ الضَّيِّقِ، فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا وَلاَ يَقْدِرُونَ
ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς ; θύρας· στενῆς ὅτι λέγω ὑμῖν, πολλοί, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ ; οὐκ ἰσχύσουσιν.
فَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُجِيبُوهُ عَنْ ذلِكَ.
καὶ ; οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι ; αὐτῷ πρὸς ταῦτα.¶
لِئَلاَّ يَضَعَ الأَسَاسَ وَلاَ يَقْدِرَ أَنْ يُكَمِّلَ، فَيَبْتَدِئَ جَمِيعُ النَّاظِرِينَ يَهْزَأُونَ بِهِ،
ἵνα ; μήποτε θέντος αὐτοῦ ; θεμέλιον καὶ ; μὴ ἰσχύοντος ἐκτελέσαι ἄρξωνται πάντες οἱ ; θεωροῦντες ἐμπαίζειν αὐτῷ
قَائِلِينَ: هذَا الإِنْسَانُ ابْتَدَأَ يَبْنِي وَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُكَمِّلَ.
λέγοντες ; ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι.
فَقَالَ الْوَكِيلُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا أَفْعَلُ. لأَنَّ سَيِّدِي يَأْخُذُ مِنِّي الْوَكَالَةَ. لَسْتُ أَسْتَطِيعُ أَنْ أَنْقُبَ، وَأَسْتَحِي أَنْ أَسْتَعْطِيَ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; οἰκονόμος· ἐν ἑαυτῷ τί ποιήσω, ὅτι ὁ ; κύριός ; μου ἀφαιρεῖται ἀπ᾽ ; ἐμοῦ; τὴν ; οἰκονομίαν οὐκ ἰσχύω, σκάπτειν αἰσχύνομαι. ἐπαιτεῖν
فَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ قُدَّامَ الشَّعْبِ، وَتَعَجَّبُوا مِنْ جَوَابِهِ وَسَكَتُوا.
καὶ ; οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ; ῥήματος ἐναντίον τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ; ἀποκρίσει ; αὐτοῦ ἐσίγησαν.¶
فَقَالَ لَهُمْ: أَلْقُوا الشَّبَكَةَ إِلَى جَانِبِ السَّفِينَةِ الأَيْمَنِ فَتَجِدُوا. فَأَلْقَوْا، وَلَمْ يَعُودُوا يَقْدِرُونَ أَنْ يَجْذِبُوهَا مِنْ كَثْرَةِ السَّمَكِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· βάλετε τὸ ; δίκτυον εἰς μέρη τοῦ ; πλοίου τὰ ; δεξιὰ καὶ ; εὑρήσετε. ἔβαλον ; οὖν, καὶ ; οὐκέτι ἴσχυσαν αὐτὸ ; ἑλκύσαι ἀπὸ τοῦ ; πλήθους τῶν ; ἰχθύων.
وَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُقَاوِمُوا الْحِكْمَةَ وَالرُّوحَ الَّذِي كَانَ يَتَكَلَّمُ بِهِ.
καὶ ; οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ ; σοφίᾳ καὶ ; τῷ ; πνεύματι ᾧ ; ἐλάλει.¶
فَالآنَ لِمَاذَا تُجَرِّبُونَ اللهَ بِوَضْعِ نِيرٍ عَلَى عُنُقِ التَّلاَمِيذِ لَمْ يَسْتَطِعْ آبَاؤُنَا وَلاَ نَحْنُ أَنْ نَحْمِلَهُ.
νῦν ; οὖν τί πειράζετε τὸν ; θεὸν ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον τῶν ; μαθητῶν, ὃν ; οὔτε ἰσχύσαμεν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς βαστάσαι;
هكَذَا كَلِمَةُ الرَّبِّ تَنْمُو وَتَقْوَى بِشِدَّةٍ.
οὕτως ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου ηὔξανεν κατὰ ; κράτος καὶ ; ἴσχυεν.¶
فَلَمَّا حَضَرَ، وَقَفَ حَوْلَهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ كَانُوا قَدِ انْحَدَرُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَقَدَّمُوا عَلَى بُولُسَ دَعَاوِيَ كَثِيرَةً وَثَقِيلَةً لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُبَرْهِنُوهَا.
Παραγενομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περιέστησαν ; αὐτὸν οἱ ; Ἰουδαῖοι αὐτὸν ; καταβεβηκότες ἀπὸ Ἱεροσολύμων φέροντες κατὰ τοῦ ; Παῦλου, αἰτιώματα πολλὰ καὶ ; βαρέα ἃ ; οὐκ ἴσχυον ἀποδεῖξαι,
فَجَرَيْنَا تَحْتَ جَزِيرَةٍ يُقَالُ لَهَا كَلَوْدِي وَبِالْجَهْدِ قَدِرْنَا أَنْ نَمْلِكَ الْقَارِبَ.
δέ ; ὑποδραμόντες νησίον ; τι καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς ; γενέσθαι τῆς ; σκάφης,
لأَنَّهُ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ لاَ الْخِتَانُ يَنْفَعُ شَيْئًا وَلاَ الْغُرْلَةُ، بَلِ الإِيمَانُ الْعَامِلُ بِالْمَحَبَّةِ.
γὰρ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ; ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία ἀλλὰ πίστις ἐνεργουμένη. δι᾽ ; ἀγάπης
لأَنَّهُ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ لَيْسَ الْخِتَانُ يَنْفَعُ شَيْئًا وَلاَ الْغُرْلَةُ، بَلِ الْخَلِيقَةُ الْجَدِيدَةُ.
γὰρ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τί ; ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία ἀλλὰ κτίσις. καινὴ
أَسْتَطِيعُ كُلَّ شَيْءٍ فِي الْمَسِيحِ الَّذِي يُقَوِّينِي.
ἰσχύω πάντα ἐν Χριστῷ. τῷ ; ἐνδυναμοῦντί ; με
لأَنَّ الْوَصِيَّةَ ثَابِتَةٌ عَلَى الْمَوْتى، إِذْ لاَ قُوَّةَ لَهَا مَا دَامَ الْمُوصِي حَيًّا.
γὰρ διαθήκη βεβαία, ἐπὶ νεκροῖς ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ὁ ; διαθέμενος. ζῇ
اِعْتَرِفُوا بَعْضُكُمْ لِبَعْضٍ بِالزَّلاَتِ، وَصَلُّوا بَعْضُكُمْ لأَجْلِ بَعْضٍ، لِكَيْ تُشْفَوْا. طَلِبَةُ الْبَارِّ تَقْتَدِرُ كَثِيرًا فِي فِعْلِهَا.
ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ; παραπτώματα καὶ ; εὔχεσθε ὑπὲρ ; ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· δέησις δικαίου ἰσχύει πολὺ ἐνεργουμένη.
وَلَمْ يَقْوَوْا، فَلَمْ يُوجَدْ مَكَانُهُمْ بَعْدَ ذلِكَ فِي السَّمَاءِ.
καὶ ; οὐκ ἴσχυσαν οὐτὲ εὑρέθη τόπος ; αὐτῶν ἔτι ἐν τῷ ; οὐρανῷ.