ك
إصحاح
G2423
G2424. iēsous
G2425
المعنى المختصر للكلمة
iēsous: Jesus (i.e. Jehoshua), the name of our Lord and two (three) other Israelites
اللفظ الأصلي Ἰησοῦς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق iēsous (ee-ay-sooce)
تكرار الورود في الكتاب 946 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Jesus (i.e. Jehoshua), the name of our Lord and two (three) other Israelites

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jesus

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; Ἰησοῦς (255×) Ἰησοῦ (184×) ὁ ; Ἰησοῦς· (105×) Ἰησοῦς (62×) Ἰησοῦν (47×) τὸν ; Ἰησοῦν (46×) τοῦ ; Ἰησοῦ (26×) Ὁ ; Ἰησοῦς (25×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (946 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: انْقُضُوا هذَا الْهَيْكَلَ، وَفِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ أُقِيمُهُ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· λύσατε τοῦτον, τὸν ; ναὸν καὶ ; ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ ; αὐτόν.
فَلَمَّا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، تَذَكَّرَ تَلاَمِيذُهُ أَنَّهُ قَالَ هذَا، فَآمَنُوا بِالْكِتَابِ وَالْكَلاَمِ الَّذِي قَالَهُ يَسُوعُ.
οὖν ; ὅτε ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἔλεγεν τοῦτο καὶ ; ἐπίστευσαν τῇ ; γραφῇ καὶ ; τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
لكِنَّ يَسُوعَ لَمْ يَأْتَمِنْهُمْ عَلَى نَفْسِهِ، لأَنَّهُ كَانَ يَعْرِفُ الْجَمِيعَ.
αὐτὸς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ; αὐτοῖς ἑαυτὸν διὰ ; τὸ ; αὐτὸν γινώσκειν πάντας
هذَا جَاءَ إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ قَدْ أَتَيْتَ مِنَ اللهِ مُعَلِّمًا، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَعْمَلَ هذِهِ الآيَاتِ الَّتِي أَنْتَ تَعْمَلُ إِنْ لَمْ يَكُنِ اللهُ مَعَهُ.
οὗτος ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἐλήλυθας ἀπὸ θεοῦ διδάσκαλος· γὰρ οὐδεὶς δύναται ποιεῖν ταῦτα τὰ ; σημεῖα ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: أَنْتَ مُعَلِّمُ إِسْرَائِيلَ وَلَسْتَ تَعْلَمُ هذَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; διδάσκαλος Ἰσραὴλ ; τοῦ καὶ ; οὐ γινώσκεις; ταῦτα
وَبَعْدَ هذَا جَاءَ يَسُوعُ وَتَلاَمِيذُهُ إِلَى أَرْضِ الْيَهُودِيَّةِ، وَمَكَثَ مَعَهُمْ هُنَاكَ، وَكَانَ يُعَمِّدُ.
Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; γῆν, Ἰουδαίαν καὶ ; διέτριβεν μετ᾽ ; αὐτῶν ἐκεῖ καὶ ; ἐβάπτιζεν.
فَلَمَّا عَلِمَ الرَّبُّ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ سَمِعُوا أَنَّ يَسُوعَ يُصَيِّرُ وَيُعَمِّدُ تَلاَمِيذَ أَكْثَرَ مِنْ يُوحَنَّا،
Ὡς ; οὖν ἔγνω ὁ ; κύριος ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἤκουσαν ὅτι Ἰησοῦς ποιεῖ καὶ ; βαπτίζει μαθητὰς πλείονας ἢ Ἰωάννης,
مَعَ أَنَّ يَسُوعَ نَفْسَهُ لَمْ يَكُنْ يُعَمِّدُ بَلْ تَلاَمِيذُهُ،
καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν ἀλλ᾽ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ,
وَكَانَتْ هُنَاكَ بِئْرُ يَعْقُوبَ. فَإِذْ يَسُوعُ قَدْ تَعِبَ مِنَ السَّفَرِ، جَلَسَ هكَذَا عَلَى الْبِئْرِ، وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ; Ἰακώβ.¶ οὖν Ὁ ; Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ; ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ ; πηγῇ· ἦν ὡσεὶ ὥρα ἕκτη.¶
فَجَاءَتِ امْرَأَةٌ مِنَ السَّامِرَةِ لِتَسْتَقِيَ مَاءً، فَقَالَ لَهَا يَسُوعُ: أَعْطِينِي لأَشْرَبَ
Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς ; Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· δός ; μοι πεῖν.
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: لَوْ كُنْتِ تَعْلَمِينَ عَطِيَّةَ اللهِ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يَقُولُ لَكِ أَعْطِينِي لأَشْرَبَ، لَطَلَبْتِ أَنْتِ مِنْهُ فَأَعْطَاكِ مَاءً حَيًّا.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι· δός ; μοι πεῖν, ἂν ; ᾔτησας σὺ αὐτὸν καὶ ; ἔδωκεν ; ἄν ; σοι ὕδωρ ζῶν.
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: كُلُّ مَنْ يَشْرَبُ مِنْ هذَا الْمَاءِ يَعْطَشُ أَيْضًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ ; πίνων ἐκ τούτου τοῦ ; ὕδατος διψήσει πάλιν.
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: اذْهَبِي وَادْعِي زَوْجَكِ وَتَعَالَيْ إِلَى ههُنَا
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ; ἄνδρα ; σου καὶ ; ἐλθὲ ἐνθάδε.
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، صَدِّقِينِي أَنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ، لاَ فِي هذَا الْجَبَلِ، وَلاَ فِي أُورُشَلِيمَ تَسْجُدُونَ لِلآبِ.
Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσον; μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε ; οὔτε ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ ; πατρί.
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: أَنَا الَّذِي أُكَلِّمُكِ هُوَ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ ὁ λαλῶν ; σοι. εἰμι,
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: طَعَامِي أَنْ أَعْمَلَ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي وَأُتَمِّمَ عَمَلَهُ.
λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐμὸν ; βρῶμά ἐστιν ; ἵνα ποιῶ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με καὶ ; τελειώσω αὐτοῦ ; τὸ ; ἔργον.
لأَنَّ يَسُوعَ نَفْسَهُ شَهِدَ أَنْ: لَيْسَ لِنَبِيٍّ كَرَامَةٌ فِي وَطَنِهِ.
γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς αὐτὸς ἐμαρτύρησεν ὅτι οὐκ προφήτης ; ἔχει.¶ τιμὴν ἐν τῇ ; ἰδίᾳ ; πατρίδι
فَجَاءَ يَسُوعُ أَيْضًا إِلَى قَانَا الْجَلِيلِ، حَيْثُ صَنَعَ الْمَاءَ خَمْرًا. وَكَانَ خَادِمٌ لِلْمَلِكِ ابْنُهُ مَرِيضٌ فِي كَفْرِنَاحُومَ.
Ἦλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν εἰς τὴν ; Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησεν τὸ ; ὕδωρ οἶνον. καὶ ; ἦν τις ; βασιλικὸς οὗ ; ὁ ; υἱὸς ἠσθένει ἐν Καφαρναούμ.
هذَا إِذْ سَمِعَ أَنَّ يَسُوعَ قَدْ جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ، انْطَلَقَ إِلَيْهِ وَسَأَلَهُ أَنْ يَنْزِلَ وَيَشْفِيَ ابْنَهُ لأَنَّهُ كَانَ مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ.
οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἀπῆλθεν πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ; ἰάσηται αὐτοῦ ; τὸν ; υἱόν· γὰρ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لاَ تُؤْمِنُونَ إِنْ لَمْ تَرَوْا آيَاتٍ وَعَجَائِبَ
εἶπεν ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; Ἰησοῦς οὐ ; μὴ πιστεύσητε. ἐὰν μὴ ἴδητε, σημεῖα καὶ ; τέρατα
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. اِبْنُكَ حَيٌّ. فَآمَنَ الرَّجُلُ بِالْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا لَهُ يَسُوعُ، وَذَهَبَ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν ὁ ; ἄνθρωπος τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐπορεύετο.
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. اِبْنُكَ حَيٌّ. فَآمَنَ الرَّجُلُ بِالْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا لَهُ يَسُوعُ، وَذَهَبَ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν ὁ ; ἄνθρωπος τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐπορεύετο.
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
هذِهِ أَيْضًا آيَةٌ ثَانِيَةٌ صَنَعَهَا يَسُوعُ لَمَّا جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ.
Τοῦτο πάλιν σημεῖον δεύτερον ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐλθὼν ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν.¶
وَبَعْدَ هذَا كَانَ عِيدٌ لِلْيَهُودِ، فَصَعِدَ يَسُوعُ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
Μετὰ ταῦτα ἦν ἑορτὴ τῶν ; Ἰουδαίων, καὶ ; ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα.
هذَا رَآهُ يَسُوعُ مُضْطَجِعًا، وَعَلِمَ أَنَّ لَهُ زَمَانًا كَثِيرًا، فَقَالَ لَهُ: أَتُرِيدُ أَنْ تَبْرَأَ.
τοῦτον ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ ; γνοὺς ὅτι ἔχει, ἤδη ; χρόνον πολὺν λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς ; γενέσθαι;
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: قُمِ. احْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· Ἔγειραι ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; περιπάτει.