ك
إصحاح
G2410
G2411. hierón
G2412
المعنى المختصر للكلمة
hierón: a sacred place, i.e. the entire precincts (whereas denotes the central sanctuary itself) of the Temple (at Jerusalem or elsewhere)
اللفظ الأصلي ἱερόν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hierón (hee-er-on)
تكرار الورود في الكتاب 70 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a sacred place, i.e. the entire precincts (whereas denotes the central sanctuary itself) of the Temple (at Jerusalem or elsewhere)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
temple

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῷ ; ἱερῷ (25×) τὸ ; ἱερὸν (12×) τοῦ ; ἱεροῦ (12×) τῷ ; ἱερῷ, (5×) εἰς ; τὸ ; ἱερὸν (4×) τοῦ ; ἱεροῦ, (2×) ἱεροῦ (1×) ἀπὸ ; τοῦ ; ἱεροῦ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (70 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالشُّيُوخِ الْمُقْبِلِينَ عَلَيْهِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ.
δὲ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς πρὸς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; στρατηγοὺς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; πρεσβυτέρους· τοὺς ; παραγενομένους ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων;
إِذْ كُنْتُ مَعَكُمْ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ لَمْ تَمُدُّوا عَلَيَّ الأَيَادِيَ. وَلكِنَّ هذِهِ سَاعَتُكُمْ وَسُلْطَانُ الظُّلْمَةِ.
ὄντος ; μου μεθ᾽ ; ὑμῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε ἐπ᾽ ; ἐμέ. τὰς ; χεῖρας ἀλλ᾽ αὕτη ; ἐστὶν ὑμῶν ; ἡ ; ὥρα ἡ ; ἐξουσία τοῦ ; σκότους.¶
وَكَانُوا كُلَّ حِينٍ فِي الْهَيْكَلِ يُسَبِّحُونَ وَيُبَارِكُونَ اللهَ. آمِينَ.
καὶ ; ἦσαν διὰ ; διαπαντὸς ἐν τῷ ; ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ ; εὐλογοῦντες τὸν ; θεόν. ἀμήν¶
وَوَجَدَ فِي الْهَيْكَلِ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ بَقَرًا وَغَنَمًا وَحَمَامًا، وَالصَّيَارِفَ جُلُوسًا.
καὶ ; εὗρεν ἐν τῷ ; ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ ; πρόβατα καὶ ; περιστερὰς καὶ ; τοὺς ; κερματιστὰς καθημένους,
فَصَنَعَ سَوْطًا مِنْ حِبَال وَطَرَدَ الْجَمِيعَ مِنَ الْهَيْكَلِ، اَلْغَنَمَ وَالْبَقَرَ، وَكَبَّ دَرَاهِمَ الصَّيَارِفِ وَقَلَّبَ مَوَائِدَهُمْ.
καὶ ; ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων ἐξέβαλεν πάντας ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ, τά ; τε ; πρόβατα καὶ ; τοὺς ; βόας, καὶ ; ἐξέχεεν τὸ ; κέρμα, τῶν ; κολλυβιστῶν καὶ ; ἀνέστρεψεν τὰς ; τραπέζας
بَعْدَ ذلِكَ وَجَدَهُ يَسُوعُ فِي الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: هَا أَنْتَ قَدْ بَرِئْتَ، فَلاَ تُخْطِئْ أَيْضًا، لِئَلاَّ يَكُونَ لَكَ أَشَرُّ.
μετὰ ταῦτα εὑρίσκει ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἴδε γέγονας· ὑγιὴς μηκέτι ; ἁμάρτανε ἵνα ; μὴ τι ; γένηται. σοί χεῖρόν
وَلَمَّا كَانَ الْعِيدُ قَدِ انْتَصَفَ، صَعِدَ يَسُوعُ إِلَى الْهَيْكَلِ، وَكَانَ يُعَلِّمُ.
Ἤδη ; δὲ τῆς ; ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; ἐδίδασκεν.
فَنَادَى يَسُوعُ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ قِائِلاً: تَعْرِفُونَنِي وَتَعْرِفُونَ مِنْ أَيْنَ أَنَا، وَمِنْ نَفْسِي لَمْ آتِ، بَلِ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ، الَّذِي أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
Ἔκραξεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; λέγων· κἀμὲ ; οἴδατε καὶ ; οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ; ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἔστιν ἀληθινὸς ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε·
ثُمَّ حَضَرَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي الصُّبْحِ، وَجَاءَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الشَّعْبِ فَجَلَسَ يُعَلِّمُهُمْ.
δὲ παρεγένετο πάλιν εἰς τὸ ; ἱερὸν, ὄρθρου καὶ ; ἤρχετο πρὸς ; αὐτόν, πᾶς ὁ ; λαὸς καὶ ; καθίσας ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
هذَا الْكَلاَمُ قَالَهُ يَسُوعُ فِي الْخِزَانَةِ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ. وَلَمْ يُمْسِكْهُ أَحَدٌ، لأَنَّ سَاعَتَهُ لَمْ تَكُنْ قَدْ جَاءَتْ بَعْدُ.
ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; γαζοφυλακίῳ διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐπίασεν ; αὐτόν, ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτοῦ.¶ οὔπω ; ἐληλύθει
فَرَفَعُوا حِجَارَةً لِيَرْجُمُوهُ. أَمَّا يَسُوعُ فَاخْتَفَى وَخَرَجَ مِنَ الْهَيْكَلِ مُجْتَازًا فِي وَسْطِهِمْ وَمَضَى هكَذَا.
ἦραν ; οὖν λίθους ἵνα ; βάλωσιν ; ἐπ᾽ ; αὐτόν. δὲ Ἰησοῦς ἐκρύβη καὶ ; ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ διελθὼν διὰ μέσου ; αὐτῶν καὶ ; παρῆγεν οὕτως.¶
وَكَانَ يَسُوعُ يَتَمَشَّى فِي الْهَيْكَلِ فِي رِوَاقِ سُلَيْمَانَ،
καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιεπάτει ἐν τῷ ; ἱερῷ ἐν τῇ ; στοᾷ τοῦ ; Σολομῶνος.
فَكَانُوا يَطْلُبُونَ يَسُوعَ وَيَقُولُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ، وَهُمْ وَاقِفُونَ فِي الْهَيْكَلِ: مَاذَا تَظُنُّونَ. هَلْ هُوَ لاَ يَأْتِي إِلَى الْعِيدِ.
οὖν ἐζήτουν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἔλεγον μετ᾽ ἀλλήλων ἑστηκότες· ἐν τῷ ; ἱερῷ τί δοκεῖ ; ὑμῖν, ὅτι οὐ ; μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ; ἑορτήν;
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَنَا كَلَّمْتُ الْعَالَمَ عَلاَنِيَةً. أَنَا عَلَّمْتُ كُلَّ حِينٍ فِي الْمَجْمَعِ وَفِي الْهَيْكَلِ حَيْثُ يَجْتَمِعُ الْيَهُودُ دَائِمًا. وَفِي الْخَفَاءِ لَمْ أَتَكَلَّمْ بِشَيْءٍ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλάλησα τῷ ; κόσμῳ. παρρησίᾳ ἐγὼ ἐδίδαξα πάντοτε ἐν τῇ ; συναγωγῇ καὶ ; ἐν τῷ ; ἱερῷ ὅπου συνέρχονται, οἱ ; Ἰουδαῖοι πάντοτε καὶ ; ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα ; οὐδέν.
وَكَانُوا كُلَّ يَوْمٍ يُواظِبُونَ فِي الْهَيْكَلِ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ. يَكْسِرُونَ الْخُبْزَ فِي الْبُيُوتِ، كَانُوا يَتَنَاوَلُونَ الطَّعَامَ بِابْتِهَاجٍ وَبَسَاطَةِ قَلْبٍ،
τε καθ᾽ ; ἡμέραν προσκαρτεροῦντες ἐν τῷ ; ἱερῷ, ὁμοθυμαδὸν κλῶντές ἄρτον τε ; κατ᾽ ; οἶκον μετελάμβανον τροφῆς ἀγαλλιάσει ; ἐν καὶ ; ἀφελότητι καρδίας
وَصَعِدَ بُطْرُسُ وَيُوحَنَّا مَعًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي سَاعَةِ الصَّلاَةِ التَّاسِعَةِ.
δὲ ; ἀνέβαινον Πέτρος καὶ ; Ἰωάννης Ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὸ ; ἱερὸν ἐπὶ τὴν ; ὥραν τῆς ; προσευχῆς ἐνάτην. ; τὴν
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
فَهذَا لَمَّا رَأَى بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا مُزْمِعَيْنِ أَنْ يَدْخُلاَ الْهَيْكَلَ، سَأَلَ لِيَأْخُذَ صَدَقَةً.
ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἠρώτα λαβεῖν. ἐλεημοσύνην
فَوَثَبَ وَوَقَفَ وَصَارَ يَمْشِي، وَدَخَلَ مَعَهُمَا إِلَى الْهَيْكَلِ وَهُوَ يَمْشِي وَيَطْفُرُ وَيُسَبِّحُ اللهَ.
καὶ ; ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ ; περιεπάτει καὶ ; εἰσῆλθεν σὺν ; αὐτοῖς εἰς τὸ ; ἱερὸν περιπατῶν καὶ ; ἁλλόμενος καὶ ; αἰνῶν τὸν ; θεόν.¶
وَعَرَفُوهُ هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ لأَجْلِ الصَّدَقَةِ عَلَى بَابِ الْهَيْكَلِ الْجَمِيلِ، فَامْتَلأُوا دَهْشَةً وَحَيْرَةً مِمَّا حَدَثَ لَهُ.
ἐπεγίνωσκον ; τε; αὐτὸν ὁ ἦν καθήμενος πρὸς τὴν ; ἐλεημοσύνην ἐπὶ τῇ ; πύλῃ τοῦ ; ἱεροῦ, ὡραίᾳ καὶ ; ἐπλήσθησαν θάμβους καὶ ; ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ ; συμβεβηκότι αὐτῷ.
وَبَيْنَمَا هُمَا يُخَاطِبَانِ الشَّعْبَ، أَقْبَلَ عَلَيْهِمَا الْكَهَنَةُ وَقَائِدُ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالصَّدُّوقِيُّونَ،
δὲ αὐτῶν Λαλούντων πρὸς ; τὸν ; λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ; ἱερεῖς καὶ ; ὁ ; στρατηγὸς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; οἱ ; Σαδδουκαῖοι,
اذْهَبُوا قِفُوا وَكَلِّمُوا الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ بِجَمِيعِ كَلاَمِ هذِهِ الْحَيَاةِ.
πορεύεσθε σταθέντες λαλεῖτε τῷ ; λαῷ ἐν τῷ ; ἱερῷ πάντα τὰ ; ῥήματα ταύτης. τῆς ; ζωῆς
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
فَلَمَّا سَمِعَ الْكَاهِنُ وَقَائِدُ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ هذِهِ الأَقْوَالَ، ارْتَابُوا مِنْ جِهَتِهِمْ: مَا عَسَى أَنْ يَصِيرَ هذَا.
ὡς ; δὲ ἤκουσαν ὅ ; τε ; ἱερεὺς καὶ ; ὁ ; στρατηγὸς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; οἱ ; ἀρχιερεῖς, τούτους τοὺς ; λόγους διηπόρουν περὶ ; αὐτῶν, τί ἂν γένοιτο τοῦτο.
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
وَكَانُوا لاَ يَزَالُونَ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ وَفِي الْبُيُوتِ مُعَلِّمِينَ وَمُبَشِّرِينَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
τε ; ἐπαύοντο οὐκ ἐπαύοντο πᾶσάν ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; κατ᾽ οἶκον διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι Ἰησοῦν.¶ τὸν ; χριστὸν
فَلَيْسَ نَصِيبُنَا هذَا وَحْدَهُ خَطَرٍ مِنْ أَنْ يَحْصُلَ فِي إِهَانَةٍ، بَلْ أَيْضًا هَيْكَلُ أَرْطَامِيسَ، الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ، أَنْ يُحْسَبَ لاَ شَيْءَ، وَأَنْ سَوْفَ تُهْدَمُ عَظَمَتُهَا، هِيَ الَّتِي يَعْبُدُهَا جَمِيعُ أَسِيَّا وَالْمَسْكُونَةِ.
οὐ ; μόνον τὸ ; μέρος τοῦτο μόνον κινδυνεύει ἐλθεῖν εἰς ἀπελεγμὸν ἀλλὰ καὶ τὸ ; ἱερὸν Ἀρτέμιδος τῆς ; θεᾶς μεγάλης λογισθῆναι, εἰς ; οὐθὲν δὲ ; καὶ μέλλειν ; καθαιρεῖσθαι μεγαλειότητα; αὐτῆς ἣν σέβεται.¶ ὅλη ἡ ; Ἀσία καὶ ; ἡ ; οἰκουμένη
حِينَئِذٍ أَخَذَ بُولُسُ الرِّجَالَ فِي الْغَدِ، وَتَطَهَّرَ مَعَهُمْ وَدَخَلَ الْهَيْكَلَ، مُخْبِرًا بِكَمَالِ أَيَّامِ التَّطْهِيرِ، إِلَى أَنْ يُقَرَّبَ عَنْ كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمُ الْقُرْبَانُ.
Τότε παραλαβὼν ὁ ; Παῦλος τοὺς ; ἄνδρας τῇ ; ἐχομένῃ ; ἡμέρᾳ ἁγνισθεὶς σὺν ; αὐτοῖς εἰσῄει εἰς ; τὸ ; ἱερὸν διαγγέλλων τὴν ; ἐκπλήρωσιν τῶν ; ἡμερῶν τοῦ ; ἁγνισμοῦ, ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑκάστου ἑνὸς αὐτῶν ἡ ; προσφορά.
وَلَمَّا قَارَبَتِ الأَيَّامُ السَّبْعَةُ أَنْ تَتِمَّ، رَآهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ أَسِيَّا فِي الْهَيْكَلِ، فَأَهَاجُوا كُلَّ الْجَمْعِ وَأَلْقَوْا عَلَيْهِ الأَيَادِيَ
ὡς ; δὲ ἔμελλον αἱ ; ἡμέραι ἑπτὰ συντελεῖσθαι, οἱ ; θεασάμενοι ; αὐτὸν Ἰουδαῖοι ἀπὸ τῆς ; Ἀσίας ἐν τῷ ; ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ; ὄχλον καὶ ; ἐπέβαλον ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας