ك
إصحاح
G1830
G1831. exérchomai
G1832
المعنى المختصر للكلمة
exérchomai: to issue (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἐξέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق exérchomai (ex-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 200 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to issue (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
come (forth, out) depart (out of) escape get out go (abroad, away, forth, out, thence) proceed (forth) spread abroad

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐξῆλθεν (34×) ἐξελθὼν (15×) καὶ ; ἐξῆλθεν (15×) ἐξῆλθον (12×) ἐξελθόντες (8×) ἐξελθεῖν (8×) ἔξελθε (7×) ἐξήλθατε (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (200 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
خَرَجَ الزَّارِعُ لِيَزْرَعَ زَرْعَهُ. وَفِيمَا هُوَ يَزْرَعُ سَقَطَ بَعْضٌ عَلَى الطَّرِيقِ، فَانْدَاسَ وَأَكَلَتْهُ طُيُورُ السَّمَاءِ.
ἐξῆλθεν ὁ ; σπείρων τοῦ ; σπεῖραι τὸν ; σπόρον ; αὐτοῦ· καὶ ; ἐν τῷ ; σπείρειν ; αὐτὸν ἔπεσεν ὃ παρὰ τὴν ; ὁδὸν καὶ ; κατεπατήθη, καὶ ; κατέφαγεν ; αὐτό. τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ
لأَنَّهُ أَمَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ أَنْ يَخْرُجَ مِنَ الإِنْسَانِ. لأَنَّهُ مُنْذُ زَمَانٍ كَثِيرٍ كَانَ يَخْطَفُهُ، وَقَدْ رُبِطَ بِسَلاَسِل وَقُيُودٍ مَحْرُوسًا، وَكَانَ يَقْطَعُ الرُّبُطَ وَيُسَاقُ مِنَ الشَّيْطَانِ إِلَى الْبَرَارِي.
γὰρ παρήγγειλεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ χρόνοις πολλοῖς συνηρπάκει ; αὐτόν, καὶ ; ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσιν καὶ ; πέδαις φυλασσόμενος, καὶ ; διαρρήσσων τὰ ; δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ ; δαίμονος εἰς τὰς ; ἐρήμους.
فَخَرَجُوا لِيَرَوْا مَا جَرَى. وَجَاءُوا إِلَى يَسُوعَ فَوَجَدُوا الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَتِ الشَّيَاطِينُ قَدْ خَرَجَتْ مِنْهُ لاَبِسًا وَعَاقِلاً، جَالِسًا عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ، فَخَافُوا.
ἐξῆλθον ; δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εὗρον τὸν ; ἄνθρωπον οὗ τὰ ; δαιμόνια ἐξεληλύθει ἀφ᾽ ἱματισμένον καὶ ; σωφρονοῦντα καθήμενον παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ, καὶ ; ἐφοβήθησαν.
أَمَّا الرَّجُلُ الَّذِي خَرَجَتْ مِنْهُ الشَّيَاطِينُ فَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَكُونَ مَعَهُ، وَلكِنَّ يَسُوعَ صَرَفَهُ قَائِلاً:
δὲ ὁ ; ἀνὴρ οὗ ἐξεληλύθει ἀφ᾽ τὰ ; δαιμόνια ἐδέετο αὐτοῦ εἶναι σὺν ; αὐτῷ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπέλυσεν ; αὐτὸν λέγων·
فَقَالَ يَسُوعُ: قَدْ لَمَسَنِي وَاحِدٌ، لأَنِّي عَلِمْتُ أَنَّ قُوَّةً قَدْ خَرَجَتْ مِنِّي.
δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Ἰησοῦς ἥψατό ; μού τις· γὰρ ἐγὼ ; ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ.
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَهُنَاكَ أَقِيمُوا، وَمِنْ هُنَاكَ اخْرُجُوا.
καὶ ; εἰς ; ἣν ; ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.
وَكُلُّ مَنْ لاَ يَقْبَلُكُمْ فَاخْرُجُوا مِنْ تِلْكَ الْمَدِينَةِ، وَانْفُضُوا الْغُبَارَ أَيْضًا عَنْ أَرْجُلِكُمْ شَهَادَةً عَلَيْهِمْ.
καὶ ; ὅσοι ἂν μὴ δέξωνται; ὑμᾶς, ἐξερχόμενοι ἀπὸ ἐκείνης τῆς ; πόλεως ἀποτινάξατε τὸν ; κονιορτὸν καὶ ἀπὸ τῶν ; ποδῶν ; ὑμῶν μαρτύριον ἐπ᾽ ; αὐτούς.
فَلَمَّا خَرَجُوا كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي كُلِّ قَرْيَةٍ يُبَشِّرُونَ وَيَشْفُونَ فِي كُلِّ مَوْضِعٍ.
δὲ ἐξερχόμενοι διήρχοντο κατὰ τὰς ; κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ ; θεραπεύοντες πανταχοῦ.¶
وَأَيَّةُ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَلَمْ يَقْبَلُوكُمْ، فَاخْرُجُوا إِلَى شَوَارِعِهَا وَقُولُوا:
ἣν ; δ᾽ ; ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ ; μὴ δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς ; πλατείας ; αὐτῆς εἴπατε·
وَفِي الْغَدِ لَمَّا مَضَى أَخْرَجَ دِينَارَيْنِ وَأَعْطَاهُمَا لِصَاحِبِ الْفُنْدُقِ، وَقَالَ لَهُ: اعْتَنِ بِهِ، وَمَهْمَا أَنْفَقْتَ أَكْثَرَ فَعِنْدَ رُجُوعِي أُوفِيكَ.
καὶ ; ἐπὶ τὴν ; αὔριον ἐξελθών ἐκβαλὼν δύο ; δηνάρια ἔδωκεν τῷ ; πανδοχεῖ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ; ὅ ; ἂν προσδαπανήσῃς, τι ἐν τῷ ; ἐπανέρχεσθαί ; με ἀποδώσω ; σοι.
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
مَتَى خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ، يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ يَطْلُبُ رَاحَةً، وَإِذْ لاَ يَجِدُ يَقُولُ: أَرْجِعُ إِلَى بَيْتِي الَّذِي خَرَجْتُ مِنْهُ.
Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν. καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου ὅθεν ; ἐξῆλθον.
مَتَى خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ، يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ يَطْلُبُ رَاحَةً، وَإِذْ لاَ يَجِدُ يَقُولُ: أَرْجِعُ إِلَى بَيْتِي الَّذِي خَرَجْتُ مِنْهُ.
Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν. καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου ὅθεν ; ἐξῆλθον.
أَقُولُ لَكَ: لاَ تَخْرُجُ مِنْ هُنَاكَ حَتَّى تُوفِيَ الْفَلْسَ الأَخِيرَ.
λέγω σοι· οὐ ; μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως ἀποδῷς.¶ λεπτὸν καὶ ; τὸν; ἔσχατον
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ تَقَدَّمَ بَعْضُ الْفَرِّيسِيِّينَ قَائِلِينَ لَهُ: اخْرُجْ وَاذْهَبْ مِنْ ههُنَا، لأَنَّ هِيرُودُسَ يُرِيدُ أَنْ يَقْتُلَكَ.
Ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ προσῆλθάν τινες Φαρισαῖοι λέγοντες αὐτῷ· ἔξελθε καὶ ; πορεύου ἐντεῦθεν, ὅτι Ἡρῴδης θέλει ἀποκτεῖναι.¶ ; σε
فَابْتَدَأَ الْجَمِيعُ بِرَأْيٍ وَاحِدٍ يَسْتَعْفُونَ. قَالَ لَهُ الأَوَّلُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ حَقْلاً، وَأَنَا مُضْطَرٌّ أَنْ أَخْرُجَ وَأَنْظُرَهُ. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; ἤρξαντο πάντες ἀπὸ ; μιᾶς παραιτεῖσθαι.¶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ; πρῶτος ἠγόρασα ἀγρὸν καὶ ; ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ; ἰδεῖν ; αὐτόν· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
فَأَتَى ذلِكَ الْعَبْدُ وَأَخْبَرَ سَيِّدَهُ بِذلِكَ. حِينَئِذٍ غَضِبَ رَبُّ الْبَيْتِ، وَقَالَ لِعَبْدِهِ: اخْرُجْ عَاجِلاً إِلَى شَوَارِعِ الْمَدِينَةِ وَأَزِقَّتِهَا، وَأَدْخِلْ إِلَى هُنَا الْمَسَاكِينَ وَالْجُدْعَ وَالْعُرْجَ وَالْعُمْيَ.
καὶ ; παραγενόμενος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἀπήγγειλεν τῷ ; κυρίῳ ; αὐτοῦ ταῦτα.¶ Τότε ὀργισθεὶς ὁ ; οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ ; δούλῳ ; αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς ; πλατείας τῆς ; πόλεως, καὶ ; ῥύμας καὶ ; εἰσάγαγε ὧδε. τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; ἀναπείρους καὶ ; χωλοὺς καὶ ; τυφλοὺς
فَقَالَ السَّيِّدُ لِلْعَبْدِ: اخْرُجْ إِلَى الطُّرُقِ وَالسِّيَاجَاتِ وَأَلْزِمْهُمْ بِالدُّخُولِ حَتَّى يَمْتَلِئَ بَيْتِي،
καὶ ; εἶπεν ὁ ; κύριος πρὸς ; τὸν ; δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ; ὁδοὺς καὶ ; φραγμοὺς καὶ ; ἀνάγκασον εἰσελθεῖν ἵνα γεμισθῇ μου ; ὁ ; οἶκος.
فَغَضِبَ وَلَمْ يُرِدْ أَنْ يَدْخُلَ. فَخَرَجَ أَبُوهُ يَطْلُبُ إِلَيْهِ.
ὠργίσθη ; δὲ καὶ ; οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ ; οὖν; ἐξελθὼν πατὴρ ; αὐτοῦ παρεκάλει αὐτόν.¶
وَلكِنَّ الْيَوْمَ الَّذِي فِيهِ خَرَجَ لُوطٌ مِنْ سَدُومَ، أَمْطَرَ نَارًا وَكِبْرِيتًا مِنَ السَّمَاءِ فَأَهْلَكَ الْجَمِيعَ.
δὲ ᾗ ; ἡμέρᾳ ἐξῆλθεν Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξεν πῦρ καὶ ; θεῖον ἀπ᾽ οὐρανοῦ καὶ ; ἀπώλεσεν ἅπαντας
وَكَانَ فِي النَّهَارِ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ، وَفِي اللَّيْلِ يَخْرُجُ وَيَبِيتُ فِي الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ.
Ἦν ; δὲ τὰς ; ἡμέρας διδάσκων. ἐν τῷ ; ἱερῷ δὲ τὰς ; νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν.
وَخَرَجَ وَمَضَى كَالْعَادَةِ إِلَى جَبَلِ الزَّيْتُونِ، وَتَبِعَهُ أَيْضًا تَلاَمِيذُهُ.
Καὶ ; ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ ; τὸ ; ἔθος εἰς τὸ ; ὄρος τῶν ; ἐλαιῶν. ἠκολούθησαν ; δὲ ; αὐτῷ καὶ οἱ ; μαθηταί ; αὐτοῦ.
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالشُّيُوخِ الْمُقْبِلِينَ عَلَيْهِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ.
δὲ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς πρὸς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; στρατηγοὺς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; πρεσβυτέρους· τοὺς ; παραγενομένους ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων;
فَخَرَجَ بُطْرُسُ إِلَى خَارِجٍ وَبَكَى بُكَاءً مُرًّا.
καὶ ; ἐξελθὼν ὁ ; Πέτρος ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς.¶
فِي الْغَدِ أَرَادَ يَسُوعُ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْجَلِيلِ، فَوَجَدَ فِيلُبُّسَ فَقَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي.
Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ ; Ἰησοῦς· ἐξελθεῖν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν καὶ ; εὑρίσκει Φίλιππον καὶ ; λέγει αὐτῷ ἀκολούθει ; μοι.
وَبَعْدَ الْيَوْمَيْنِ خَرَجَ مِنْ هُنَاكَ وَمَضَى إِلَى الْجَلِيلِ،
Μετὰ ; δὲ τὰς ; δύο ; ἡμέρας ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ; ἀπῆλθεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν.
وَأَمَّا هُمْ فَلَمَّا سَمِعُوا وَكَانَتْ ضَمَائِرُهُمْ تُبَكِّتُهُمْ، خَرَجُوا وَاحِدًا فَوَاحِدًا، مُبْتَدِئِينَ مِنَ الشُّيُوخِ إِلَى الآخِرِينَ. وَبَقِيَ يَسُوعُ وَحْدَهُ وَالْمَرْأَةُ وَاقِفَةٌ فِي الْوَسْطِ.
δὲ οἱ ἀκούσαντες καὶ ὑπὸ ; τῆς ; συνειδήσεως ἐλεγχόμενοι ἐξήρχοντο εἷς καθ ; εἷς ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων ἕως τῶν ; ἐσχάτων, καὶ ; κατελείφθη ὁ ; Ἰησοῦς μόνος, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἑστῶσα. ἐν μέσῳ
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كَانَ اللهُ أَبَاكُمْ لَكُنْتُمْ تُحِبُّونَنِي، لأَنِّي خَرَجْتُ مِنْ قِبَلِ اللهِ وَأَتَيْتُ. لأَنِّي لَمْ آتِ مِنْ نَفْسِي، بَلْ ذَاكَ أَرْسَلَنِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦν, ὁ ; θεὸς πατὴρ ; ὑμῶν ἂν ἠγαπᾶτε ; ἐμέ· ἐγὼ ; γὰρ ἐξῆλθον ἐκ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἥκω. γὰρ οὐδὲ ἐλήλυθα, ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἀλλ᾽ ἐκεῖνός με ; ἀπέστειλεν.
فَرَفَعُوا حِجَارَةً لِيَرْجُمُوهُ. أَمَّا يَسُوعُ فَاخْتَفَى وَخَرَجَ مِنَ الْهَيْكَلِ مُجْتَازًا فِي وَسْطِهِمْ وَمَضَى هكَذَا.
ἦραν ; οὖν λίθους ἵνα ; βάλωσιν ; ἐπ᾽ ; αὐτόν. δὲ Ἰησοῦς ἐκρύβη καὶ ; ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ; ἱεροῦ διελθὼν διὰ μέσου ; αὐτῶν καὶ ; παρῆγεν οὕτως.¶