ك
إصحاح
G1562
G1563. ekei
G1564
المعنى المختصر للكلمة
ekei: there
اللفظ الأصلي ἐκεῖ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ekei (ek-i)
تكرار الورود في الكتاب 106 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل
1 there
2 by extension, thither
الإنجليزية — KJV Translation Tags
there thither(-ward) (to) yonder (place)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐκεῖ (64×) ἐκεῖ. (10×) ἐκεῖ, (10×) κἀκεῖ (10×) ἐκεῖ· (5×) καὶ ; ἐκεῖ (2×) ὅπου ; ἐκεῖ (1×) ἔχει ; ἐκεῖ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (106 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ كَانَ عُرْسٌ فِي قَانَا الْجَلِيلِ، وَكَانَتْ أُمُّ يَسُوعَ هُنَاكَ.
Καὶ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; τρίτῃ ἐγένετο γάμος ἐν Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας, καὶ ; ἦν ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰησοῦ ἐκεῖ·
وَبَعْدَ هذَا انْحَدَرَ إِلَى كَفْرِنَاحُومَ، هُوَ وَأُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ وَتَلاَمِيذُهُ، وَأَقَامُوا هُنَاكَ أَيَّامًا لَيْسَتْ كَثِيرَةً
Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καφαρναοὺμ αὐτὸς καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔμειναν ἐκεῖ ἡμέρας.¶ οὐ πολλὰς
وَبَعْدَ هذَا جَاءَ يَسُوعُ وَتَلاَمِيذُهُ إِلَى أَرْضِ الْيَهُودِيَّةِ، وَمَكَثَ مَعَهُمْ هُنَاكَ، وَكَانَ يُعَمِّدُ.
Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; γῆν, Ἰουδαίαν καὶ ; διέτριβεν μετ᾽ ; αὐτῶν ἐκεῖ καὶ ; ἐβάπτιζεν.
وَكَانَ يُوحَنَّا أَيْضًا يُعَمِّدُ فِي عَيْنِ نُونٍ بِقُرْبِ سَالِيمَ، لأَنَّهُ كَانَ هُنَاكَ مِيَاهٌ كَثِيرَةٌ، وَكَانُوا يَأْتُونَ وَيَعْتَمِدُونَ.
ἦν ; δὲ Ἰωάννης καὶ βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ ; Σαλείμ, ὅτι ἦν ἐκεῖ. ὕδατα πολλὰ καὶ ; παρεγίνοντο καὶ ; ἐβαπτίζοντο·
وَكَانَتْ هُنَاكَ بِئْرُ يَعْقُوبَ. فَإِذْ يَسُوعُ قَدْ تَعِبَ مِنَ السَّفَرِ، جَلَسَ هكَذَا عَلَى الْبِئْرِ، وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ; Ἰακώβ.¶ οὖν Ὁ ; Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ; ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ ; πηγῇ· ἦν ὡσεὶ ὥρα ἕκτη.¶
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ السَّامِرِيُّونَ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ، فَمَكَثَ هُنَاكَ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; Σαμαρῖται, ἠρώτων ; αὐτὸν μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς. καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ; ἡμέρας.
وَكَانَ هُنَاكَ إِنْسَانٌ بِهِ مَرَضٌ مُنْذُ ثَمَانٍ وَثَلاَثِينَ سَنَةً.
Ἦν ; δέ ἐκεῖ τις ; ἄνθρωπος αὐτοῦ. ἐν ; τῇ ; ἀσθενείᾳ ἔχων ὀκτὼ τριάκοντα ἔτη
فَصَعِدَ يَسُوعُ إِلَى جَبَل وَجَلَسَ هُنَاكَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ.
ἀνῆλθεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ὄρος καὶ ; ἐκάθητο ἐκεῖ μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ.
وَفِي الْغَدِ لَمَّا رَأَى الْجَمْعُ الَّذِينَ كَانُوا وَاقِفِينَ فِي عَبْرِ الْبَحْرِ أَنَّهُ لَمْ تَكُنْ هُنَاكَ سَفِينَةٌ أُخْرَى سِوَى وَاحِدَةٍ، وَهِيَ تِلْكَ الَّتِي دَخَلَهَا تَلاَمِيذُهُ، وَأَنَّ يَسُوعَ لَمْ يَدْخُلِ السَّفِينَةَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ بَلْ مَضَى تَلاَمِيذُهُ وَحْدَهُمْ.
Τῇ ; ἐπαύριον ἰδὼν ὁ ; ὄχλος ὁ ; ἑστηκὼς πέραν τῆς ; θαλάσσης ὅτι οὐκ ἦν ἐκεῖ πλοιάριον ἄλλο εἰ ; μὴ ἓν ἐκεῖνο εἰς ; ὃ ἐνέβησαν οἱ ; αὐτοῦ, ; μαθηταὶ καὶ ; ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς οὐ συνεισῆλθεν εἰς ; τὸ ; πλοιάριον τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἀλλὰ ἀπῆλθον· οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ μόνοι
فَلَمَّا رَأَى الْجَمْعُ أَنَّ يَسُوعَ لَيْسَ هُوَ هُنَاكَ وَلاَ تَلاَمِيذُهُ، دَخَلُوا هُمْ أَيْضًا السُّفُنَ وَجَاءُوا إِلَى كَفْرِنَاحُومَ يَطْلُبُونَ يَسُوعَ.
οὖν ; ὅτε εἶδεν ὁ ; ὄχλος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ καὶ εἰς ; τὰ ; πλοῖα καὶ ; ἦλθον εἰς Καφαρναοὺμ ζητοῦντες Ἰησοῦν, ; τὸν
وَمَضَى أَيْضًا إِلَى عَبْرِ الأُرْدُنِّ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِيهِ أَوَّلاً وَمَكَثَ هُنَاكَ.
καὶ ; ἀπῆλθεν πάλιν πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου εἰς τὸν ; τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ ; βαπτίζων, πρῶτον καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ.
فَآمَنَ كَثِيرُونَ بِهِ هُنَاكَ.
καὶ ; ἐπίστευσαν πολλοὶ εἰς ; αὐτὸν ἐκεῖ.¶
قَالَ لَهُ التَّلاَمِيذُ: يَا مُعَلِّمُ، الآنَ كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَنْ يَرْجُمُوكَ، وَتَذْهَبُ أَيْضًا إِلَى هُنَاكَ.
λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί· ῥαββί, νῦν οἱ ; Ἰουδαῖοι, ἐζήτουν σε ; λιθάσαι καὶ ; ὑπάγεις πάλιν ἐκεῖ;¶
وَأَنَا أَفْرَحُ لأَجْلِكُمْ إِنِّي لَمْ أَكُنْ هُنَاكَ، لِتُؤْمِنُوا. وَلكِنْ لِنَذْهَبْ إِلَيْهِ..
καὶ ; χαίρω δι᾽ ; ὑμᾶς, ὅτι ; οὐκ ; ἤμην ἐκεῖ· ἵνα ; πιστεύσητε, ἀλλ᾽ ἄγωμεν πρὸς ; αὐτόν.¶
ثُمَّ إِنَّ الْيَهُودَ الَّذِينَ كَانُوا مَعَهَا فِي الْبَيْتِ يُعَزُّونَهَا، لَمَّا رَأَوْا مَرْيَمَ قَامَتْ عَاجِلاً وَخَرَجَتْ، تَبِعُوهَا قَائِلِينَ: إِنَّهَا تَذْهَبُ إِلَى الْقَبْرِ لِتَبْكِيَ هُنَاكَ.
οὖν Οἱ ; Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ᾽ ; αὐτῆς ἐν τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; παραμυθούμενοι ; αὐτήν, ἰδόντες τὴν ; Μαριὰμ ὅτι ; ἀνέστη ταχέως καὶ ; ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν ; αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ ; μνημεῖον ἵνα ; κλαύσῃ ἐκεῖ.
فَلَمْ يَكُنْ يَسُوعُ أَيْضًا يَمْشِي بَيْنَ الْيَهُودِ عَلاَنِيَةً، بَلْ مَضَى مِنْ هُنَاكَ إِلَى الْكُورَةِ الْقَرِيبَةِ مِنَ الْبَرِّيَّةِ، إِلَى مَدِينَةٍ يُقَالُ لَهَا أَفْرَايِمُ، وَمَكَثَ هُنَاكَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ.
οὖν Ἰησοῦς οὐκέτι περιεπάτει ἐν τοῖς ; Ἰουδαίοις, παρρησίᾳ ἀλλ᾽ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν ; χώραν ἐγγὺς τῆς ; ἐρήμου εἰς πόλιν, λεγομένην Ἐφραὶμ διέτριβεν κἀκεῖ μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ.¶
فَصَنَعُوا لَهُ هُنَاكَ عَشَاءً. وَكَانَتْ مَرْثَا تَخْدِمُ، وَأَمَّا لِعَازَرُ فَكَانَ أَحَدَ الْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ.
ἐποίησαν ; οὖν αὐτῷ ἐκεῖ, δεῖπνον καὶ ἡ ; Μάρθα διηκόνει· δὲ ὁ ; Λάζαρος ἦν εἷς τῶν ; ἀνακειμένων σὺν ; αὐτῷ.
فَعَلِمَ جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ أَنَّهُ هُنَاكَ، فَجَاءُوا لَيْسَ لأَجْلِ يَسُوعَ فَقَطْ، بَلْ لِيَنْظُرُوا أَيْضًا لِعَازَرَ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; Ἔγνω ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων ὅτι ; ἐστιν, ἐκεῖ καὶ ; ἦλθον οὐ διὰ τὸν ; Ἰησοῦν μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; ἴδωσιν καὶ τὸν ; Λάζαρον ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَخْدِمُنِي فَلْيَتْبَعْنِي، وَحَيْثُ أَكُونُ أَنَا هُنَاكَ أَيْضًا يَكُونُ خَادِمِي. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يَخْدِمُنِي يُكْرِمُهُ الآبُ.
Ἐὰν τις ἐμοί ; διακονῇ, ἐμοὶ ; ἀκολουθείτω· καὶ ; ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ἔσται. ὁ ; διάκονος ; ὁ ; ἐμὸς καὶ ; ἐάν τις ἐμοὶ ; διακονῇ, τιμήσει ; αὐτὸν ὁ ; πατήρ.¶
وَكَانَ يَهُوذَا مُسَلِّمُهُ يَعْرِفُ الْمَوْضِعَ، لأَنَّ يَسُوعَ اجْتَمَعَ هُنَاكَ كَثِيرًا مَعَ تَلاَمِيذِهِ.
δὲ ; καὶ Ἰούδας ὁ ; παραδιδοὺς ; αὐτὸν ἤιδει τὸν ; τόπον, ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς συνήχθη ἐκεῖ πολλάκις μετὰ τῶν ; μαθητῶν
فَأَخَذَ يَهُوذَا الْجُنْدَ وَخُدَّامًا مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ، وَجَاءَ إِلَى هُنَاكَ بِمَشَاعِلَ وَمَصَابِيحَ وَسِلاَحٍ.
οὖν ; λαβὼν Ὁ ; Ἰούδας τὴν ; σπεῖραν καὶ ; ὑπηρέτας ἐκ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; ἐκ ; τῶν ; Φαρισαίων ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ ; λαμπάδων φανῶν καὶ ; ὅπλων.¶
فَوَجَدَ هُنَاكَ إِنْسَانًا اسْمُهُ إِينِيَاسُ مُضْطَجِعًا عَلَى سَرِيرٍ مُنْذُ ثَمَانِي سِنِينَ، وَكَانَ مَفْلُوجًا.
εὗρεν ; δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν ; τινα ὀνόματι Αἰνέαν κατακείμενον ἐπὶ ; κραββάτῳ ἐξ ὀκτὼ ἐτῶν ὃς ; ἦν παραλελυμένος.
وَكَانَا هُنَاكَ يُبَشِّرَانِ.
ἦσαν.¶ κἀκεῖ εὐαγγελιζόμενοι
وَأَقَامَا هُنَاكَ زَمَانًا لَيْسَ بِقَلِيل مَعَ التَّلاَمِيذِ.
διέτριβον ; δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς ; μαθηταῖς.¶
ثُمَّ وَصَلَ إِلَى دَرْبَةَ وَلِسْتَرَةَ، وَإِذَا تِلْمِيذٌ كَانَ هُنَاكَ اسْمُهُ تِيمُوثَاوُسُ، ابْنُ امْرَأَةٍ يَهُودِيَّةٍ مُؤْمِنَةٍ وَلكِنَّ أَبَاهُ يُونَانِيٌّ،
δὲ Κατήντησεν εἰς Δέρβην καὶ ; Λύστραν. καὶ ; ἰδοὺ μαθητής ; τις ἦν ἐκεῖ, ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικὸς ; τινος Ἰουδαίας πιστῆς, δὲ πατρὸς Ἕλληνος·
فَلَمَّا عَلِمَ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ تَسَالُونِيكِي أَنَّهُ فِي بِيرِيَّةَ أَيْضًا نَادَى بُولُسُ بِكَلِمَةِ اللهِ، جَاءُوا يُهَيِّجُونَ الْجُمُوعَ هُنَاكَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἔγνωσαν οἱ ; Ἰουδαῖοι τῆς ἀπὸ Θεσσαλονίκης ὅτι ἐν τῇ ; Βεροίᾳ καὶ κατηγγέλη ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ, ἦλθον σαλεύοντες τοὺς ; ὄχλους. κἀκεῖ
فَحِينَئِذٍ أَرْسَلَ الإِخْوَةُ بُولُسَ لِلْوَقْتِ لِيَذْهَبَ كَمَا إِلَى الْبَحْرِ، وَأَمَّا سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسُ فَبَقِيَا هُنَاكَ.
δὲ ; τότε ἐξαπέστειλαν οἱ ; ἀδελφοὶ τὸν ; Παῦλον εὐθέως πορεύεσθαι ὡς ἐπὶ τὴν ; θάλασσαν· δὲ ὅ ; Σιλᾶς καὶ ; ὁ ; Τιμόθεος ὑπέμενον ἐκεῖ.
وَلَمَّا كَمِلَتْ هذِهِ الأُمُورُ، وَضَعَ بُولُسُ فِي نَفْسِهِ أَنَّهُ بَعْدَمَا يَجْتَازُ فِي مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ يَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، قَائِلاً: إِنِّي بَعْدَ مَا أَصِيرُ هُنَاكَ يَنْبَغِي أَنْ أَرَى رُومِيَةَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἐπληρώθη ταῦτα, ἔθετο ὁ ; Παῦλος ἐν τῷ ; πνεύματι διελθὼν τὴν ; Μακεδονίαν καὶ ; Ἀχαΐαν πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα εἰπὼν ὅτι μετὰ τὸ ; γενέσθαι ; με ἐκεῖ, δεῖ με ; ἰδεῖν. Ῥώμην καὶ
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων