ك
إصحاح
G141
G142. aírō
G143
المعنى المختصر للكلمة
aírō: to lift up
اللفظ الأصلي αἴρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق aírō (ah-ee-ro)
تكرار الورود في الكتاب 90 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to lift up
2 by implication, to take up or away
3 figuratively, to raise (the voice), keep in suspense (the mind), specially, to sail away (i.e. weigh anchor)
4 by Hebraism (compare ) to expiate sin
الإنجليزية — KJV Translation Tags
away with bear (up) carry lift up loose make to doubt put away remove take (away, up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἦραν (6×) ἀρθήσεται (6×) ἆρον (5×) ἄρατε (5×) ἆραι (4×) αἴρει (4×) ἄρας (3×) καὶ ; ἦρεν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (90 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لابْنِ الإِنْسَانِ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَغْفِرَ الْخَطَايَا. حِينَئِذٍ قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: قُمِ احْمِلْ فِرَاشَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ.
δὲ ἵνα εἰδῆτε ὅτι ἔχει ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας, τότε λέγει παραλυτικῷ· ; τῷ ἐγερθεὶς ἆρόν σου ; τὴν ; κλίνην καὶ ; ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.
لَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، لأَنَّ الْمِلْءَ يَأْخُذُ مِنَ الثَّوْبِ، فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
οὐδεὶς ; δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· γὰρ τὸ ; πλήρωμα ; αὐτοῦ αἴρει ἀπὸ τοῦ ; ἱματίου, καὶ ; γίνεται. σχίσμα χεῖρον
متى 11: 29 Mat.11.29
اِحْمِلُوا نِيرِي عَلَيْكُمْ وَتَعَلَّمُوا مِنِّي، لأَنِّي وَدِيعٌ وَمُتَوَاضِعُ الْقَلْبِ، فَتَجِدُوا رَاحَةً لِنُفُوسِكُمْ.
ἄρατε τὸν ; ζυγόν ; μου ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; μάθετε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ ὅτι ; εἰμι πραΰς καὶ ; ταπεινὸς τῇ ; καρδίᾳ, καὶ ; εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ; ψυχαῖς ; ὑμῶν.
متى 13: 12 Mat.13.12
فَإِنَّ مَنْ لَهُ سَيُعْطَى وَيُزَادُ، وَأَمَّا مَنْ لَيْسَ لَهُ فَالَّذِي عِنْدَهُ سَيُؤْخَذُ مِنْهُ.
γὰρ ὅστις ἔχει, δοθήσεται ; αὐτῷ καὶ ; περισσευθήσεται· δὲ ὅστις οὐκ ἔχει, καὶ ; ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτοῦ.
متى 14: 12 Mat.14.12
فَتَقَدَّمَ تَلاَمِيذُهُ وَرَفَعُوا الْجَسَدَ وَدَفَنُوهُ. ثُمَّ أَتَوْا وَأَخْبَرُوا يَسُوعَ.
Καὶ ; προσελθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἦραν τὸ ; σῶμα καὶ ; ἔθαψαν ; αὐτό καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ ; Ἰησοῦ.¶
متى 14: 20 Mat.14.20
فَأَكَلَ الْجَمِيعُ وَشَبِعُوا. ثُمَّ رَفَعُوا مَا فَضَلَ مِنَ الْكِسَرِ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ قُفَّةً مَمْلُوءةً.
καὶ ; ἔφαγον πάντες καὶ ; ἐχορτάσθησαν· καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων, δώδεκα κοφίνους πλήρεις.
متى 15: 37 Mat.15.37
فَأَكَلَ الْجَمِيعُ وَشَبِعُوا. ثُمَّ رَفَعُوا مَا فَضَلَ مِنَ الْكِسَرِ سَبْعَةَ سِلاَل مَمْلُوءَةٍ،
καὶ ; ἔφαγον πάντες καὶ ; ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν, τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις.
متى 16: 24 Mat.16.24
حِينَئِذٍ قَالَ يَسُوعُ لِتَلاَمِيذِهِ: إِنْ أَرَادَ أَحَدٌ أَنْ يَأْتِيَ وَرَائِي فَلْيُنْكِرْ نَفْسَهُ وَيَحْمِلْ صَلِيبَهُ وَيَتْبَعْنِي،
Τότε εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· εἴ θέλει τις ἐλθεῖν, ὀπίσω ; μου ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ; ἀράτω τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ ἀκολουθείτω ; μοι.
متى 17: 27 Mat.17.27
وَلكِنْ لِئَلاَّ نُعْثِرَهُمُ، اذْهَبْ إِلَى الْبَحْرِ وَأَلْقِ صِنَّارَةً، وَالسَّمَكَةُ الَّتِي تَطْلُعُ أَوَّلاً خُذْهَا، وَمَتَى فَتَحْتَ فَاهَا تَجِدْ إِسْتَارًا، فَخُذْهُ وَأَعْطِهِمْ عَنِّي وَعَنْكَ.
ἵνα ; δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν ; αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν ; θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ ; τὸν ; ἰχθὺν ἀναβάντα πρῶτον ἆρον· καὶ ; ἀνοίξας τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα. λαβὼν ; ἐκεῖνον δὸς ; αὐτοῖς ἀντὶ ; ἐμοῦ καὶ ; σοῦ.¶
متى 20: 14 Mat.20.14
فَخُذِ الَّذِي لَكَ وَاذْهَبْ، فَإِنِّي أُرِيدُ أَنْ أُعْطِيَ هذَا الأَخِيرَ مِثْلَكَ.
ἆρον τὸ σὸν καὶ ; ὕπαγε. θέλω ; δὲ δοῦναι τούτῳ τῷ ; ἐσχάτῳ ὡς ; καὶ ; σοί·
متى 21: 21 Mat.21.21
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ كَانَ لَكُمْ إِيمَانٌ وَلاَ تَشُكُّونَ، فَلاَ تَفْعَلُونَ أَمْرَ التِّينَةِ فَقَطْ، بَلْ إِنْ قُلْتُمْ لِهذَا الْجَبَلِ: انْتَقِلْ وَانْطَرِحْ فِي الْبَحْرِ فَيَكُونُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ ; μὴ διακριθῆτε, οὐ ποιήσετε, τὸ ; τῆς συκῆς μόνον ἀλλὰ κἂν εἴπητε· τῷ ; τούτῳ ὄρει ἄρθητι καὶ ; βλήθητι εἰς τὴν ; θάλασσαν, γενήσεται·
متى 21: 43 Mat.21.43
لِذلِكَ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَلَكُوتَ اللهِ يُنْزَعُ مِنْكُمْ وَيُعْطَى لأُمَّةٍ تَعْمَلُ أَثْمَارَهُ.
διὰ ; τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ ἀρθήσεται ἀφ᾽ ; ὑμῶν καὶ ; δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς ; καρποὺς ; αὐτῆς.
متى 22: 13 Mat.22.13
حِينَئِذٍ قَالَ الْمَلِكُ لِلْخُدَّامِ: ارْبُطُوا رِجْلَيْهِ وَيَدَيْهِ، وَخُذُوهُ وَاطْرَحُوهُ فِي الظُّلْمَةِ الْخَارِجِيَّةِ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
τότε εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τοῖς ; διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ ; πόδας καὶ ; χεῖρας ἄρατε καὶ ; ἐκβάλετε ; αὐτὸν εἰς τὸ ; σκότος τὸ ; ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.
متى 24: 17 Mat.24.17
وَالَّذِي عَلَى السَّطْحِ فَلاَ يَنْزِلْ لِيَأْخُذَ مِنْ بَيْتِهِ شَيْئًا،
ὁ ἐπὶ τοῦ ; δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι ἐκ τῆς ; οἰκίας ; αὐτοῦ, τι
متى 24: 18 Mat.24.18
وَالَّذِي فِي الْحَقْلِ فَلاَ يَرْجعْ إِلَى وَرَائِهِ لِيَأْخُذَ ثِيَابَهُ.
καὶ ; ὁ ἐν τῷ ; ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ; ἱμάτια; αὐτοῦ.
متى 24: 39 Mat.24.39
وَلَمْ يَعْلَمُوا حَتَّى جَاءَ الطُّوفَانُ وَأَخَذَ الْجَمِيعَ، كَذلِكَ يَكُونُ أَيْضًا مَجِيءُ ابْنِ الإِنْسَانِ.
καὶ ; οὐκ ἔγνωσαν ἕως ἦλθεν ὁ ; κατακλυσμὸς καὶ ; ἦρεν ἅπαντας, οὕτως ἔσται καὶ ἡ ; παρουσία τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.¶
متى 25: 29 Mat.25.29
لأَنَّ كُلَّ مَنْ لَهُ يُعْطَى فَيَزْدَادُ، وَمَنْ لَيْسَ لَهُ فَالَّذِي عِنْدَهُ يُؤْخَذُ مِنْهُ.
γὰρ παντὶ τῷ ; ἔχοντι δοθήσεται καὶ ; περισσευθήσεται· τοῦ ; δὲ ; μὴ ἔχοντος, καὶ ; ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτοῦ.
متى 27: 32 Mat.27.32
وَفِيمَا هُمْ خَارِجُونَ وَجَدُوا إِنْسَانًا قَيْرَوَانِيًّا اسْمُهُ سِمْعَانُ، فَسَخَّرُوهُ لِيَحْمِلَ صَلِيبَهُ.
Ἐξερχόμενοι ; δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ; ἠγγάρευσαν ἵνα ; ἄρῃ τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ.¶
وَجَاءُوا إِلَيْهِ مُقَدِّمِينَ مَفْلُوجًا يَحْمِلُهُ أَرْبَعَةٌ.
Καὶ ; ἔρχονται πρὸς ; αὐτὸν φέροντες παραλυτικὸν αἰρόμενον ὑπὸ ; τεσσάρων.
أَيُّمَا أَيْسَرُ، أَنْ يُقَالَ لِلْمَفْلُوجِ: مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ، أَمْ أَنْ يُقَالَ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
τί ; ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ ; παραλυτικῷ· Ἀφέωνταί σοί αἱ ; ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν· Ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; περιπάτει;¶
لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
σοὶ λέγω· ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.¶
فَقَامَ لِلْوَقْتِ وَحَمَلَ السَّرِيرَ وَخَرَجَ قُدَّامَ الْكُلِّ، حَتَّى بُهِتَ الْجَمِيعُ وَمَجَّدُوا اللهَ قَائِلِينَ: مَا رَأَيْنَا مِثْلَ هذَا
Καὶ ; ἠγέρθη καὶ ; εὐθὺς ἄρας τὸν ; κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ ; δοξάζειν τὸν ; θεὸν λέγοντας ; ὅτι οὐδέποτε εἴδομεν.¶ οὕτως
لَيْسَ أَحَدٌ يَخِيطُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْمِلْءُ الْجَدِيدُ يَأْخُذُ مِنَ الْعَتِيقِ فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
Καὶ ; οὐδεὶς ἐπιράπτει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ εἰ ; δὲ ; μή, τὸ ; πλήρωμα αὐτοῦ ; τὸ ; καινὸν αἴρει τοῦ παλαιοῦ, καὶ ; γίνεται.¶ σχίσμα χεῖρον
وَهؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ عَلَى الطَّرِيقِ: حَيْثُ تُزْرَعُ الْكَلِمَةُ، وَحِينَمَا يَسْمَعُونَ يَأْتِي الشَّيْطَانُ لِلْوَقْتِ وَيَنْزِعُ الْكَلِمَةَ الْمَزْرُوعَةَ فِي قُلُوبِهِمْ.
οὗτοι ; δέ εἰσιν οἱ παρὰ τὴν ; ὁδὸν ὅπου σπείρεται ὁ ; λόγος, καὶ ; ὅταν ἀκούσωσιν, ἔρχεται ὁ ; σατανᾶς εὐθὺς καὶ ; αἴρει τὸν ; λόγον τὸν ; ἐσπαρμένον ἐν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν
لأَنَّ مَنْ لَهُ سَيُعْطَى، وَأَمَّا مَنْ لَيْسَ لَهُ فَالَّذِي عِنْدَهُ سَيُؤْخَذُ مِنْهُ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἔχῃ δοθήσεται ; αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ; ὃς ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
وَأَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَحْمِلُوا شَيْئًا لِلطَّرِيقِ غَيْرَ عَصًا فَقَطْ، لاَ مِزْوَدًا وَلاَ خُبْزًا وَلاَ نُحَاسًا فِي الْمِنْطَقَةِ.
καὶ ; παρήγγειλεν ; αὐτοῖς ἵνα μηδὲν ; αἴρωσιν εἰς ; ὁδὸν εἰ ; μὴ ῥάβδον μόνον, μὴ πήραν, μὴ ἄρτον, μὴ χαλκόν, εἰς τὴν ; ζώνην
وَلَمَّا سَمِعَ تَلاَمِيذُهُ، جَاءُوا وَرَفَعُوا جُثَّتَهُ وَوَضَعُوهَا فِي قَبْرٍ.
Καὶ ἀκούσαντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἦλθον καὶ ; ἦραν τὸ ; πτῶμα ; αὐτοῦ καὶ ; ἔθηκαν ; αὐτὸ ἐν μνημείῳ.¶ ; τῷ
ثُمَّ رَفَعُوا مِنَ الْكِسَرِ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ قُفَّةً مَمْلُوَّةً، وَمِنَ السَّمَكِ.
καὶ ἦραν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις ἀπὸ τῶν ; ἰχθύων.
فَأَكَلُوا وَشَبِعُوا. ثُمَّ رَفَعُوا فَضَلاَتِ الْكِسَرِ: سَبْعَةَ سِلاَل.
ἔφαγον ; δέ καὶ ; ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας.
حِينَ كَسَّرْتُ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ لِلْخَمْسَةِ الآلاَفِ، كَمْ قُفَّةً مَمْلُوَّةً كِسَرًا رَفَعْتُمْ. قَالُوا لَهُ: اثْنَتَيْ عَشْرَةَ.
ὅτε ἔκλασα τοὺς ; ἄρτους πέντε εἰς ; τοὺς ; πεντακισχιλίους πόσους κοφίνους πλήρεις κλασμάτων ἤρατε; λέγουσιν αὐτῷ· δώδεκα.