ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ فِي الْجَمْعِ. وَلَمَّا لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ لِسَبَبِ الشَّغَبِ، أَمَرَ أَنْ يُذْهَبَ بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
δὲ ἐβόων τι ἄλλοι ἄλλο ἐν τῷ ; ὄχλῳ. δὲ μὴ δυνάμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλὲς διὰ τὸν ; θόρυβον ἐκέλευσεν ἄγεσθαι ; αὐτὸν εἰς τὴν ; παρεμβολήν.
وَلَمَّا صَارَ عَلَى الدَّرَجِ اتَّفَقَ أَنَّ الْعَسْكَرَ حَمَلَهُ بِسَبَبِ عُنْفِ الْجَمْعِ،
ὅτε ; δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ; ἀναβαθμούς, συνέβη τῶν ; στρατιωτῶν βαστάζεσθαι ; αὐτὸν διὰ τὴν ; βίαν τοῦ ; ὄχλου·
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
فَلَمَّا أَذِنَ لَهُ، وَقَفَ بُولُسُ عَلَى الدَّرَجِ وَأَشَارَ بِيَدِهِ إِلَى الشَّعْبِ، فَصَارَ سُكُوتٌ عَظِيمٌ. فَنَادَى بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ قَائِلاً:
δὲ ἐπιτρέψαντος αὐτοῦ ἑστὼς ὁ ; Παῦλος ἐπὶ τῶν ; ἀναβαθμῶν κατέσεισεν τῇ ; χειρὶ τῷ λαῷ, δὲ ; γενομένης σιγῆς πολλῆς προσεφώνησεν τῇ ; διαλέκτῳ Ἑβραΐδι λέγων·¶
فَلَمَّا سَمِعُوا أَنَّهُ يُنَادِي لَهُمْ بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ أَعْطُوا سُكُوتًا أَحْرَى. فَقَالَ:
ἀκούσαντες ; δὲ ὅτι προσεφώνει αὐτοῖς, τῇ ; διαλέκτῳ Ἑβραΐδι παρέσχον ἡσυχίαν.¶ μᾶλλον Καὶ ; φησίν·
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
فَحَدَثَ لِي وَأَنَا ذَاهِبٌ وَمُتَقَرِّبٌ إِلَى دِمَشْقَ أَنَّهُ نَحْوَ نِصْفِ النَّهَارِ، بَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلِي مِنَ السَّمَاءِ نُورٌ عَظِيمٌ.
ἐγένετο ; δέ μοι πορευομένῳ καὶ ; ἐγγίζοντι τῇ ; Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης περιαστράψαι περὶ ; ἐμέ· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φῶς ἱκανὸν
وَالَّذِينَ كَانُوا مَعِي نَظَرُوا النُّورَ وَارْتَعَبُوا، وَلكِنَّهُمْ لَمْ يَسْمَعُوا صَوْتَ الَّذِي كَلَّمَنِي.
οἱ ; δὲ ὄντες σὺν ; ἐμοὶ ἐθεάσαντο τὸ ; μὲν ; φῶς καὶ ; ἔμφοβοι ; ἐγένοντο, δὲ οὐκ ἤκουσαν τὴν ; φωνὴν τοῦ ; λαλοῦντός ; μοι.
وَالَّذِينَ كَانُوا مَعِي نَظَرُوا النُّورَ وَارْتَعَبُوا، وَلكِنَّهُمْ لَمْ يَسْمَعُوا صَوْتَ الَّذِي كَلَّمَنِي.
οἱ ; δὲ ὄντες σὺν ; ἐμοὶ ἐθεάσαντο τὸ ; μὲν ; φῶς καὶ ; ἔμφοβοι ; ἐγένοντο, δὲ οὐκ ἤκουσαν τὴν ; φωνὴν τοῦ ; λαλοῦντός ; μοι.
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
وَإِذْ كُنْتُ لاَ أُبْصِرُ مِنْ أَجْلِ بَهَاءِ ذلِكَ النُّورِ، اقْتَادَنِي بِيَدِي الَّذِينَ كَانُوا مَعِي، فَجِئْتُ إِلَى دِمَشْقَ.
δὲ ὡς οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς ; δόξης τοῦ ; ἐκείνου, φωτὸς χειραγωγούμενος ὑπὸ ; τῶν συνόντων ; μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν.¶
ثُمَّ إِنَّ حَنَانِيَّا رَجُلاً تَقِيًّا حَسَبَ النَّامُوسِ، وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِ السُّكَّانِ
δέ Ἁνανίας τις, ; ἀνὴρ εὐσεβὴς κατὰ τὸν ; νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν ; Ἰουδαίων, κατοικούντων
وَحَدَثَ لِي بَعْدَ مَا رَجَعْتُ إِلَى أُورُشَلِيمَ وَكُنْتُ أُصَلِّي فِي الْهَيْكَلِ، أَنِّي حَصَلْتُ فِي غَيْبَةٍ،
Ἐγένετο ; δέ μοι ὑποστρέψαντι εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; προσευχομένου ; μου ἐν τῷ ; ἱερῷ με γενέσθαι ἐν ἐκστάσει
فَسَمِعُوا لَهُ حَتَّى هذِهِ الْكَلِمَةَِ، ثُمَّ رَفَعُوا أَصْوَاتَهُمْ قَائِلِينَ: خُذْ مِثْلَ هذَا مِنَ الأَرْضِ، لأَنَّهُ لاَ يَجُوزُ أَنْ يَعِيشَ..
Ἤκουον ; δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ ; λόγου καὶ ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν λέγοντες· αἶρε τὸν ; τοιοῦτον· ἀπὸ τῆς ; γῆς γὰρ οὐ καθῆκον αὐτὸν ; ζῆν.
فَلَمَّا مَدُّوهُ لِلسِّيَاطِ، قَالَ بُولُسُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ الْوَاقِفِ: أَيَجُوزُ لَكُمْ أَنْ تَجْلِدُوا إِنْسَانًا رُومَانِيًّا غَيْرَ مَقْضِيٍّ عَلَيْهِ.
Ὡς ; δὲ προέτεινεν; αὐτὸν τοῖς ; ἱμᾶσιν, εἶπεν ὁ ; Παῦλος· πρὸς ; τὸν ; ἑκατόνταρχον ἑστῶτα εἰ ; ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν; ἄνθρωπον Ῥωμαῖον καὶ ; ἀκατάκριτον
فَإِذْ سَمِعَ قَائِدُ الْمِئَةِ ذَهَبَ إِلَى الأَمِيرِ، وَأَخْبَرَهُ قَائِلاً: انْظُرْ مَاذَا أَنْتَ مُزْمِعٌ أَنْ تَفْعَلَ. لأَنَّ هذَا الرَّجُلَ رُومَانِيٌّ.
ἀκούσας ; δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης προσελθὼν τῷ χιλιάρχῳ ἀπήγγειλεν λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν; γὰρ οὗτος ἄνθρωπος Ῥωμαῖός ; ἐστιν.
فَجَاءَ الأَمِيرُ وَقَالَ لَهُ: قُلْ لِي: أَنْتَ رُومَانِيٌّ. فَقَالَ: نَعَمْ.
προσελθὼν ; δὲ ὁ ; χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι, εἰ ; σὺ Ῥωμαῖος ; εἶ; ὁ ; δὲ ; ἔφη· ναί.
فَأَجَابَ الأَمِيرُ: أَمَّا أَنَا فَبِمَبْلَغٍ كَبِيرٍ اقْتَنَيْتُ هذِهِ الرَّعَوِيَّةَ. فَقَالَ بُولُسُ: أَمَّا أَنَا فَقَدْ وُلِدْتُ فِيهَا.
ἀπεκρίθη ; τε ὁ ; χιλίαρχος· ἐγὼ κεφαλαίου πολλοῦ ἐκτησάμην. ταύτην τὴν ; πολιτείαν δὲ ; ἔφη· ὁ ; Παῦλος δὲ ἐγὼ καὶ γεγέννημαι.
فَتَفَرَّسَ بُولُسُ فِي الْمَجْمَعِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنِّي بِكُلِّ ضَمِيرٍ صَالِحٍ قَدْ عِشْتُ للهِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
Ἀτενίσας ; δὲ ὁ ; Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ ; θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας.
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَلَمَّا قَالَ هذَا حَدَثَتْ مُنَازَعَةٌ بَيْنَ الْفَرِّيسِيِّينَ وَالصَّدُّوقِيِّينَ، وَانْشَقَّتِ الْجَمَاعَةُ،
δὲ λαλήσαντος Τοῦτο ἐγένετο στάσις τῶν Φαρισαίων καὶ ; τῶν ; Σαδδουκαίων, καὶ ; ἐσχίσθη τὸ ; πλῆθος.
لأَنَّ الصَّدُّوقِيِّينَ يَقُولُونَ إِنَّهُ لَيْسَ قِيَامَةٌ وَلاَ مَلاَكٌ وَلاَ رُوحٌ، وَأَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَيُقِرُّونَ بِكُلِّ ذلِكَ.
γὰρ Σαδδουκαῖοι λέγουσιν εἶναι μὴ ἀνάστασιν μηδὲ ἄγγελον μήτε πνεῦμα· δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦσιν τὰ ; ἀμφότερα.¶
فَحَدَثَ صِيَاحٌ عَظِيمٌ، وَنَهَضَ كَتَبَةُ قِسْمِ الْفَرِّيسِيِّينَ وَطَفِقُوا يُخَاصِمُونَ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَجِدُ شَيْئًا رَدِيًّا فِي هذَا الإِنْسَانِ. وَإِنْ كَانَ رُوحٌ أَوْ مَلاَكٌ قَدْ كَلَّمَهُ فَلاَ نُحَارِبَنَّ اللهَ.
Ἐγένετο ; δὲ κραυγὴ μεγάλη· ἀναστάντες ; καὶ οἱ; γραμματεῖς τοῦ ; μέρους τῶν ; Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· οὐδὲν ; εὑρίσκομεν κακὸν ἐν τούτῳ· τῷ ; ἀνθρώπῳ εἰ δὲ πνεῦμα ἢ ἄγγελος ἐλάλησεν ; αὐτῷ μὴ θεομαχῶμεν;
فَحَدَثَ صِيَاحٌ عَظِيمٌ، وَنَهَضَ كَتَبَةُ قِسْمِ الْفَرِّيسِيِّينَ وَطَفِقُوا يُخَاصِمُونَ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَجِدُ شَيْئًا رَدِيًّا فِي هذَا الإِنْسَانِ. وَإِنْ كَانَ رُوحٌ أَوْ مَلاَكٌ قَدْ كَلَّمَهُ فَلاَ نُحَارِبَنَّ اللهَ.
Ἐγένετο ; δὲ κραυγὴ μεγάλη· ἀναστάντες ; καὶ οἱ; γραμματεῖς τοῦ ; μέρους τῶν ; Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· οὐδὲν ; εὑρίσκομεν κακὸν ἐν τούτῳ· τῷ ; ἀνθρώπῳ εἰ δὲ πνεῦμα ἢ ἄγγελος ἐλάλησεν ; αὐτῷ μὴ θεομαχῶμεν;
وَلَمَّا حَدَثَتْ مُنَازَعَةٌ كَثِيرَةٌ اخْتَشَى الأَمِيرُ أَنْ يَفْسَخُوا بُولُسَ، فَأَمَرَ الْعَسْكَرَ أَنْ يَنْزِلُوا وَيَخْتَطِفُوهُ مِنْ وَسْطِهِمْ وَيَأْتُوا بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
δὲ γενομένης στάσεως, πολλῆς εὐλαβηθεὶς ὁ ; χιλίαρχος μὴ ; διασπασθῇ ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν ὁ ; Παῦλος ἐκέλευσεν τὸ ; στράτευμα καταβὰν καὶ ; ἁρπάσαι ; αὐτὸν ἐκ μέσου ; αὐτῶν, ἄγειν ; τε εἰς τὴν ; παρεμβολήν.¶
وَفِي اللَّيْلَةِ التَّالِيَةِ وَقَفَ بِهِ الرَّبُّ وَقَالَ: ثِقْ يَا بُولُسُ. لأَنَّكَ كَمَا شَهِدْتَ بِمَا لِي فِي أُورُشَلِيمَ، هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ تَشْهَدَ فِي رُومِيَةَ أَيْضًا.
δὲ Τῇ ; νυκτὶ ἐπιούσῃ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ ; κύριος εἶπεν· θάρσει Παῦλε· γὰρ ὡς διεμαρτύρω τὰ περὶ ; ἐμοῦ εἰς Ἰερουσαλήμ, οὕτω σε ; δεῖ μαρτυρῆσαι.¶ εἰς Ῥώμην καὶ
وَالآنَ أَعْلِمُوا الأَمِيرَ أَنْتُمْ مَعَ الْمَجْمَعِ لِكَيْ يُنْزِلَهُ إِلَيْكُمْ غَدًا، كَأَنَّكُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْحَصُوا بِأَكْثَرِ تَدْقِيق عَمَّا لَهُ. وَنَحْنُ، قَبْلَ أَنْ يَقْتَرِبَ، مُسْتَعِدُّونَ لِقَتْلِهِ.
νῦν ; οὖν ἐμφανίσατε τῷ ; χιλιάρχῳ ὑμεῖς σὺν τῷ ; συνεδρίῳ, ὅπως καταγάγῃ ; αὐτὸν πρὸς; ὑμᾶς αὔριον ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ ; αὐτοῦ· ἡμεῖς ; δὲ πρὸ τοῦ ; ἐγγίσαι ; αὐτὸν ἕτοιμοί ; ἐσμεν τοῦ ; ἀνελεῖν ; αὐτόν.¶
وَلكِنَّ ابْنَ أُخْتِ بُولُسَ سَمِعَ بِالْكَمِينِ، فَجَاءَ وَدَخَلَ الْمُعَسْكَرَ وَأَخْبَرَ بُولُسَ.
δὲ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀδελφῆς Παύλου Ἀκούσας τὴν ; ἐνέδραν, παραγενόμενος καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; παρεμβολὴν ἀπήγγειλεν τῷ ; Παύλῳ.
فَاسْتَدْعَى بُولُسُ وَاحِدًا مِنْ قُوَّادِ الْمِئَاتِ وَقَالَ: اذْهَبْ بِهذَا الشَّابِّ إِلَى الأَمِيرِ، لأَنَّ عِنْدَهُ شَيْئًا يُخْبِرُهُ بِهِ.
προσκαλεσάμενος ; δὲ ὁ ; Παῦλος ἕνα τῶν ἑκατονταρχῶν ἔφη· ἀπάγαγε τοῦτον τὸν ; νεανίαν πρὸς τὸν ; χιλίαρχον· γὰρ ἔχει τι ἀπαγγεῖλαί ; αὐτῷ.