ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَخَذَ الأَمِيرُ بِيَدِهِ وَتَنَحَّى بِهِ مُنْفَرِدًا، وَاسْتَخْبَرَهُ: مَا هُوَ الَّذِي عِنْدَكَ لِتُخْبِرَنِي بِهِ.
ἐπιλαβόμενος ; δὲ ὁ ; χιλίαρχος τῆς ; χειρὸς ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναχωρήσας κατ᾽ ; ἰδίαν ἐπυνθάνετο· τί ἐστιν ὃ ἔχεις ἀπαγγεῖλαί ; μοι;
فَقَالَ: إِنَّ الْيَهُودَ تَعَاهَدُوا أَنْ يَطْلُبُوا مِنْكَ أَنْ تُنْزِلَ بُولُسَ غَدًا إِلَى الْمَجْمَعِ، كَأَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَسْتَخْبِرُوا عَنْهُ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
εἶπεν ; δὲ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ; ἐρωτῆσαί σε καταγάγῃς τὸν ; Παῦλον αὔριον εἰς τὸ ; συνέδριον ὡς μέλλοντές πυνθάνεσθαι περὶ ; αὐτοῦ. τι ; ἀκριβέστερον
وَكُنْتُ أُرِيدُ أَنْ أَعْلَمَ الْعِلَّةَ الَّتِي لأَجْلِهَا كَانُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ، فَأَنْزَلْتُهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ،
βουλόμενός ; δὲ γνῶναι τὴν ; αἰτίαν ἣν δι᾽ ἐνεκάλουν αὐτῷ κατήγαγον ; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν·
فَوَجَدْتُهُ مَشْكُوًّا عَلَيْهِ مِنْ جِهَةِ مَسَائِلِ نَامُوسِهِمْ. وَلكِنَّ شَكْوَى تَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ أَوِ الْقُيُودَ لَمْ تَكُنْ
ὃν ; εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ ; νόμου ; αὐτῶν, δὲ ἔγκλημα. ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν μηδὲν ἔχοντα
ثُمَّ لَمَّا أُعْلِمْتُ بِمَكِيدَةٍ عَتِيدَةٍ أَنْ تَصِيرَ عَلَى الرَّجُلِ مِنَ الْيَهُودِ، أَرْسَلْتُهُ لِلْوَقْتِ إِلَيْكَ، آمِرًا الْمُشْتَكِينَ أَيْضًا أَنْ يَقُولُوا لَدَيْكَ مَا عَلَيْهِ. كُنْ مُعَافىً.
δέ μηνυθείσης ; μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ; ἄνδρα ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων ἔπεμψα ἐξαυτῆς πρὸς ; σὲ παραγγείλας τοῖς ; κατηγόροις καὶ λέγειν ἐπὶ ; σοῦ. τὰ ; πρὸς ; αὐτὸν ἔρρωσο¶
فَلَمَّا قَرَأَ الْوَالِي وَسَأَلَ مِنْ أَيَّةِ وِلاَيَةٍ هُوَ، وَوَجَدَ أَنَّهُ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ،
δὲ ἀναγνοὺς ὁ ; ἡγεμών καὶ ; ἐπερωτήσας ἐκ ποίας ἐπαρχείας ἐστὶν καὶ ; πυθόμενος ὅτι ἀπὸ Κιλικίας,
وَبَعْدَ خَمْسَةِ أَيَّامٍ انْحَدَرَ حَنَانِيَّا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ مَعَ الشُّيُوخِ وَخَطِيبٍ اسْمُهُ تَرْتُلُّسُ. فَعَرَضُوا لِلْوَالِي ضِدَّ بُولُسَ.
Μετὰ ; δὲ πέντε ἡμέρας κατέβη Ἁνανίας ὁ ; ἀρχιερεὺς μετὰ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ῥήτορος ; τινός, Τερτύλλου οἵτινες ; ἐνεφάνισαν τῷ ; ἡγεμόνι κατὰ τοῦ ; Παύλου.
فَلَمَّا دُعِيَ، ابْتَدَأَ تَرْتُلُّسُ فِي الشِّكَايَةِ قَائِلاً:
κληθέντος ; δὲ αὐτοῦ ; ἤρξατο ὁ ; Τέρτυλλος κατηγορεῖν λέγων·
وَلكِنْ لِئَلاَّ أُعَوِّقَكَ أَكْثَرَ، أَلْتَمِسُ أَنْ تَسْمَعَنَا بِالاخْتِصَارِ بِحِلْمِكَ:
δὲ μὴ ἐπὶ ; σε ; ἐγκόπτω, πλεῖόν παρακαλῶ ἀκοῦσαί ; σε ; ἡμῶν συντόμως τῇ ; σῇ ; ἐπιεικείᾳ.
فَأَقْبَلَ لِيسِيَاسُ الأَمِيرُ بِعُنْفٍ شَدِيدٍ وَأَخَذَهُ مِنْ بَيْنِ أَيْدِينَا،
παρελθὼν ; δὲ Λυσίας ὁ ; χιλίαρχος μετὰ ; βίας πολλῆς ἀπήγαγε, ἐκ τῶν ; χειρῶν ; ἡμῶν
ثُمَّ وَافَقَهُ الْيَهُودُ أَيْضًا قَائِلِينَ: إِنَّ هذِهِ الأُمُورَ هكَذَا.
δὲ συνέθεντο οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ φάσκοντες ταῦτα οὕτως ; ἔχειν.¶
فَأَجَابَ بُولُسُ، إِذْ أَوْمَأَ إِلَيْهِ الْوَالِي أَنْ يَتَكَلَّمَ: إِنِّي إِذْ قَدْ عَلِمْتُ أَنَّكَ مُنْذُ سِنِينَ كَثِيرَةٍ قَاضٍ لِهذِهِ الأُمَّةِ، أَحْتَجُّ عَمَّا فِي أَمْرِي بِأَكْثَرِ سُرُورٍ.
Ἀπεκρίθη ; δὲ ὁ ; Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ; ἡγεμόνος λέγειν· ἐπιστάμενος σε ἐκ ἐτῶν πολλῶν κριτὴν τούτῳ τῷ ; ἔθνει ἀπολογοῦμαι· περὶ ἐμαυτοῦ εὐθύμως ; τὰ
وَلكِنَّنِي أُقِرُّ لَكَ بِهذَا: أَنَّنِي حَسَبَ الطَّرِيقِ الَّذِي يَقُولُونَ لَهُ شِيعَةٌ، هكَذَا أَعْبُدُ إِلهَ آبَائِي، مُؤْمِنًا بِكُلِّ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءِ.
δὲ ὁμολογῶ σοι τοῦτό ὅτι κατὰ τὴν ; ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτως λατρεύω τῷ ; θεῷ πατρῴῳ πιστεύων πᾶσιν τοῖς ; κατὰ γεγραμμένοις, τὸν ; νόμον καὶ ; τοῖς ; προφήταις
لِذلِكَ أَنَا أَيْضًا أُدَرِّبُ نَفْسِي لِيَكُونَ لِي دَائِمًا ضَمِيرٌ بِلاَ عَثْرَةٍ مِنْ نَحْوِ اللهِ وَالنَّاسِ.
ἐν ; τούτῳ αὐτὸς δὲ ἀσκῶ ἔχειν διὰ ; διαπαντός συνείδησιν ἀπρόσκοπον πρὸς τὸν ; θεὸν καὶ ; τοὺς ; ἀνθρώπους
ثُمَّ بَعْدَ أَيَّامٍ جَاءَ فِيلِكْسُ مَعَ دُرُوسِّلاَ امْرَأَتِهِ، وَهِيَ يَهُودِيَّةٌ. فَاسْتَحْضَرَ بُولُسَ وَسَمِعَ مِنْهُ عَنِ الإِيمَانِ بِالْمَسِيحِ.
δὲ Μετὰ ἡμέρας ; τινὰς παραγενόμενος ὁ ; Φῆλιξ σὺν Δρουσίλλῃ τῇ ; αὐτοῦ; γυναικὶ οὔσῃ Ἰουδαίᾳ μετεπέμψατο τὸν ; Παῦλον καὶ ; ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ τῆς ; πίστεως. εἰς ; Χριστὸν
وَبَيْنَمَا كَانَ يَتَكَلَّمُ عَنِ الْبِرِّ وَالتَّعَفُّفِ وَالدَّيْنُونَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَكُونَ، ارْتَعَبَ فِيلِكْسُ، وَأَجَابَ: أَمَّا الآنَ فَاذْهَبْ، وَمَتَى حَصَلْتُ عَلَى وَقْتٍ أَسْتَدْعِيكَ.
διαλεγομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ; ἐγκρατείας καὶ ; τοῦ ; κρίματος τοῦ ; μέλλοντος ἔσεσθαι ἔμφοβος ; γενόμενος ὁ ; Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν πορεύου· δὲ μεταλαβὼν καιρὸν μετακαλέσομαί ; σε·
وَكَانَ أَيْضًا يَرْجُو أَنْ يُعْطِيَهُ بُولُسُ دَرَاهِمَ لِيُطْلِقَهُ، وَلِذلِكَ كَانَ يَسْتَحْضِرُهُ مِرَارًا أَكْثَرَ وَيَتَكَلَّمُ مَعَهُ.
δὲ καὶ ἐλπίζων ὅτι δοθήσεται ; αὐτῷ τοῦ ; Παύλου χρήματα λύσῃ ; αὐτόν, διὸ αὐτὸν ; μεταπεμπόμενος πυκνότερον ὡμίλει αὐτῷ.¶
وَلكِنْ لَمَّا كَمِلَتْ سَنَتَانِ، قَبِلَ فِيلِكْسُ بُورْكِيُوسَ فَسْتُوسَ خَلِيفَةً لَهُ. وَإِذْ كَانَ فِيلِكْسُ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، تَرَكَ بُولُسَ مُقَيَّدًا.
δὲ πληρωθείσης Διετίας ἔλαβεν ὁ ; Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον, διάδοχον τε ὁ ; Φῆλιξ θέλων καταθέσθαι τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριτας κατέλιπεν τὸν ; Παῦλον δεδεμένον.¶
فَعَرَضَ لَهُ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَوُجُوهُ الْيَهُودِ ضِدَّ بُولُسَ، وَالْتَمَسُوا مِنْهُ
ἐνεφάνισάν ; δὲ αὐτῷ ὁ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ ; πρῶτοι τῶν ; Ἰουδαίων κατὰ τοῦ ; Παύλου καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν
فَأَجَابَ فَسْتُوسُ أَنْ يُحْرَسَ بُولُسُ فِي قَيْصَرِيَّةَ، وَأَنَّهُ هُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَنْطَلِقَ عَاجِلاً.
οὖν ; ἀπεκρίθη Ὁ ; Φῆστος τηρεῖσθαι τὸν ; Παῦλον ἐν Καισαρείᾳ ἑαυτὸν ; δὲ μέλλειν ἐκπορεύεσθαι· ἐν ; τάχει
وَبَعْدَ مَا صَرَفَ عِنْدَهُمْ أَكْثَرَ مِنْ عَشَرَةِ أَيَّامٍ انْحَدَرَ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ. وَفِي الْغَدِ جَلَسَ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ وَأَمَرَ أَنْ يُؤْتَى بِبُولُسَ.
διατρίψας ; δὲ ἐν ; αὐτοῖς πλείους δέκα, ἡμέρας καταβὰς εἰς Καισάρειαν, τῇ ; ἐπαύριον καθίσας ἐπὶ τοῦ ; βήματος ἐκέλευσεν ἀχθῆναι.¶ τὸν ; Παῦλον
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا وَاقِفٌ لَدَى كُرْسِيِّ وِلاَيَةِ قَيْصَرَ حَيْثُ يَنْبَغِي أَنْ أُحَاكَمَ. أَنَا لَمْ أَظْلِمِ الْيَهُودَ كَمَا تَعْلَمُ أَنْتَ أَيْضًا جَيِّدًا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· εἰμι, ἑστώς ἐπὶ τοῦ ; βήματος Καίσαρος οὗ δεῖ κρίνεσθαι. με οὐδὲν ἠδίκησα, Ἰουδαίους ὡς ἐπιγινώσκεις· σὺ καὶ κάλλιον
لأَنِّي إِنْ كُنْتُ آثِمًا، أَوْ صَنَعْتُ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، فَلَسْتُ أَسْتَعْفِي مِنَ الْمَوْتِ. وَلكِنْ إِنْ لَمْ يَكُنْ شَيْءٌ مِمَّا يَشْتَكِي عَلَيَّ هؤُلاَءِ، فَلَيْسَ أَحَدٌ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُسَلِّمَنِي لَهُمْ. إِلَى قَيْصَرَ أَنَا رَافِعٌ دَعْوَايَ..
γὰρ εἰ ; μὲν ; ἀδικῶ καὶ πέπραχά τι, ἄξιον θανάτου οὐ παραιτοῦμαι ἀποθανεῖν· δὲ εἰ οὐδέν ; ἐστιν ὧν κατηγοροῦσίν μου, οὗτοι οὐδείς δύναται χαρίσασθαι. ; με αὐτοῖς Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.¶
وَبَعْدَمَا مَضَتْ أَيَّامٌ أَقْبَلَ أَغْرِيبَاسُ الْمَلِكُ وَبَرْنِيكِي إِلَى قَيْصَرِيَّةَ لِيُسَلِّمَا عَلَى فَسْتُوسَ.
δὲ διαγενομένων Ἡμερῶν κατήντησαν τινῶν ; Ἀγρίππας ὁ ; βασιλεὺς καὶ ; Βερνίκη εἰς Καισάρειαν ἀσπασόμενοι τὸν ; Φῆστον.
وَلَمَّا كَانَا يَصْرِفَانِ هُنَاكَ أَيَّامًا كَثِيرَةً، عَرَضَ فَسْتُوسُ عَلَى الْمَلِكِ أَمْرَ بُولُسَ، قَائِلاً: يُوجَدُ رَجُلٌ تَرَكَهُ فِيلِكْسُ أَسِيرًا،
ὡς ; δὲ διέτριβον ἐκεῖ, ἡμέρας πλείους ἀνέθετο ὁ ; Φῆστος τῷ ; βασιλεῖ τὰ ; κατὰ τὸν ; Παῦλον λέγων· ἐστιν ἀνήρ ; τίς καταλελειμμένος ; ὑπὸ Φήλικος δέσμιος,
لكِنْ كَانَ لَهُمْ عَلَيْهِ مَسَائِلُ مِنْ جِهَةِ دِيَانَتِهِمْ، وَعَنْ وَاحِدٍ اسْمُهُ يَسُوعُ قَدْ مَاتَ، وَكَانَ بُولُسُ يَقُولُ إِنَّهُ حَيٌّ.
δέ εἶχον πρὸς ; αὐτὸν ζητήματα περὶ τῆς ; ἰδίας ; δεισιδαιμονίας καὶ ; περί τινος Ἰησοῦ τεθνηκότος, ὃν ὁ ; Παῦλος ἔφασκεν ζῆν.
وَإِذْ كُنْتُ مُرْتَابًا فِي الْمَسْأَلَةِ عَنْ هذَا قُلْتُ: أَلَعَلَّهُ يَشَاءُ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَيُحَاكَمَ هُنَاكَ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ ἐγὼ ἀπορούμενος εἰς ζήτησιν περὶ τούτου ἔλεγον βούλοιτο ; εἰ πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι κἀκεῖ περὶ τούτων.
وَلكِنْ لَمَّا رَفَعَ بُولُسُ دَعْوَاهُ لِكَيْ يُحْفَظَ لِفَحْصِ أُوغُسْطُسَ، أَمَرْتُ بِحِفْظِهِ إِلَى أَنْ أُرْسِلَهُ إِلَى قَيْصَرَ.
δὲ τοῦ ; Παύλου ; ἐπικαλεσαμένου τηρηθῆναι ; αὐτὸν εἰς ; τὴν ; διάγνωσιν τοῦ ; Σεβαστοῦ ἐκέλευσα τηρεῖσθαι ; αὐτὸν ἕως οὗ πέμψω; αὐτὸν πρὸς Καίσαρα.
وَأَمَّا أَنَا فَلَمَّا وَجَدْتُ أَنَّهُ لَمْ يَفْعَلْ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، وَهُوَ قَدْ رَفَعَ دَعْوَاهُ إِلَى أُوغُسْطُسَ، عَزَمْتُ أَنْ أُرْسِلَهُ.
δὲ ἐγὼ καταλαβόμενος μηδὲν ; πεπραχέναι, ἄξιον ; αὐτὸν θανάτου αὐτοῦ ; δὲ ; τούτου ἐπικαλεσαμένου τὸν ; Σεβαστὸν ἔκρινα πέμπειν ; αὐτόν.