ك
إصحاح
G1134
G1135. gynḗ
G1136
المعنى المختصر للكلمة
gynḗ: a woman
اللفظ الأصلي γυνή
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق gynḗ (goo-nay)
تكرار الورود في الكتاب 192 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a woman
2 specially, a wife
الإنجليزية — KJV Translation Tags
wife woman

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

γυνὴ (22×) ἡ ; γυνὴ (17×) γυναῖκα (17×) τὴν ; γυναῖκα (12×) γυναικὸς (8×) τῆς ; γυναικὸς (7×) γύναι, (7×) γυναῖκες (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (192 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَفِي الْقِيَامَةِ، مَتَى قَامُوا، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
ἐν ; τῇ ; οὖν ἀναστάσει ὅταν ἀναστῶσιν τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
فَفِي الْقِيَامَةِ، مَتَى قَامُوا، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
ἐν ; τῇ ; οὖν ἀναστάσει ὅταν ἀναστῶσιν τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
وَفِيمَا هُوَ فِي بَيْتِ عَنْيَا فِي بَيْتِ سِمْعَانَ الأَبْرَصِ، وَهُوَ مُتَّكِئٌ، جَاءَتِ امْرَأَةٌ مَعَهَا قَارُورَةُ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ. فَكَسَرَتِ الْقَارُورَةَ وَسَكَبَتْهُ عَلَى رَأْسِهِ.
Καὶ ; ὄντος ; αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ; λεπροῦ, αὐτοῦ κατακειμένου ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς. καὶ ; συντρίψασα τὸ; ἀλάβαστρον κατέχεεν κατὰ αὐτοῦ ; τῆς ; κεφαλῆς.
وَكَانَتْ أَيْضًا نِسَاءٌ يَنْظُرْنَ مِنْ بَعِيدٍ، بَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ الصَّغِيرِ وَيُوسِي، وَسَالُومَةُ،
ἦσαν ; δὲ καὶ γυναῖκες θεωροῦσαι ἀπὸ μακρόθεν ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου τοῦ ; μικροῦ καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Σαλώμη,
فَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَفْ يَا زَكَرِيَّا، لأَنَّ طِلْبَتَكَ قَدْ سُمِعَتْ، وَامْرَأَتُكَ أَلِيصَابَاتُ سَتَلِدُ لَكَ ابْنًا وَتُسَمِّيهِ يُوحَنَّا.
δὲ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβοῦ Ζαχαρία· διότι ἡ ; δέησίς ; σου, εἰσηκούσθη σου, ; καὶ ; ἡ ; γυνή Ἐλισάβετ γεννήσει σοι, υἱόν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰωάννην.
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
لِيُكْتَتَبَ مَعَ مَرْيَمَ امْرَأَتِهِ الْمَخْطُوبَةِ وَهِيَ حُبْلَى.
ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ γυναικί τῇ ; ἐμνηστευμένῃ ; αὐτῷ οὔσῃ ἐγκύῳ.¶
أَمَّا هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ فَإِذْ تَوَبَّخَ مِنْهُ لِسَبَبِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، وَلِسَبَبِ جَمِيعِ الشُّرُورِ الَّتِي كَانَ هِيرُودُسُ يَفْعَلُهَا،
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης ἐλεγχόμενος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς ; γυναικὸς φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ πάντων πονηρῶν ὧν ὁ ; Ἡρῴδης, ἐποίησεν
وَلَمْ يُرْسَلْ إِيلِيَّا إِلَى مِنْهَا، إِلاَّ امْرَأَةٍ أَرْمَلَةٍ، إِلَى صَرْفَةِ صَيْدَاءَ.
καὶ ; οὐδεμίαν ἐπέμφθη Ἠλίας πρὸς αὐτῶν εἰ ; μὴ πρὸς ; γυναῖκα χήραν. εἰς Σάρεπτα τῆς ; Σιδῶνος
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ بَيْنَ الْمَوْلُودِينَ مِنَ النِّسَاءِ لَيْسَ نَبِيٌّ أَعْظَمَ مِنْ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ، وَلكِنَّ الأَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ اللهِ أَعْظَمُ مِنْهُ.
γὰρ Λέγω ὑμῖν· ἐν γεννητοῖς γυναικῶν οὐδείς ; ἐστιν. προφήτης μείζων βαπτιστοῦ δὲ μικρότερος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ μείζων ; ἐστιν. αὐτοῦ
وَإِذَا امْرَأَةٌ فِي الْمَدِينَةِ كَانَتْ خَاطِئَةً، إِذْ عَلِمَتْ أَنَّهُ مُتَّكِئٌ فِي بَيْتِ الْفَرِّيسِيِّ، جَاءَتْ بِقَارُورَةِ طِيبٍ
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ ; πόλει ἥτις ; ἦν ἁμαρτωλός. καὶ ; ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ ; οἰκίᾳ τοῦ ; Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
فَقَالَ لِلْمَرْأَةِ: إِيمَانُكِ قَدْ خَلَّصَكِ، اِذْهَبِي بِسَلاَمٍ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε· πορεύου εἰς ; εἰρήνην.¶
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
وَيُوَنَّا امْرَأَةُ خُوزِي وَكِيلِ هِيرُودُسَ، وَسُوسَنَّةُ، وَأُخَرُ كَثِيرَاتٌ كُنَّ يَخْدِمْنَهُ مِنْ أَمْوَالِهِنَّ.
καὶ ; Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου καὶ ; Σουσάννα καὶ ; ἕτεραι πολλαὶ αἵτινες διηκόνουν ; αὐτῷ ἀπὸ τῶν ; ὑπαρχόντων ; αὐταῖς.¶
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَقَدْ أَنْفَقَتْ كُلَّ مَعِيشَتِهَا لِلأَطِبَّاءِ، وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تُشْفَى مِنْ أَحَدٍ،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ῥύσει ; ἐν αἵματος ἀπὸ δώδεκα, ἐτῶν ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς εἰς ; ἰατρούς οὐκ ἴσχυσεν θεραπευθῆναι, ὑπ᾽ οὐδενὸς
فَلَمَّا رَأَتِ الْمَرْأَةُ أَنَّهَا لَمْ تَخْتَفِ، جَاءَتْ مُرْتَعِدَةً وَخَرَّتْ لَهُ، وَأَخْبَرَتْهُ قُدَّامَ جَمِيعِ الشَّعْبِ لأَيِّ سَبَبٍ لَمَسَتْهُ، وَكَيْفَ بَرِئَتْ فِي الْحَالِ.
δὲ ἰδοῦσα ἡ ; γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν, ἦλθεν τρέμουσα καὶ ; προσπεσοῦσα αὐτῷ, ἀπήγγειλεν ; αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ ; λαοῦ δι᾽ ; ἣν αἰτίαν ἥψατο ; αὐτοῦ καὶ ; ὡς ἰάθη παραχρῆμα.
وَفِيمَا هُمْ سَائِرُونَ دَخَلَ قَرْيَةً، فَقَبِلَتْهُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا مَرْثَا فِي بَيْتِهَا.
Ἐγένετο ; ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ; αὐτοὺς καὶ ; αὐτὸς ; εἰσῆλθεν εἰς ; κώμην ; τινά. δέ ; ὑπεδέξατο ; αὐτόν γυνὴ ὀνόματι Μάρθα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا، رَفَعَتِ امْرَأَةٌ صَوْتَهَا مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَتْ لَهُ: طُوبَى لِلْبَطْنِ الَّذِي حَمَلَكَ وَالثَّدْيَيْنِ اللَّذَيْنِ رَضِعْتَهُمَا.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν τῷ ; λέγειν ; αὐτὸν ταῦτα, ἐπάρασά τις ; γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ ; κοιλία ἡ βαστάσασά ; σε, καὶ ; μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
وَإِذَا امْرَأَةٌ كَانَ بِهَا رُوحُ ضَعْفٍ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ مُنْحَنِيَةً وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تَنْتَصِبَ الْبَتَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἦν ἔχουσα πνεῦμα ἀσθενείας δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ ἔτη καὶ ; ἦν συγκύπτουσα καὶ ; μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς ; τὸ ; παντελές.
فَلَمَّا رَآهَا يَسُوعُ دَعَاهَا وَقَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، إِنَّكِ مَحْلُولَةٌ مِنْ ضَعْفِكِ..
ἰδὼν ; δὲ ; αὐτὴν ὁ ; Ἰησοῦς προσεφώνησεν καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ; ἀσθενείας ; σου.
يُشْبِهُ خَمِيرَةً أَخَذَتْهَا امْرَأَةٌ وَخَبَّأَتْهَا فِي ثَلاَثَةِ أَكْيَالِ دَقِيق حَتَّى اخْتَمَرَ الْجَمِيعُ.
ὁμοία ; ἐστὶν ζύμῃ ἣν ; λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψεν εἰς τρία σάτα ἀλεύρου ἕως οὗ ; ἐζυμώθη ὅλον.¶
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي تَزَوَّجْتُ بِامْرَأَةٍ، فَلِذلِكَ لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَجِيءَ.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἔγημα γυναῖκα καὶ ; διὰ ; τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
Ἢ τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
اُذْكُرُوا امْرَأَةَ لُوطٍ.
μνημονεύετε τῆς ; γυναικὸς Λώτ.
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.