ك
إصحاح
G1079
G1080. gennáō
G1081
المعنى المختصر للكلمة
gennáō: to procreate (properly, of the father, but by extension of the mother)
اللفظ الأصلي γεννάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق gennáō (ghen-nah-o)
تكرار الورود في الكتاب 94 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to procreate (properly, of the father, but by extension of the mother)
2 figuratively, to regenerate
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bear beget be born bring forth conceive be delivered of gender make spring

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐγέννησεν (41×) ἐγεννήθη (5×) γεννηθεὶς (3×) ὁ ; γεγεννημένος (2×) γεννηθῇ (2×) γεγέννηται. (2×) γεγέννηται, (2×) γεγεννημένος (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (94 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَسَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَنْ أَخْطَأَ: هذَا أَمْ أَبَوَاهُ حَتَّى وُلِدَ أَعْمَى..
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἵνα γεννηθῇ;¶ τυφλὸς
فَسَأَلُوهُمَا قَائِلِينَ: أَهذَا ابْنُكُمَا الَّذِي تَقُولاَنِ إِنَّهُ وُلِدَ أَعْمَى. فَكَيْفَ يُبْصِرُ الآنَ.
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ; ἐστιν ὁ ; υἱὸς ; ὑμῶν ὃν ὑμεῖς ; λέγετε ὅτι ἐγεννήθη; τυφλὸς πῶς ; οὖν βλέπει ἄρτι;¶
أَجَابَهُمْ أَبَوَاهُ وَقَالاَ: نَعْلَمُ أَنَّ هذَا ابْنُنَا، وَأَنَّهُ وُلِدَ أَعْمَى.
ἀπεκρίθησαν ; οὖν ; αὐτοῖς οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ καὶ ; εἶπαν· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ; ὁ ; υἱὸς ; ἡμῶν καὶ ; ὅτι ἐγεννήθη· τυφλὸς
مُنْذُ الدَّهْرِ لَمْ يُسْمَعْ أَنَّ أَحَدًا فَتَحَ عَيْنَيْ مَوْلُودٍ أَعْمَى.
ἐκ τοῦ ; αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι τις ἠνέῳξέν ὀφθαλμοὺς γεγεννημένου. τυφλοῦ
أجَابُوا وَقَالُوا لَهُ: فِي الْخَطَايَا وُلِدْتَ أَنْتَ بِجُمْلَتِكَ، وَأَنْتَ تُعَلِّمُنَا. فَأَخْرَجُوهُ خَارِجًا.
ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις ἐγεννήθης σὺ ὅλος καὶ ; σὺ διδάσκεις ; ἡμᾶς; καὶ ; ἐξέβαλον ; αὐτὸν ἔξω.
اَلْمَرْأَةُ وَهِيَ تَلِدُ تَحْزَنُ لأَنَّ سَاعَتَهَا قَدْ جَاءَتْ، وَلكِنْ مَتَى وَلَدَتِ الطِّفْلَ لاَ تَعُودُ تَذْكُرُ الشِّدَّةَ لِسَبَبِ الْفَرَحِ، لأَنَّهُ قَدْ وُلِدَ إِنْسَانٌ فِي الْعَالَمِ.
ἡ ; γυνὴ ὅταν τίκτῃ λύπην ; ἔχει, ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτῆς· ἦλθεν δὲ ὅταν γεννήσῃ τὸ ; παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς ; θλίψεως διὰ τὴν ; χαράν, ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν ; κόσμον.¶
اَلْمَرْأَةُ وَهِيَ تَلِدُ تَحْزَنُ لأَنَّ سَاعَتَهَا قَدْ جَاءَتْ، وَلكِنْ مَتَى وَلَدَتِ الطِّفْلَ لاَ تَعُودُ تَذْكُرُ الشِّدَّةَ لِسَبَبِ الْفَرَحِ، لأَنَّهُ قَدْ وُلِدَ إِنْسَانٌ فِي الْعَالَمِ.
ἡ ; γυνὴ ὅταν τίκτῃ λύπην ; ἔχει, ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτῆς· ἦλθεν δὲ ὅταν γεννήσῃ τὸ ; παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς ; θλίψεως διὰ τὴν ; χαράν, ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν ; κόσμον.¶
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
فَكَيْفَ نَسْمَعُ نَحْنُ كُلُّ وَاحِدٍ مِنَّا لُغَتَهُ الَّتِي وُلِدَ فِيهَا.
καὶ ; πῶς ἀκούομεν ἡμεῖς ἕκαστος ἡμῶν τῇ ; ἰδίᾳ ; διαλέκτῳ ᾗ ἐγεννήθημεν, ἐν
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
وَفِي ذلِكَ الْوَقْتِ وُلِدَ مُوسَى وَكَانَ جَمِيلاً جِدًّا، فَرُبِّيَ هذَا ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ فِي بَيْتِ أَبِيهِ.
ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς καὶ ἀστεῖος τῷ ; θεῷ· ὃς ; ἀνετράφη τρεῖς μῆνας ἐν τῷ ; οἴκῳ τοῦ ; πατρός ; αὐτοῦ·
فَهَرَبَ مُوسَى بِسَبَبِ هذِهِ الْكَلِمَةِ، وَصَارَ غَرِيبًا فِي أَرْضِ مَدْيَانَ، حَيْثُ وَلَدَ ابْنَيْنِ.
ἔφυγεν ; δὲ Μωϋσῆς ἐν τούτῳ τῷ ; λόγῳ καὶ ; ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάμ, οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς ; δύο.
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
فَأَجَابَ الأَمِيرُ: أَمَّا أَنَا فَبِمَبْلَغٍ كَبِيرٍ اقْتَنَيْتُ هذِهِ الرَّعَوِيَّةَ. فَقَالَ بُولُسُ: أَمَّا أَنَا فَقَدْ وُلِدْتُ فِيهَا.
ἀπεκρίθη ; τε ὁ ; χιλίαρχος· ἐγὼ κεφαλαίου πολλοῦ ἐκτησάμην. ταύτην τὴν ; πολιτείαν δὲ ; ἔφη· ὁ ; Παῦλος δὲ ἐγὼ καὶ γεγέννημαι.
لأَنَّهُ لَمْ يُولَدَا وَلاَ فَعَلاَ خَيْرًا أَوْ شَرًّا، لِكَيْ يَثْبُتَ قَصْدُ اللهِ حَسَبَ الاخْتِيَارِ، لَيْسَ مِنَ الأَعْمَالِ بَلْ مِنَ الَّذِي يَدْعُو،
γὰρ μήπω γεννηθέντων μηδὲ πραξάντων τι ; ἀγαθὸν ἢ κακόν ἵνα μένῃ, ἡ ; πρόθεσις τοῦ ; θεοῦ κατ᾽ ἐκλογὴν οὐκ ἐξ ἔργων ἀλλ᾽ ἐκ ; τοῦ καλοῦντος,
لأَنَّهُ وَإِنْ كَانَ لَكُمْ رَبَوَاتٌ مِنَ الْمُرْشِدِينَ فِي الْمَسِيحِ، لكِنْ لَيْسَ آبَاءٌ كَثِيرُونَ. لأَنِّي أَنَا وَلَدْتُكُمْ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ بِالإِنْجِيلِ.
γὰρ ἐὰν ἔχητε μυρίους παιδαγωγοὺς ἐν Χριστῷ ἀλλ᾽ οὐ πατέρας· πολλοὺς γὰρ ἐγὼ ὑμᾶς ; ἐγέννησα.¶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ ; τοῦ ; εὐαγγελίου
لكِنَّ الَّذِي مِنَ الْجَارِيَةِ وُلِدَ حَسَبَ الْجَسَدِ، وَأَمَّا الَّذِي الْحُرَّةِ فَبِالْمَوْعِدِ.
ἀλλ᾽ ὁ ; μὲν ἐκ τῆς ; παιδίσκης γεγέννηται, κατὰ σάρκα δὲ ὁ ἐκ ; τῆς ; ἐλευθέρας δι᾽ ; τῆς ; ἐπαγγελίας.
وَكُلُّ ذلِكَ رَمْزٌ، لأَنَّ هَاتَيْنِ هُمَا الْعَهْدَانِ، أَحَدُهُمَا مِنْ جَبَلِ سِينَاءَ، الْوَالِدُ لِلْعُبُودِيَّةِ، الَّذِي هُوَ هَاجَرُ.
ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα· γάρ αὗται εἰσιν αἱ ; δύο ; διαθῆκαι, μία ; μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ γεννῶσα εἰς ; δουλείαν ἥτις ἐστὶν Ἁγάρ.
وَلكِنْ كَمَا كَانَ حِينَئِذٍ الَّذِي وُلِدَ حَسَبَ الْجَسَدِ يَضْطَهِدُ الَّذِي حَسَبَ الرُّوحِ، هكَذَا الآنَ أَيْضًا.
ἀλλ᾽ ὥσπερ τότε γεννηθεὶς κατὰ σάρκα ἐδίωκεν τὸν κατὰ πνεῦμα οὕτως νῦν· καὶ
وَالْمُبَاحَثَاتُ الْغَبِيَّةُ وَالسَّخِيفَةُ اجْتَنِبْهَا، عَالِمًا أَنَّهَا تُوَلِّدُ خُصُومَاتٍ،
ζητήσεις μωρὰς καὶ ; ἀπαιδεύτους παραιτοῦ εἰδὼς ὅτι γεννῶσιν μάχας·
أَطْلُبُ إِلَيْكَ لأَجْلِ ابْنِي أُنِسِيمُسَ، الَّذِي وَلَدْتُهُ فِي قُيُودِي،
παρακαλῶ σε περὶ ἐμοῦ ; τέκνου Ὀνήσιμον, ὃν ἐγέννησα ἐν τοῖς ; δεσμοῖς ; μου,
لِذلِكَ وُلِدَ أَيْضًا مِنْ وَاحِدٍ، وَذلِكَ مِنْ مُمَاتٍ، مِثْلُ نُجُومِ السَّمَاءِ فِي الْكَثْرَةِ، وَكَالرَّمْلِ الَّذِي عَلَى شَاطِئِ الْبَحْرِ الَّذِي لاَ يُعَدُّ.
διὸ ἐγεννήθησαν, καὶ ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ; ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ; ἄστρα τοῦ ; οὐρανοῦ τῷ ; πλήθει καὶ ; ὡσεὶ; ἄμμος ; ἡ ἡ ; παρὰ τὸ ; χεῖλος τῆς ; θαλάσσης ἡ ; ἀναρίθμητος.¶
بِالإِيمَانِ مُوسَى، بَعْدَمَا وُلِدَ، أَخْفَاهُ أَبَوَاهُ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ، لأَنَّهُمَا رَأَيَا الصَّبِيَّ جَمِيلاً، وَلَمْ يَخْشَيَا أَمْرَ الْمَلِكِ.
Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη ὑπὸ ; τῶν ; πατέρων ; αὐτοῦ τρίμηνον διότι εἶδον τὸ ; παιδίον ἀστεῖον καὶ ; οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ ; διάταγμα τοῦ ; βασιλέως.¶
أَمَّا هؤُلاَءِ فَكَحَيَوَانَاتٍ غَيْرِ نَاطِقَةٍ، طَبِيعِيَّةٍ، مَوْلُودَةٍ لِلصَّيْدِ وَالْهَلاَكِ، يَفْتَرُونَ عَلَى مَا يَجْهَلُونَ، فَسَيَهْلِكُونَ فِي فَسَادِهِمْ
οὗτοι ὡς ; ζῷα ἄλογα φυσικὰ γεγεννημένα εἰς ; ἅλωσιν καὶ ; φθοράν, βλασφημοῦντες ἐν οἷς ἀγνοοῦσιν καὶ ; καταφθαρήσονται ἐν τῇ ; φθορᾷ ; αὐτῶν
إِنْ عَلِمْتُمْ أَنَّهُ بَارٌّ هُوَ، فَاعْلَمُوا أَنَّ كُلَّ مَنْ يَصْنَعُ الْبِرَّ مَوْلُودٌ مِنْهُ.
ἐὰν εἰδῆτε ὅτι δίκαιός ἐστιν, γινώσκετε ὅτι πᾶς ὁ ; ποιῶν τὴν ; δικαιοσύνην γεγέννηται. ἐξ ; αὐτοῦ
كُلُّ مَنْ هُوَ مَوْلُودٌ مِنَ اللهِ لاَ يَفْعَلُ خَطِيَّةً، لأَنَّ زَرْعَهُ يَثْبُتُ فِيهِ، وَلاَ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُخْطِئَ لأَنَّهُ مَوْلُودٌ مِنَ اللهِ.
πᾶς ὁ ; γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; θεοῦ οὐ ποιεῖ, ἁμαρτίαν ὅτι σπέρμα ; αὐτοῦ μένει· ἐν ; αὐτῷ καὶ ; οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι γεγέννηται. ἐκ τοῦ ; θεοῦ
كُلُّ مَنْ هُوَ مَوْلُودٌ مِنَ اللهِ لاَ يَفْعَلُ خَطِيَّةً، لأَنَّ زَرْعَهُ يَثْبُتُ فِيهِ، وَلاَ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُخْطِئَ لأَنَّهُ مَوْلُودٌ مِنَ اللهِ.
πᾶς ὁ ; γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; θεοῦ οὐ ποιεῖ, ἁμαρτίαν ὅτι σπέρμα ; αὐτοῦ μένει· ἐν ; αὐτῷ καὶ ; οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι γεγέννηται. ἐκ τοῦ ; θεοῦ
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، لِنُحِبَّ بَعْضُنَا بَعْضًا، لأَنَّ الْمَحَبَّةَ هِيَ مِنَ اللهِ، وَكُلُّ مَنْ يُحِبُّ فَقَدْ وُلِدَ مِنَ اللهِ وَيَعْرِفُ اللهَ.
Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἀγάπη ἐκ θεοῦ πᾶς ὁ ; ἀγαπῶν γεγέννηται ἐκ θεοῦ γινώσκει θεόν·
كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ فَقَدْ وُلِدَ مِنَ اللهِ. وَكُلُّ مَنْ يُحِبُّ الْوَالِدَ يُحِبُّ الْمَوْلُودَ مِنْهُ أَيْضًا.
Πᾶς ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν Χριστὸς γεγέννηται, ἐκ θεοῦ πᾶς ὁ ; ἀγαπῶν γεννήσαντα ἀγαπᾷ γεγεννημένον ἐξ ; αὐτοῦ. καὶ
كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ فَقَدْ وُلِدَ مِنَ اللهِ. وَكُلُّ مَنْ يُحِبُّ الْوَالِدَ يُحِبُّ الْمَوْلُودَ مِنْهُ أَيْضًا.
Πᾶς ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν Χριστὸς γεγέννηται, ἐκ θεοῦ πᾶς ὁ ; ἀγαπῶν γεννήσαντα ἀγαπᾷ γεγεννημένον ἐξ ; αὐτοῦ. καὶ