المعنى المختصر للكلمة
gennáō:
to procreate (properly, of the father, but
by extension of the mother)
اللفظ الأصلي
γεννάω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
gennáō
(ghen-nah-o)
تكرار الورود في الكتاب
94
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1085
γένος
•
ghen-os
•
«الْجِنْسِ،»
المعنى والشرح المفصل
1
to procreate (properly, of the father, but
by extension of the mother)
2
figuratively, to regenerate
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bear
beget
be born
bring forth
conceive
be delivered of
gender
make
spring
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐγέννησεν (41×)
ἐγεννήθη (5×)
γεννηθεὶς (3×)
ὁ ; γεγεννημένος (2×)
γεννηθῇ (2×)
γεγέννηται. (2×)
γεγέννηται, (2×)
γεγεννημένος (2×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (94 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 1: 13
Mat.1.13
وَزَرُبَّابِلُ وَلَدَ أَبِيهُودَ. وَأَبِيهُودُ وَلَدَ أَلِيَاقِيمَ. وَأَلِيَاقِيمُ وَلَدَ عَازُورَ.
Ζοροβαβὲλ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀβιούδ· Ἀβιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιακίμ· Ἐλιακὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀζώρ·
متى 1: 13
Mat.1.13
وَزَرُبَّابِلُ وَلَدَ أَبِيهُودَ. وَأَبِيهُودُ وَلَدَ أَلِيَاقِيمَ. وَأَلِيَاقِيمُ وَلَدَ عَازُورَ.
Ζοροβαβὲλ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀβιούδ· Ἀβιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιακίμ· Ἐλιακὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀζώρ·
متى 1: 14
Mat.1.14
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
متى 1: 14
Mat.1.14
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
متى 1: 14
Mat.1.14
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
متى 1: 15
Mat.1.15
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
متى 1: 15
Mat.1.15
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
متى 1: 15
Mat.1.15
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
متى 1: 16
Mat.1.16
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
متى 1: 16
Mat.1.16
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
متى 1: 20
Mat.1.20
وَلكِنْ فِيمَا هُوَ مُتَفَكِّرٌ فِي هذِهِ الأُمُورِ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لَهُ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: يَا يُوسُفُ ابْنَ دَاوُدَ، لاَ تَخَفْ أَنْ تَأْخُذَ مَرْيَمَ امْرَأَتَكَ. لأَنَّ الَّذِي حُبِلَ بِهِ فِيهَا هُوَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος Ταῦτα ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐφάνη αὐτῷ κατ᾽ ὄναρ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαρίαν τὴν ; γυναῖκά ; σου· γὰρ γεννηθὲν ἐν ; αὐτῇ ἐκ πνεύματός ἐστιν ; ἁγίου.
متى 2: 1
Mat.2.1
وَلَمَّا وُلِدَ يَسُوعُ فِي بَيْتِ لَحْمِ الْيَهُودِيَّةِ، فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ الْمَلِكِ، إِذَا مَجُوسٌ مِنَ الْمَشْرِقِ قَدْ جَاءُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ
δὲ γεννηθέντος Ἰησοῦ ; Τοῦ ἐν Βηθλέεμ τῆς ; Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα
متى 2: 4
Mat.2.4
فَجَمَعَ كُلَّ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَكَتَبَةِ الشَّعْب، وَسَأَلَهُمْ: أَيْنَ يُولَدُ الْمَسِيحُ.
καὶ ; συναγαγὼν πάντας τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; γραμματεῖς τοῦ ; λαοῦ ἐπυνθάνετο ; παρ᾽ ; αὐτῶν ποῦ γεννᾶται. ὁ ; χριστὸς
متى 19: 12
Mat.19.12
لأَنَّهُ يُوجَدُ خِصْيَانٌ وُلِدُوا هكَذَا مِنْ بُطُونِ أُمَّهَاتِهِمْ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَاهُمُ النَّاسُ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَوْا أَنْفُسَهُمْ لأَجْلِ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ. مَنِ اسْتَطَاعَ أَنْ يَقْبَلَ فَلْيَقْبَلْ.
γὰρ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; ἐγεννήθησαν οὕτως, ἐκ κοιλίας μητρὸς καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; εὐνουχίσθησαν ὑπὸ ; τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν ; βασιλείαν οὐρανῶν. ; τῶν ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω.¶
متى 26: 24
Mat.26.24
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ οὗ δι᾽ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
مرقس 14: 21
Mrk.14.21
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ δι᾽ οὗ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
لوقا 1: 13
Luk.1.13
فَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَفْ يَا زَكَرِيَّا، لأَنَّ طِلْبَتَكَ قَدْ سُمِعَتْ، وَامْرَأَتُكَ أَلِيصَابَاتُ سَتَلِدُ لَكَ ابْنًا وَتُسَمِّيهِ يُوحَنَّا.
δὲ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβοῦ Ζαχαρία· διότι ἡ ; δέησίς ; σου, εἰσηκούσθη σου, ; καὶ ; ἡ ; γυνή Ἐλισάβετ γεννήσει σοι, υἱόν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰωάννην.
لوقا 1: 35
Luk.1.35
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
لوقا 1: 57
Luk.1.57
وَأَمَّا أَلِيصَابَاتُ فَتَمَّ زَمَانُهَا لِتَلِدَ، فَوَلَدَتِ ابْنًا.
δὲ Τῇ ; Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ ; χρόνος ; τοῦ ; αὐτὴν τεκεῖν καὶ ; ἐγέννησεν υἱόν.
لوقا 23: 29
Luk.23.29
لأَنَّهُ هُوَذَا أَيَّامٌ تَأْتِي يَقُولُونَ فِيهَا: طُوبَى لِلْعَوَاقِرِ وَالْبُطُونِ الَّتِي لَمْ تَلِدْ وَالثُّدِيِّ الَّتِي لَمْ تُرْضِعْ.
ὅτι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται ἐροῦσιν· ἐν ; αἷς μακάριαι αἱ ; στεῖραι καὶ ; αἱ ; κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν καὶ ; μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν
يوحنا 1: 13
Jhn.1.13
اَلَّذِينَ وُلِدُوا لَيْسَ مِنْ دَمٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ جَسَدٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ رَجُل، بَلْ مِنَ اللهِ.
οἳ ἐγεννήθησαν. οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ
يوحنا 3: 3
Jhn.3.3
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
يوحنا 3: 4
Jhn.3.4
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
يوحنا 3: 4
Jhn.3.4
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
يوحنا 3: 5
Jhn.3.5
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
يوحنا 3: 6
Jhn.3.6
اَلْمَوْلُودُ مِنَ الْجَسَدِ جَسَدٌ هُوَ، وَالْمَوْلُودُ مِنَ الرُّوحِ هُوَ رُوحٌ.
Τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τῆς ; σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ ; τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τοῦ ; πνεύματος ἐστιν. πνεῦμά
يوحنا 3: 6
Jhn.3.6
اَلْمَوْلُودُ مِنَ الْجَسَدِ جَسَدٌ هُوَ، وَالْمَوْلُودُ مِنَ الرُّوحِ هُوَ رُوحٌ.
Τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τῆς ; σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ ; τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τοῦ ; πνεύματος ἐστιν. πνεῦμά
يوحنا 3: 7
Jhn.3.7
لاَ تَتَعَجَّبْ أَنِّي قُلْتُ لَكَ: يَنْبَغِي أَنْ تُولَدُوا مِنْ فَوْقُ.
μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι· δεῖ ὑμᾶς ; γεννηθῆναι ἄνωθεν.
يوحنا 3: 8
Jhn.3.8
اَلرِّيحُ تَهُبُّ حَيْثُ تَشَاءُ، وَتَسْمَعُ صَوْتَهَا، لكِنَّكَ لاَ تَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ تَأْتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. هكَذَا كُلُّ مَنْ وُلِدَ مِنَ الرُّوحِ.
τὸ ; πνεῦμα πνεῖ, ὅπου θέλει καὶ ; ἀκούεις τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; πνεύματος.¶
يوحنا 8: 41
Jhn.8.41
أَنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ أَبِيكُمْ. فَقَالُوا لَهُ: إِنَّنَا لَمْ نُولَدْ مِنْ زِنًا. لَنَا أَبٌ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν. εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς οὐ γεγεννήμεθα· ἐκ πορνείας ἔχομεν πατέρα ἕνα τὸν θεόν.¶