ك
إصحاح
G1079
G1080. gennáō
G1081
المعنى المختصر للكلمة
gennáō: to procreate (properly, of the father, but by extension of the mother)
اللفظ الأصلي γεννάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق gennáō (ghen-nah-o)
تكرار الورود في الكتاب 94 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to procreate (properly, of the father, but by extension of the mother)
2 figuratively, to regenerate
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bear beget be born bring forth conceive be delivered of gender make spring

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐγέννησεν (41×) ἐγεννήθη (5×) γεννηθεὶς (3×) ὁ ; γεγεννημένος (2×) γεννηθῇ (2×) γεγέννηται. (2×) γεγέννηται, (2×) γεγεννημένος (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (94 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَزَرُبَّابِلُ وَلَدَ أَبِيهُودَ. وَأَبِيهُودُ وَلَدَ أَلِيَاقِيمَ. وَأَلِيَاقِيمُ وَلَدَ عَازُورَ.
Ζοροβαβὲλ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀβιούδ· Ἀβιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιακίμ· Ἐλιακὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀζώρ·
وَزَرُبَّابِلُ وَلَدَ أَبِيهُودَ. وَأَبِيهُودُ وَلَدَ أَلِيَاقِيمَ. وَأَلِيَاقِيمُ وَلَدَ عَازُورَ.
Ζοροβαβὲλ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀβιούδ· Ἀβιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιακίμ· Ἐλιακὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀζώρ·
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
وَلكِنْ فِيمَا هُوَ مُتَفَكِّرٌ فِي هذِهِ الأُمُورِ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لَهُ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: يَا يُوسُفُ ابْنَ دَاوُدَ، لاَ تَخَفْ أَنْ تَأْخُذَ مَرْيَمَ امْرَأَتَكَ. لأَنَّ الَّذِي حُبِلَ بِهِ فِيهَا هُوَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος Ταῦτα ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐφάνη αὐτῷ κατ᾽ ὄναρ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαρίαν τὴν ; γυναῖκά ; σου· γὰρ γεννηθὲν ἐν ; αὐτῇ ἐκ πνεύματός ἐστιν ; ἁγίου.
وَلَمَّا وُلِدَ يَسُوعُ فِي بَيْتِ لَحْمِ الْيَهُودِيَّةِ، فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ الْمَلِكِ، إِذَا مَجُوسٌ مِنَ الْمَشْرِقِ قَدْ جَاءُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ
δὲ γεννηθέντος Ἰησοῦ ; Τοῦ ἐν Βηθλέεμ τῆς ; Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα
فَجَمَعَ كُلَّ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَكَتَبَةِ الشَّعْب، وَسَأَلَهُمْ: أَيْنَ يُولَدُ الْمَسِيحُ.
καὶ ; συναγαγὼν πάντας τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; γραμματεῖς τοῦ ; λαοῦ ἐπυνθάνετο ; παρ᾽ ; αὐτῶν ποῦ γεννᾶται. ὁ ; χριστὸς
متى 19: 12 Mat.19.12
لأَنَّهُ يُوجَدُ خِصْيَانٌ وُلِدُوا هكَذَا مِنْ بُطُونِ أُمَّهَاتِهِمْ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَاهُمُ النَّاسُ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَوْا أَنْفُسَهُمْ لأَجْلِ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ. مَنِ اسْتَطَاعَ أَنْ يَقْبَلَ فَلْيَقْبَلْ.
γὰρ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; ἐγεννήθησαν οὕτως, ἐκ κοιλίας μητρὸς καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; εὐνουχίσθησαν ὑπὸ ; τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν ; βασιλείαν οὐρανῶν. ; τῶν ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω.¶
متى 26: 24 Mat.26.24
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ οὗ δι᾽ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ δι᾽ οὗ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
فَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَفْ يَا زَكَرِيَّا، لأَنَّ طِلْبَتَكَ قَدْ سُمِعَتْ، وَامْرَأَتُكَ أَلِيصَابَاتُ سَتَلِدُ لَكَ ابْنًا وَتُسَمِّيهِ يُوحَنَّا.
δὲ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβοῦ Ζαχαρία· διότι ἡ ; δέησίς ; σου, εἰσηκούσθη σου, ; καὶ ; ἡ ; γυνή Ἐλισάβετ γεννήσει σοι, υἱόν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰωάννην.
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
وَأَمَّا أَلِيصَابَاتُ فَتَمَّ زَمَانُهَا لِتَلِدَ، فَوَلَدَتِ ابْنًا.
δὲ Τῇ ; Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ ; χρόνος ; τοῦ ; αὐτὴν τεκεῖν καὶ ; ἐγέννησεν υἱόν.
لأَنَّهُ هُوَذَا أَيَّامٌ تَأْتِي يَقُولُونَ فِيهَا: طُوبَى لِلْعَوَاقِرِ وَالْبُطُونِ الَّتِي لَمْ تَلِدْ وَالثُّدِيِّ الَّتِي لَمْ تُرْضِعْ.
ὅτι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται ἐροῦσιν· ἐν ; αἷς μακάριαι αἱ ; στεῖραι καὶ ; αἱ ; κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν καὶ ; μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν
اَلَّذِينَ وُلِدُوا لَيْسَ مِنْ دَمٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ جَسَدٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ رَجُل، بَلْ مِنَ اللهِ.
οἳ ἐγεννήθησαν. οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
اَلْمَوْلُودُ مِنَ الْجَسَدِ جَسَدٌ هُوَ، وَالْمَوْلُودُ مِنَ الرُّوحِ هُوَ رُوحٌ.
Τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τῆς ; σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ ; τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τοῦ ; πνεύματος ἐστιν. πνεῦμά
اَلْمَوْلُودُ مِنَ الْجَسَدِ جَسَدٌ هُوَ، وَالْمَوْلُودُ مِنَ الرُّوحِ هُوَ رُوحٌ.
Τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τῆς ; σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ ; τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τοῦ ; πνεύματος ἐστιν. πνεῦμά
لاَ تَتَعَجَّبْ أَنِّي قُلْتُ لَكَ: يَنْبَغِي أَنْ تُولَدُوا مِنْ فَوْقُ.
μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι· δεῖ ὑμᾶς ; γεννηθῆναι ἄνωθεν.
اَلرِّيحُ تَهُبُّ حَيْثُ تَشَاءُ، وَتَسْمَعُ صَوْتَهَا، لكِنَّكَ لاَ تَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ تَأْتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. هكَذَا كُلُّ مَنْ وُلِدَ مِنَ الرُّوحِ.
τὸ ; πνεῦμα πνεῖ, ὅπου θέλει καὶ ; ἀκούεις τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; πνεύματος.¶
أَنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ أَبِيكُمْ. فَقَالُوا لَهُ: إِنَّنَا لَمْ نُولَدْ مِنْ زِنًا. لَنَا أَبٌ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν. εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς οὐ γεγεννήμεθα· ἐκ πορνείας ἔχομεν πατέρα ἕνα τὸν θεόν.¶