ك
إصحاح
G1062
G1063. gár
G1064
المعنى المختصر للكلمة
gár: properly, assigning a reason (used in argument, explanation or intensification
اللفظ الأصلي γάρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق gár (gar)
تكرار الورود في الكتاب 988 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle;

المعنى والشرح المفصل
1 properly, assigning a reason (used in argument, explanation or intensification
2 often with other particles)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
and as because (that) but even for indeed no doubt seeing then therefore verily what why yet

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

γὰρ (816×) γάρ (72×) καὶ ; γὰρ (15×) γάρ· (9×) μὲν ; γὰρ (8×) ἐγὼ ; γὰρ (7×) τί ; γὰρ (4×) ἰδοὺ ; γὰρ (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (988 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اُنْظُرُوا. اِسْهَرُوا وَصَلُّوا، لأَنَّكُمْ لاَ تَعْلَمُونَ مَتَى يَكُونُ الْوَقْتُ.
Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ ; προσεύχεσθε· γὰρ οὐκ οἴδατε πότε ἐστιν. ὁ ; καιρός
اِسْهَرُوا إِذًا، لأَنَّكُمْ لاَ تَعْلَمُونَ مَتَى يَأْتِي رَبُّ الْبَيْتِ، أَمَسَاءً، أَمْ نِصْفَ اللَّيْلِ، أَمْ صِيَاحَ الدِّيكِ، أَمْ صَبَاحًا.
γρηγορεῖτε οὖν· γὰρ οὐκ οἴδατε πότε ἔρχεται ὁ ; κύριος τῆς ; οἰκίας ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
لأَنَّهُ كَانَ يُمْكِنُ أَنْ يُبَاعَ هذَا بِأَكْثَرَ مِنْ ثَلاَثِمِئَةِ دِينَارٍ وَيُعْطَى لِلْفُقَرَاءِ. وَكَانُوا يُؤَنِّبُونَهَا.
γὰρ ἠδύνατο πραθῆναι τοῦτο ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καὶ ; δοθῆναι τοῖς ; πτωχοῖς· καὶ ; ἐνεβριμῶντο ; αὐτῇ.
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَمَتَى أَرَدْتُمْ تَقْدِرُونَ أَنْ تَعْمَلُوا بِهِمْ خَيْرًا. وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ τοὺς ; πτωχοὺς ἔχετε ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε καὶ ; ὅταν θέλητε δύνασθε ποιῆσαι, αὐτοὺς εὖ δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε. πάντοτε
ثُمَّ رَجَعَ وَوَجَدَهُمْ أَيْضًا نِيَامًا، إِذْ كَانَتْ أَعْيُنُهُمْ ثَقِيلَةً، فَلَمْ يَعْلَمُوا بِمَاذَا يُجِيبُونَهُ.
καὶ ὑποστρέψας εὗρεν ; αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· γὰρ ἦσαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι καὶ ; οὐκ ᾔδεισαν τί ἀποκριθῶσιν ; αὐτῷ.
لأَنَّ كَثِيرِينَ شَهِدُوا عَلَيْهِ زُورًا، وَلَمْ تَتَّفِقْ شَهَادَاتُهُمْ.
γὰρ πολλοὶ ἐψευδομαρτύρουν ; κατ᾽ ; αὐτοῦ, καὶ ; οὐκ ἦσαν.¶ ; ἴσαι αἱ ; μαρτυρίαι
لأَنَّهُ عَرَفَ أَنَّ رُؤَسَاءَ الْكَهَنَةِ كَانُوا قَدْ أَسْلَمُوهُ حَسَدًا.
γὰρ ἐγίνωσκεν ὅτι οἱ ; ἀρχιερεῖς. παραδεδώκεισαν ; αὐτὸν διὰ ; φθόνον
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: وَأَيَّ شَرّ عَمِلَ. فَازْدَادُوا جِدًّا صُرَاخًا: اصْلِبْهُ.
δὲ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· ὁ ; Πιλᾶτος τί ; γὰρ κακόν; ἐποίησεν οἱ ; δὲ ; περισσοτέρως ἔκραξαν· σταύρωσον ; αὐτόν.
فَتَطَلَّعْنَ وَرَأَيْنَ أَنَّ الْحَجَرَ قَدْ دُحْرِجَ. لأَنَّهُ كَانَ عَظِيمًا جِدًّا.
καὶ ; ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ὁ ; λίθος· ἀποκεκύλισται γὰρ ἦν μέγας σφόδρα.
فَخَرَجْنَ سَرِيعًا وَهَرَبْنَ مِنَ الْقَبْرِ، لأَنَّ الرِّعْدَةَ وَالْحَيْرَةَ أَخَذَتَاهُنَّ. وَلَمْ يَقُلْنَ لأَحَدٍ شَيْئًا لأَنَّهُنَّ كُنَّ خَائِفَاتٍ.
καὶ ; ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ ; μνημείου· δὲ τρόμος καὶ ; ἔκστασις. εἶχεν ; αὐτὰς καὶ ; οὐδενὶ ; οὐδὲν ; εἶπαν· γάρ.¶ ἐφοβοῦντο
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
فَقَالَ لَهَا الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافِي يَا مَرْيَمُ، لأَنَّكِ قَدْ وَجَدْتِ نِعْمَةً عِنْدَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· ὁ ; ἄγγελος μὴ φοβοῦ Μαριάμ, γὰρ εὗρες χάριν παρὰ τῷ ; θεῷ.
فَهُوَذَا حِينَ صَارَ صَوْتُ سَلاَمِكِ فِي أُذُنَيَّ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ بِابْتِهَاجٍ فِي بَطْنِي.
ἰδοὺ ; γὰρ ὡς ; ἐγένετο ἡ ; φωνὴ τοῦ ; ἀσπασμοῦ ; σου εἰς τὰ ; ὦτά ; μου, ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν ; ἀγαλλιάσει ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; μου.
وَأَنْتَ أَيُّهَا الصَّبِيُّ نَبِيَّ الْعَلِيِّ تُدْعَى، لأَنَّكَ تَتَقَدَّمُ أَمَامَ وَجْهِ الرَّبِّ لِتُعِدَّ طُرُقَهُ.
Καὶ ; σὺ παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· γὰρ προπορεύσῃ πρὸ προσώπου κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς ; αὐτοῦ,
فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافُوا. فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ:
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ; γὰρ εὐαγγελίζομαι ; ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ; ἔσται παντὶ τῷ ; λαῷ
فَاصْنَعُوا أَثْمَارًا تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ. ولاَ تَبْتَدِئُوا تَقُولُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْرَاهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْرَاهِيمَ.
ποιήσατε ; οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς ; μετανοίας· καὶ ; μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ. πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.
لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ يُوصِي مَلاَئِكَتَهُ بِكَ لِكَيْ يَحْفَظُوكَ،
γὰρ γέγραπται ὅτι ἐντελεῖται τοῖς ; ἀγγέλοις ; αὐτοῦ περὶ ; σοῦ τοῦ ; διαφυλάξαι ; σε·
إِذِ اعْتَرَتْهُ وَجمِيعَ الَّذِينَ مَعَهُ دَهْشَةٌ عَلَى صَيْدِ السَّمَكِ الَّذِي أَخَذُوهُ.
γὰρ περιέσχεν ; αὐτὸν καὶ ; πάντας τοὺς σὺν ; αὐτῷ θάμβος ἐπὶ τῇ ; ἄγρᾳ τῶν ; ἰχθύων ᾗ συνέλαβον,
وَلَيْسَ أَحَدٌ إِذَا شَرِبَ الْعَتِيقَ يُرِيدُ لِلْوَقْتِ الْجَدِيدَ، لأَنَّهُ يَقُولُ: الْعَتِيقُ أَطْيَبُ.
καὶ ; οὐδεὶς πιὼν παλαιὸν θέλει εὐθέως νέον, γάρ· λέγει ὁ ; παλαιὸς χρηστότερός; ἐστιν.¶
اِفْرَحُوا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ وَتَهَلَّلُوا، فَهُوَذَا أَجْرُكُمْ عَظِيمٌ فِي السَّمَاءِ. لأَنَّ آبَاءَهُمْ هكَذَا كَانُوا يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ.
χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ καὶ ; σκιρτήσατε· ἰδοὺ ; γὰρ ὁ ; μισθὸς ; ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ ; οὐρανῷ. γὰρ οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν.¶ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα ἐποίουν τοῖς ; προφήταις
اِفْرَحُوا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ وَتَهَلَّلُوا، فَهُوَذَا أَجْرُكُمْ عَظِيمٌ فِي السَّمَاءِ. لأَنَّ آبَاءَهُمْ هكَذَا كَانُوا يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ.
χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ καὶ ; σκιρτήσατε· ἰδοὺ ; γὰρ ὁ ; μισθὸς ; ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ ; οὐρανῷ. γὰρ οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν.¶ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα ἐποίουν τοῖς ; προφήταις
وَيْلٌ لَكُمْ إِذَا قَالَ فِيكُمْ جَمِيعُ النَّاسِ حَسَنًا. لأَنَّهُ هكَذَا كَانَ آبَاؤُهُمْ يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ الْكَذَبَةِ.
Οὐαὶ ὑμῖν ὅταν εἴπωσιν ὑμᾶς πάντες οἱ ; ἄνθρωποι· καλῶς γὰρ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν. ἐποίουν τοῖς ; ψευδοπροφήταις
وَإِنْ أَحْبَبْتُمُ الَّذِينَ يُحِبُّونَكُمْ، فَأَيُّ فَضْل لَكُمْ. فَإِنَّ الْخُطَاةَ أَيْضًا يُحِبُّونَ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُمْ.
καὶ ; εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ; ὑμᾶς, ποία χάρις ὑμῖν γὰρ οἱ ; ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀγαπῶντας τοὺς αὐτοὺς ; ἀγαπῶσιν.
وَإِذَا أَحْسَنْتُمْ إِلَى الَّذِينَ يُحْسِنُونَ إِلَيْكُمْ، فَأَيُّ فَضْل لَكُمْ. فَإِنَّ الْخُطَاةَ أَيْضًا يَفْعَلُونَ هكَذَا.
καὶ ; ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία χάρις ὑμῖν γὰρ οἱ ; ἁμαρτωλοὶ καὶ ποιοῦσιν. τὸ ; αὐτὸ
وَإِنْ أَقْرَضْتُمُ الَّذِينَ تَرْجُونَ أَنْ تَسْتَرِدُّوا مِنْهُمْ، فَأَيُّ فَضْل لَكُمْ. فَإِنَّ الْخُطَاةَ أَيْضًا يُقْرِضُونَ الْخُطَاةَ لِكَيْ يَسْتَرِدُّوا مِنْهُمُ الْمِثْلَ.
καὶ ; ἐὰν δανείζητε παρ᾽ ; ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν ποία χάρις ; ἐστίν; ὑμῖν γὰρ οἱ ; ἁμαρτωλοὶ καὶ δανίζουσιν ἁμαρτωλοῖς ἵνα ἀπολάβωσιν τὰ ; ἴσα.
أَعْطُوا تُعْطَوْا، كَيْلاً جَيِّدًا مُلَبَّدًا مَهْزُوزًا فَائِضًا يُعْطُونَ فِي أَحْضَانِكُمْ. لأَنَّهُ بِنَفْسِ الْكَيْلِ الَّذِي بِهِ تَكِيلُونَ يُكَالُ لَكُمْ.
δίδοτε, καὶ ; δοθήσεται ; ὑμῖν. μέτρον καλὸν πεπιεσμένον καὶ ; σεσαλευμένον καὶ ; ὑπερεκχυννόμενον δώσουσιν εἰς τὸν ; κόλπον ; ὑμῶν· γὰρ αὐτῷ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.
لأَنَّهُ مَا مِنْ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا رَدِيًّا، وَلاَ شَجَرَةٍ رَدِيَّةٍ تُثْمِرُ ثَمَرًا جَيِّدًا.
γάρ οὐ ἐστιν δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν· οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν·
لأَنَّ كُلَّ شَجَرَةٍ تُعْرَفُ مِنْ ثَمَرِهَا. فَإِنَّهُمْ لاَ يَجْتَنُونَ مِنَ الشَّوْكِ تِينًا، وَلاَ يَقْطِفُونَ مِنَ الْعُلَّيْقِ عِنَبًا.
γὰρ ἕκαστον δένδρον γινώσκεται. ἐκ τοῦ ; ἰδίου ; καρποῦ γὰρ οὐ συλλέγουσιν ἐξ ἀκανθῶν σῦκα οὐδὲ τρυγῶσιν.¶ ἐκ βάτου σταφυλὴν
لأَنَّ كُلَّ شَجَرَةٍ تُعْرَفُ مِنْ ثَمَرِهَا. فَإِنَّهُمْ لاَ يَجْتَنُونَ مِنَ الشَّوْكِ تِينًا، وَلاَ يَقْطِفُونَ مِنَ الْعُلَّيْقِ عِنَبًا.
γὰρ ἕκαστον δένδρον γινώσκεται. ἐκ τοῦ ; ἰδίου ; καρποῦ γὰρ οὐ συλλέγουσιν ἐξ ἀκανθῶν σῦκα οὐδὲ τρυγῶσιν.¶ ἐκ βάτου σταφυλὴν
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الصَّالِحِ يُخْرِجُ الصَّلاَحَ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشَّرَّ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْبِ يَتَكَلَّمُ فَمُهُ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ ἀγαθοῦ προφέρει τὸ ; ἀγαθόν, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὑτοῦ πονηροῦ προφέρει τὸ ; πονηρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.