ك
إصحاح
G629
G630. apolýō
G631
المعنى المختصر للكلمة
apolýō: to free fully, i.e. (literally) relieve, release, dismiss (reflexively, depart), or (figuratively) let die, pardon or (specially) divorce
اللفظ الأصلي ἀπολύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apolýō (ap-ol-oo-o)
تكرار الورود في الكتاب 51 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to free fully, i.e. (literally) relieve, release, dismiss (reflexively, depart), or (figuratively) let die, pardon or (specially) divorce

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(let) depart dismiss divorce forgive let go loose put (send) away release set at liberty

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπολύσῃ (8×) ἀπολῦσαι (5×) ἀπολύσω (5×) ἀπόλυσον (3×) ἀπέλυσεν (3×) ἀπολύσω. (2×) ὁ ; ἀπολύων (1×) ὁ ; ἀπολελυμένην (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (51 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَقِيلَ: مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ فَلْيُعْطِهَا كِتَابَ طَلاَق.
Ἐρρέθη ; δέ ὃς ; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ, δότω ; αὐτῇ ἀποστάσιον.
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ إلاَّ لِعِلَّةِ الزِّنَى يَجْعَلُهَا تَزْنِي، وَمَنْ يَتَزَوَّجُ مُطَلَّقَةً فَإِنَّهُ يَزْنِي.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας ποιεῖ ; αὐτὴν μοιχᾶσθαι καὶ ; ὃς γαμήσῃ, ἀπολελυμένην μοιχᾶται.¶
متى 14: 15 Mat.14.15
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: الْمَوْضِعُ خَلاَءٌ وَالْوَقْتُ قَدْ مَضَى. اِصْرِفِ الْجُمُوعَ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الْقُرَى وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ طَعَامًا.
δὲ γενομένης Ὀψίας προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ὁ ; τόπος, ἔρημός ; ἐστιν καὶ ; ἡ ; ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ; ὄχλους ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.¶
متى 14: 22 Mat.14.22
وَلِلْوَقْتِ أَلْزَمَ يَسُوعُ تَلاَمِيذَهُ أَنْ يَدْخُلُوا السَّفِينَةَ وَيَسْبِقُوهُ إِلَى الْعَبْرِ حَتَّى يَصْرِفَ الْجُمُوعَ.
Καὶ ; εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἐμβῆναι ; εἰς τὸ ; πλοῖον προάγειν ; αὐτὸν εἰς τὸ ; πέραν ἕως ἀπολύσῃ τοὺς ; ὄχλους.¶
متى 14: 23 Mat.14.23
وَبَعْدَمَا صَرَفَ الْجُمُوعَ صَعِدَ إِلَى الْجَبَلِ مُنْفَرِدًا لِيُصَلِّيَ. وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ كَانَ هُنَاكَ وَحْدَهُ.
Καὶ ; ἀπολύσας ὄχλους ; τοὺς ἀνέβη εἰς τὸ ; ὄρος κατ᾽ ; ἰδίαν προσεύξασθαι.¶ δὲ γενομένης Ὀψίας ἦν ἐκεῖ. μόνος
متى 15: 39 Mat.15.39
ثُمَّ صَرَفَ الْجُمُوعَ وَصَعِدَ إِلَى السَّفِينَةِ وَجَاءَ إِلَى تُخُومِ مَجْدَلَ.
Καὶ ἀπολύσας τοὺς ; ὄχλους ἐνέβη εἰς τὸ ; πλοῖον καὶ ; ἦλθεν εἰς τὰ ; ὅρια Μαγδαλά
وَجَاءَ إِلَيْهِ الْفَرِّيسِيُّونَ لِيُجَرِّبُوهُ قَائِلِينَ لَهُ: هَلْ يَحِلُّ لِلرَّجُلِ أَنْ يُطَلِّقَ امْرَأَتَهُ لِكُلِّ سَبَبٍ.
καὶ ; προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; Φαρισαῖοι πειράζοντες ; αὐτὸν λέγοντες ; καὶ αὐτῷ· εἰ ; ἔξεστιν ἀνθρώπῳ ἀπολῦσαι τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ κατὰ ; πᾶσαν αἰτίαν;¶
قَالَ لَهُمْ: إِنَّ مُوسَى مِنْ أَجْلِ قَسَاوَةِ قُلُوبِكُمْ أَذِنَ لَكُمْ أَنْ تُطَلِّقُوا نِسَاءَكُمْ. وَلكِنْ مِنَ الْبَدْءِ لَمْ يَكُنْ هكَذَا.
Λέγει αὐτοῖς ὅτι Μωϋσῆς πρὸς τὴν ; σκληροκαρδίαν ; ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι γυναῖκας ; ὑμῶν· ; τὰς δὲ ἀπ᾽ ἀρχῆς οὐ γέγονεν οὕτως.¶
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ إِلاَّ بِسَبَب الزِّنَا وَتَزَوَّجَ بِأُخْرَى يَزْنِي، وَالَّذِي يَتَزَوَّجُ بِمُطَلَّقَةٍ يَزْنِي.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· ὅτι ὃς ; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ εἰ ; μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ ; γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται. καὶ ; γαμήσας ὁ ; ἀπολελυμένην μοιχᾶται.¶
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ إِلاَّ بِسَبَب الزِّنَا وَتَزَوَّجَ بِأُخْرَى يَزْنِي، وَالَّذِي يَتَزَوَّجُ بِمُطَلَّقَةٍ يَزْنِي.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· ὅτι ὃς ; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ εἰ ; μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ ; γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται. καὶ ; γαμήσας ὁ ; ἀπολελυμένην μοιχᾶται.¶
متى 27: 15 Mat.27.15
وَكَانَ الْوَالِي مُعْتَادًا فِي الْعِيدِ أَنْ يُطْلِقَ لِلْجَمْعِ أَسِيرًا وَاحِدًا، مَنْ أَرَادُوهُ.
δὲ ὁ ; ἡγεμὼν εἰώθει Κατὰ ἑορτὴν ἀπολύειν τῷ ; ὄχλῳ δέσμιον ἕνα ὃν ἤθελον.
متى 27: 17 Mat.27.17
فَفِيمَا هُمْ مُجْتَمِعُونَ قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: مَنْ تُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ. بَارَابَاسَ أَمْ يَسُوعَ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
αὐτῶν ; συνηγμένων ; οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον χριστόν;
متى 27: 21 Mat.27.21
فَأجَابَ الْوَالِي وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ مِنْ الاثْنَيْنِ تُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ. فَقَالُوا: بَارَابَاسَ..
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς· τίνα ἀπὸ τῶν ; δύο θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Βαραββᾶν.
متى 27: 26 Mat.27.26
حِينَئِذٍ أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَمَّا يَسُوعُ فَجَلَدَهُ وَأَسْلَمَهُ لِيُصْلَبَ.
τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν· δὲ τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
وَلِلْوَقْتِ أَلْزَمَ تَلاَمِيذَهُ أَنْ يَدْخُلُوا السَّفِينَةَ وَيَسْبِقُوا إِلَى الْعَبْرِ، إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، حَتَّى يَكُونَ قَدْ صَرَفَ الْجَمْعَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἠνάγκασεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἐμβῆναι ; εἰς τὸ ; πλοῖον προάγειν ; καὶ εἰς τὸ ; πέραν πρὸς Βηθσαϊδὰν ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ; ὄχλον.
فَتَقَدَّمَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَسَأَلُوهُ: هَلْ يَحِلُّ لِلرَّجُلِ أَنْ يُطَلِّقَ امْرَأَتَهُ. لِيُجَرِّبُوهُ.
καὶ ; προσελθόντες οἱ ; Φαρισαῖοι ἐπηρώτησαν; αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ ἀπολῦσαι γυναῖκα πειράζοντες ; αὐτόν.
فَقَالُوا: مُوسَى أَذِنَ أَنْ يُكْتَبَ كِتَابُ طَلاَق، فَتُطَلَّقُ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Μωϋσῆς ἐπέτρεψεν γράψαι βιβλίον ἀποστασίου καὶ ; ἀπολῦσαι.
فَقَالَ لَهُمْ: مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ وَتَزَوَّجَ بِأُخْرَى يَزْنِي عَلَيْهَا.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὃς ; ἐὰν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται ἐπ᾽ ; αὐτήν.
وَإِنْ طَلَّقَتِ امْرَأَةٌ زَوْجَهَا وَتَزَوَّجَتْ بِآخَرَ تَزْنِي.
καὶ ; ἐὰν ἀπολύσῃ γυνὴ τὸν ; ἄνδρα ; αὐτῆς καὶ ; γαμηθῇ ἄλλῳ μοιχᾶται.¶
وَكَانَ يُطْلِقُ لَهُمْ فِي كُلِّ عِيدٍ أَسِيرًا وَاحِدًا، مَنْ طَلَبُوهُ.
δὲ ἀπέλυεν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν δέσμιον ἕνα ὅνπερ ᾐτοῦντο
فَأَجَابَهُمْ بيلاطُسُ قائلًا: أَتُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ مَلِكَ الْيَهُودِ..
δὲ ; ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς Ὁ ; Πιλᾶτος λέγων· θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν τὸν ; βασιλέα τῶν ; Ἰουδαίων;
فَهَيَّجَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ الْجَمْعَ لِكَيْ يُطْلِقَ لَهُمْ بِالْحَرِيِّ بَارَابَاسَ.
δὲ ; ἀνέσεισαν οἱ ; ἀρχιερεῖς τὸν ; ὄχλον ἵνα ἀπολύσῃ αὐτοῖς.¶ μᾶλλον Βαραββᾶν ; τὸν
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
الآنَ تُطْلِقُ عَبْدَكَ يَا سَيِّدُ حَسَبَ قَوْلِكَ بِسَلاَمٍ،
νῦν ἀπολύεις τὸν ; δοῦλόν ; σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ; ῥῆμά ; σου ἐν ; εἰρήνῃ
وَلاَ تَدِينُوا فَلاَ تُدَانُوا. لاَ تَقْضُوا عَلَى أَحَدٍ فَلاَ يُقْضَى عَلَيْكُمْ. اِغْفِرُوا يُغْفَرْ لَكُمْ.
καὶ ; μὴ κρίνετε, καὶ ; οὐ ; μὴ κριθῆτε. μὴ καταδικάζετε, καὶ ; οὐ ; μὴ καταδικασθῆτε. ἀπολύετε, καὶ ; ἀπολυθήσεσθε.
وَلاَ تَدِينُوا فَلاَ تُدَانُوا. لاَ تَقْضُوا عَلَى أَحَدٍ فَلاَ يُقْضَى عَلَيْكُمْ. اِغْفِرُوا يُغْفَرْ لَكُمْ.
καὶ ; μὴ κρίνετε, καὶ ; οὐ ; μὴ κριθῆτε. μὴ καταδικάζετε, καὶ ; οὐ ; μὴ καταδικασθῆτε. ἀπολύετε, καὶ ; ἀπολυθήσεσθε.
فَابْتَدَأَ النَّهَارُ يَمِيلُ. فَتَقَدَّمَ الاثْنَا عَشَرَ وَقَالُوا لَهُ: اصْرِفِ الْجَمْعَ لِيَذْهَبُوا إِلَى الْقُرَى وَالضِّيَاعِ حَوَالَيْنَا فَيَبِيتُوا وَيَجِدُوا طَعَامًا، لأَنَّنَا ههُنَا فِي مَوْضِعٍ خَلاَءٍ.
δὲ ; ἤρξατο Ἡ ; ἡμέρα κλίνειν. προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δώδεκα εἶπαν αὐτῷ· ἀπόλυσον τὸν ; ὄχλον ἵνα ; ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας καὶ ; τοὺς ; ἀγροὺς κύκλῳ καταλύσωσιν καὶ ; εὕρωσιν ἐπισιτισμόν· ὅτι ; ἐσμέν.¶ ὧδε ἐν τόπῳ ἐρήμῳ
فَلَمَّا رَآهَا يَسُوعُ دَعَاهَا وَقَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، إِنَّكِ مَحْلُولَةٌ مِنْ ضَعْفِكِ..
ἰδὼν ; δὲ ; αὐτὴν ὁ ; Ἰησοῦς προσεφώνησεν καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ; ἀσθενείας ; σου.
فَسَكَتُوا. فَأَمْسَكَهُ وَأَبْرَأَهُ وَأَطْلَقَهُ.
οἱ ; δὲ ; ἡσύχασαν. καὶ ; ἐπιλαβόμενος ἰάσατο ; αὐτὸν καὶ ; ἀπέλυσεν.¶
كُلُّ مَنْ يُطَلِّقُ امْرَأَتَهُ وَيَتَزَوَّجُ بِأُخْرَى يَزْنِي، وَكُلُّ مَنْ يَتَزَوَّجُ بِمُطَلَّقَةٍ مِنْ رَجُل يَزْنِي.
Πᾶς ὁ ; ἀπολύων τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; γαμῶν ἑτέραν μοιχεύει, καὶ ; πᾶς ὁ γαμῶν ἀπολελυμένην ἀπὸ ἀνδρὸς μοιχεύει.¶