ك
إصحاح
G628
G629. apolýtrōsis
G630
المعنى المختصر للكلمة
apolýtrōsis: (the act) ransom in full, i.e. (figuratively) riddance, or (specially) Christian salvation
اللفظ الأصلي ἀπολύτρωσις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apolýtrōsis (ap-ol-oo-tro-sis)
تكرار الورود في الكتاب 9 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

(the act) ransom in full, i.e. (figuratively) riddance, or (specially) Christian salvation

الإنجليزية — KJV Translation Tags
deliverance redemption

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; ἀπολύτρωσιν (3×) εἰς ; ἀπολύτρωσιν (2×) ἀπολυτρώσεως.¶ (1×) τὴν ; ἀπολύτρωσιν, (1×) καὶ ; ἀπολύτρωσις, (1×) διὰ ; τῆς ; ἀπολυτρώσεως (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (9 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مُتَبَرِّرِينَ مَجَّانًا بِنِعْمَتِهِ بِالْفِدَاءِ الَّذِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ،
δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ ; αὐτοῦ ; χάριτι διὰ ; τῆς ; ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν ; Ἰησοῦ, Χριστῷ
وَلَيْسَ هكَذَا فَقَطْ، بَلْ نَحْنُ الَّذِينَ لَنَا بَاكُورَةُ الرُّوحِ، نَحْنُ أَنْفُسُنَا أَيْضًا نَئِنُّ فِي أَنْفُسِنَا، مُتَوَقِّعِينَ التَّبَنِّيَ فِدَاءَ أَجْسَادِنَا.
οὐ μόνον ἀλλὰ καὶ ; αὐτοὶ ἔχοντες τὴν ; ἀπαρχὴν τοῦ ; πνεύματος ἡμεῖς καὶ στενάζομεν ἐν ἑαυτοῖς ἀπεκδεχόμενοι, υἱοθεσίαν τὴν ; ἀπολύτρωσιν τοῦ ; σώματος ; ἡμῶν.
وَمِنْهُ أَنْتُمْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ، الَّذِي صَارَ لَنَا حِكْمَةً مِنَ اللهِ وَبِرًّا وَقَدَاسَةً وَفِدَاءً.
ἐξ ; αὐτοῦ ; δὲ ὑμεῖς ; ἐστε ἐν ; Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ θεοῦ, δικαιοσύνη τε ; καὶ ; ἁγιασμὸς καὶ ; ἀπολύτρωσις,
الَّذِي فِيهِ لَنَا الْفِدَاءُ بِدَمِهِ، غُفْرَانُ الْخَطَايَا، حَسَبَ غِنَى نِعْمَتِهِ،
ᾧ ἐν ἔχομεν τὴν ; ἀπολύτρωσιν διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; αὐτοῦ, τὴν ; ἄφεσιν τῶν ; παραπτωμάτων, κατὰ τὸν; πλοῦτον τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ,
الَّذِي هُوَ عُرْبُونُ مِيرَاثِنَا، لِفِدَاءِ الْمُقْتَنَى، لِمَدْحِ مَجْدِهِ.
ὅς ἐστιν ἀρραβὼν τῆς ; κληρονομίας ; ἡμῶν εἰς ; ἀπολύτρωσιν τῆς ; περιποιήσεως εἰς ; ἔπαινον τῆς ; δόξης ; αὐτοῦ.¶
وَلاَ تُحْزِنُوا رُوحَ اللهِ الْقُدُّوسَ الَّذِي بِهِ خُتِمْتُمْ لِيَوْمِ الْفِدَاءِ.
καὶ ; μὴ λυπεῖτε τὸ ; πνεῦμα τοῦ ; θεοῦ τὸ ; ἅγιον ᾧ ἐν ἐσφραγίσθητε εἰς ; ἡμέραν ἀπολυτρώσεως.¶
الَّذِي لَنَا فِيهِ الْفِدَاءُ، بِدَمِهِ غُفْرَانُ الْخَطَايَا.
ἔχομεν ἐν ; ᾧ τὴν ; ἀπολύτρωσιν διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; αὐτοῦ, τὴν ; ἄφεσιν τῶν ; ἁμαρτιῶν·
وَلأَجْلِ هذَا هُوَ وَسِيطُ عَهْدٍ جَدِيدٍ، لِكَيْ يَكُونَ الْمَدْعُوُّونَ إِذْ صَارَ مَوْتٌ لِفِدَاءِ التَّعَدِّيَاتِ الَّتِي فِي الْعَهْدِ الأَوَّلِ يَنَالُونَ وَعْدَ الْمِيرَاثِ الأَبَدِيِّ.
Καὶ ; διὰ τοῦτο ἐστίν, μεσίτης διαθήκης καινῆς ὅπως οἱ ; κεκλημένοι γενομένου θανάτου εἰς ; ἀπολύτρωσιν τῶν ; παραβάσεων ἐπὶ τῇ ; διαθήκῃ πρώτῃ λάβωσιν τὴν ; ἐπαγγελίαν κληρονομίας. αἰωνίου
أَخَذَتْ نِسَاءٌ أَمْوَاتَهُنَّ بِقِيَامَةٍ. وَآخَرُونَ عُذِّبُوا وَلَمْ يَقْبَلُوا النَّجَاةَ لِكَيْ يَنَالُوا قِيَامَةً أَفْضَلَ.
ἔλαβον γυναῖκες τοὺς ; νεκροὺς ; αὐτῶν· ἐξ ; ἀναστάσεως ἄλλοι ; δὲ ἐτυμπανίσθησαν οὐ προσδεξάμενοι τὴν ; ἀπολύτρωσιν, ἵνα τύχωσιν· ἀναστάσεως κρείττονος