ك
إصحاح
G614
G615. apokteínō
G616
المعنى المختصر للكلمة
apokteínō: to kill outright
اللفظ الأصلي ἀποκτείνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apokteínō (ap-ok-ti-no)
تكرار الورود في الكتاب 58 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to kill outright
2 figuratively, to destroy
الإنجليزية — KJV Translation Tags
put to death kill slay

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπεκτάνθησαν (3×) καὶ ; ἀποκτανθῆναι (3×) αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι (3×) ἡ ; ἀποκτείνουσα (2×) ἀποκτεῖναι; (2×) ἀποκτεῖναι (2×) ἀποκτείνωσιν (2×) ἀποκτενεῖ (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (58 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 28 Mat.10.28
وَلاَ تَخَافُوا مِنَ الَّذِينَ يَقْتُلُونَ الْجَسَدَ وَلكِنَّ النَّفْسَ لاَ يَقْدِرُونَ أَنْ يَقْتُلُوهَا، بَلْ خَافُوا بِالْحَرِيِّ مِنَ الَّذِي يَقْدِرُ أَنْ يُهْلِكَ النَّفْسَ وَالْجَسَدَ فِي جَهَنَّمَ.
καὶ ; μὴ ἀπὸ ; τῶν ἀποκτεννόντων τὸ ; σῶμα, δὲ τὴν ; ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· δὲ φοβηθῆτε μᾶλλον τὸν δυνάμενον ἀπολέσαι καὶ ; ψυχὴν καὶ ; σῶμα ἐν γεέννῃ.
متى 10: 28 Mat.10.28
وَلاَ تَخَافُوا مِنَ الَّذِينَ يَقْتُلُونَ الْجَسَدَ وَلكِنَّ النَّفْسَ لاَ يَقْدِرُونَ أَنْ يَقْتُلُوهَا، بَلْ خَافُوا بِالْحَرِيِّ مِنَ الَّذِي يَقْدِرُ أَنْ يُهْلِكَ النَّفْسَ وَالْجَسَدَ فِي جَهَنَّمَ.
καὶ ; μὴ ἀπὸ ; τῶν ἀποκτεννόντων τὸ ; σῶμα, δὲ τὴν ; ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· δὲ φοβηθῆτε μᾶλλον τὸν δυνάμενον ἀπολέσαι καὶ ; ψυχὴν καὶ ; σῶμα ἐν γεέννῃ.
وَلَمَّا أَرَادَ أَنْ يَقْتُلَهُ خَافَ مِنَ الشَّعْبِ، لأَنَّهُ كَانَ عِنْدَهُمْ مِثْلَ نَبِيٍّ.
καὶ θέλων αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ; ὄχλον ὅτι αὐτὸν ; εἶχον.¶ ὡς προφήτην
متى 16: 21 Mat.16.21
مِنْ ذلِكَ الْوَقْتِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يُظْهِرُ لِتَلاَمِيذِهِ أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ وَيَتَأَلَّمَ كَثِيرًا مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومَ.
Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ; ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ; παθεῖν πολλὰ ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.
متى 21: 35 Mat.21.35
فَأَخَذَ الْكَرَّامُونَ عَبِيدَهُ وَجَلَدُوا بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا وَرَجَمُوا بَعْضًا.
καὶ ; λαβόντες οἱ ; γεωργοὶ τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ, ἔδειραν, ὃν ; μὲν δὲ ; ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ; ἐλιθοβόλησαν. ὃν
متى 21: 39 Mat.21.39
فَأَخَذُوهُ وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ.
καὶ ; λαβόντες ; αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος καὶ ; ἀπέκτειναν.
متى 23: 34 Mat.23.34
لِذلِكَ هَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ أَنْبِيَاءَ وَحُكَمَاءَ وَكَتَبَةً، فَمِنْهُمْ تَقْتُلُونَ وَتَصْلِبُونَ، وَمِنْهُمْ تَجْلِدُونَ فِي مَجَامِعِكُمْ، وَتَطْرُدُونَ مِنْ مَدِينَةٍ إِلَى مَدِينَةٍ،
διὰ ; τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ; ὑμᾶς προφήτας καὶ ; σοφοὺς γραμματεῖς· ; καὶ καὶ ; ἐξ ; αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ ; σταυρώσετε καὶ ; ἐξ ; αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; ὑμῶν διώξετε ; καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν·
متى 23: 37 Mat.23.37
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλὴμ ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ ; τέκνα ; σου, ὃν ; τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ ; νοσσία ; ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
وَتَشَاوَرُوا لِكَيْ يُمْسِكُوا يَسُوعَ بِمَكْرٍ وَيَقْتُلُوهُ.
καὶ ; συνεβουλεύσαντο ἵνα κρατήσωσιν τὸν ; Ἰησοῦν δόλῳ καὶ ; ἀποκτείνωσιν.
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ قَتْلٌ.. فَسَكَتُوا.
καὶ λέγει αὐτοῖς· ἔξεστιν τοῖς ; σάββασιν ποιῆσαι ἀγαθὸν ἢ κακοποιῆσαι, σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ ; δὲ ; ἐσιώπων.
فَحَنِقَتْ هِيرُودِيَّا عَلَيْهِ، وَأَرَادَتْ أَنْ تَقْتُلَهُ وَلَمْ تَقْدِرْ،
δὲ ; ἐνεῖχεν ἡ ; Ἡρῳδιὰς αὐτῷ καὶ ; ἤθελεν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι καὶ ; οὐκ ἠδύνατο·
وَابْتَدَأَ يُعَلِّمُهُمْ أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا، وَيُرْفَضَ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ يَقُومُ.
καὶ ; ἤρξατο διδάσκειν ; αὐτοὺς ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου δεῖ παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι·
لأَنَّهُ كَانَ يُعَلِّمُ تَلاَمِيذَهُ وَيَقُولُ لَهُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ فَيَقْتُلُونَهُ. وَبَعْدَ أَنْ يُقْتَلَ يَقُومُ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ.
γὰρ ἐδίδασκεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ; ἀποκτενοῦσιν καὶ ; ἀποκτανθεὶς ἀναστήσεται. τῇ ἡμέρας τρίτῃ
لأَنَّهُ كَانَ يُعَلِّمُ تَلاَمِيذَهُ وَيَقُولُ لَهُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ فَيَقْتُلُونَهُ. وَبَعْدَ أَنْ يُقْتَلَ يَقُومُ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ.
γὰρ ἐδίδασκεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ; ἀποκτενοῦσιν καὶ ; ἀποκτανθεὶς ἀναστήσεται. τῇ ἡμέρας τρίτῃ
ثُمَّ أَرْسَلَ أَيْضًا آخَرَ، فَقَتَلُوهُ. ثُمَّ آخَرِينَ كَثِيرِينَ، فَجَلَدُوا مِنْهُمْ بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا.
καὶ ἀπέστειλεν· πάλιν ἄλλον κἀκεῖνον ; ἀπέκτειναν, καὶ ἄλλους, πολλοὺς τοὺς; μὲν ; δέροντες, τοὺς; δὲ ; ἀποκτέννοντες.
ثُمَّ أَرْسَلَ أَيْضًا آخَرَ، فَقَتَلُوهُ. ثُمَّ آخَرِينَ كَثِيرِينَ، فَجَلَدُوا مِنْهُمْ بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا.
καὶ ἀπέστειλεν· πάλιν ἄλλον κἀκεῖνον ; ἀπέκτειναν, καὶ ἄλλους, πολλοὺς τοὺς; μὲν ; δέροντες, τοὺς; δὲ ; ἀποκτέννοντες.
وَكَانَ الْفِصْحُ وَأَيَّامُ الْفَطِيرِ بَعْدَ يَوْمَيْنِ. وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يُمْسِكُونَهُ بِمَكْرٍ وَيَقْتُلُونَهُ،
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τὰ ; ἄζυμα ; καὶ μετὰ δύο ; ἡμέρας, καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; κρατήσαντες ἐν ; δόλῳ ἀποκτείνωσιν·
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَتَأَلَّمُ كَثِيرًا، وَيُرْفَضُ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
εἰπὼν ὅτι ; δεῖ ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.¶
لِذلِكَ أَيْضًا قَالَتْ حِكْمَةُ اللهِ: إِنِّي أُرْسِلُ إِلَيْهِمْ أَنْبِيَاءَ وَرُسُلاً، فَيَقْتُلُونَ مِنْهُمْ وَيَطْرُدُونَ
διὰ ; τοῦτο καὶ εἶπεν· ἡ ; σοφία τοῦ ; θεοῦ ἀποστελῶ εἰς ; αὐτοὺς προφήτας καὶ ; ἀποστόλους. καὶ ; ἀποκτενοῦσιν ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; ἐκδιώξουσιν
وَلكِنْ أَقُولُ لَكُمْ يَا أَحِبَّائِي: لاَ تَخَافُوا مِنَ الَّذِينَ يَقْتُلُونَ الْجَسَدَ، وَبَعْدَ ذلِكَ لَيْسَ لَهُمْ مَا يَفْعَلُونَ أَكْثَرَ.
δὲ Λέγω ὑμῖν τοῖς ; φίλοις ; μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ ; τῶν ἀποκτεινόντων τὸ ; σῶμα καὶ ; μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων τι ποιῆσαι. περισσότερόν
بَلْ أُرِيكُمْ مِمَّنْ تَخَافُونَ: خَافُوا مِنَ الَّذِي بَعْدَمَا يَقْتُلُ، لَهُ سُلْطَانٌ أَنْ يُلْقِيَ فِي جَهَنَّمَ. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: مِنْ هذَا خَافُوا.
δὲ ὑποδείξω ; ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ; ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν ; γέενναν. ναὶ λέγω ὑμῖν· τοῦτον φοβήθητε.
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ, ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ ; τέκνα ; σου ὃν ; τρόπον ὄρνις τὴν ; ἑαυτῆς ; νοσσιὰν ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
فَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ. فَمَاذَا يَفْعَلُ بِهِمْ صَاحِبُ الْكَرْمِ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί ; οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος;
وَلِهذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْرُدُونَ يَسُوعَ، وَيَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ عَمِلَ هذَا فِي سَبْتٍ.
καὶ ; διὰ ; τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐδίωκον τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι ἐποίει ταῦτα ἐν σαββάτῳ.¶
فَمِنْ أَجْلِ هذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَكْثَرَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ لَمْ يَنْقُضِ السَّبْتَ فَقَطْ، بَلْ قَالَ أَيْضًا إِنَّ اللهَ أَبُوهُ، مُعَادِلاً نَفْسَهُ بِاللهِ.
οὖν διὰ τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν μᾶλλον αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ ἔλυεν τὸ ; σάββατον, μόνον ἀλλὰ ἔλεγεν καὶ τὸν ; θεὸν πατέρα ; ἴδιον ἴσον ; ποιῶν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ.
وَكَانَ يَسُوعُ يَتَرَدَّدُ بَعْدَ هذَا فِي الْجَلِيلِ، لأَنَّهُ لَمْ يُرِدْ أَنْ يَتَرَدَّدَ فِي الْيَهُودِيَّةِ لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιεπάτει μετὰ ταῦτα ἐν Γαλιλαίᾳ· ; τῇ γὰρ οὐ ἤθελεν περιπατεῖν, ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι.
أَلَيْسَ مُوسَى قَدْ أَعْطَاكُمُ النَّامُوسَ. وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَعْمَلُ النَّامُوسَ. لِمَاذَا تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي.
οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; νόμον; καὶ ; οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ποιεῖ τὸν ; νόμον· τί ζητεῖτε με ; ἀποκτεῖναι;
أَجَابَ الْجَمْعُ وَقَالوُا: بِكَ شَيْطَانٌ. مَنْ يَطْلُبُ أَنْ يَقْتُلَكَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; ὄχλος καὶ ; εἶπεν· ἔχεις· δαιμόνιον τίς ζητεῖ σε ; ἀποκτεῖναι;¶
فَقَالَ قَوْمٌ مِنْ أَهْلِ أُورُشَلِيمَ: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
ἔλεγον ; οὖν τινες ἐκ τῶν ; Ἱεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι;
فَقَالَ الْيَهُودُ: أَلَعَلَّهُ يَقْتُلُ نَفْسَهُ حَتَّى يَقُولُ: حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι· μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν, ὅτι λέγει· ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν;