ك
إصحاح
G5383
G5384. phílos
G5385
المعنى المختصر للكلمة
phílos: actively, fond, i.e. friendly (still as a noun, an associate, neighbor, etc.)
اللفظ الأصلي φίλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق phílos (fee-los)
تكرار الورود في الكتاب 22 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

properly, dear, i.e. a friend;

المعنى والشرح المفصل

actively, fond, i.e. friendly (still as a noun, an associate, neighbor, etc.)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
friend

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

φίλος (6×) τοὺς ; φίλους (3×) φίλους (2×) φίλε, (2×) ὁ ; φίλος (1×) φίλους, (1×) φίλον, (1×) φίλοι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (22 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 11: 19 Mat.11.19
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ. وَالْحِكْمَةُ تَبَرَّرَتْ مِنْ بَنِيهَا.
ἦλθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν. καὶ ; ἡ ; σοφία ἐδικαιώθη ἀπὸ τῶν ; αὐτῆς.¶ ; τέκνων
فَذَهَبَ يَسُوعُ مَعَهُمْ. وَإِذْ كَانَ غَيْرَ بَعِيدٍ عَنِ الْبَيْتِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ قَائِدُ الْمِئَةِ أَصْدِقَاءَ يَقُولُ لَهُ: يَا سَيِّدُ، لاَ تَتْعَبْ. لأَنِّي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ تَدْخُلَ تَحْتَ سَقْفِي.
ἐπορεύετο ; δὲ Ὁ ; Ἰησοῦς σὺν ; αὐτοῖς. αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ; ἀπὸ τῆς ; οἰκίας ἔπεμψεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἑκατοντάρχης φίλους λέγων αὐτῷ· κύριε, μὴ σκύλλου· γὰρ ; εἰμι οὐ ἱκανός ἵνα εἰσέλθῃς, ὑπὸ τὴν ; στέγην ; μου
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَتَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
ἐλήλυθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν.
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: مَنْ مِنْكُمْ يَكُونُ لَهُ صَدِيقٌ، وَيَمْضِي إِلَيْهِ نِصْفَ اللَّيْلِ، وَيَقُولُ لَهُ يَا صَدِيقُ، أَقْرِضْنِي ثَلاَثَةَ أَرْغِفَةٍ،
Καὶ εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τίς ἐξ ; ὑμῶν ἕξει φίλον, καὶ ; πορεύσεται πρὸς ; αὐτὸν μεσονυκτίου καὶ ; εἴπῃ αὐτῷ· φίλε, χρῆσόν ; μοι τρεῖς ἄρτους,
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: مَنْ مِنْكُمْ يَكُونُ لَهُ صَدِيقٌ، وَيَمْضِي إِلَيْهِ نِصْفَ اللَّيْلِ، وَيَقُولُ لَهُ يَا صَدِيقُ، أَقْرِضْنِي ثَلاَثَةَ أَرْغِفَةٍ،
Καὶ εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τίς ἐξ ; ὑμῶν ἕξει φίλον, καὶ ; πορεύσεται πρὸς ; αὐτὸν μεσονυκτίου καὶ ; εἴπῃ αὐτῷ· φίλε, χρῆσόν ; μοι τρεῖς ἄρτους,
لأَنَّ صَدِيقًا لِي جَاءَنِي مِنْ سَفَرٍ، وَلَيْسَ لِي مَا أُقَدِّمُ لَهُ.
ἐπειδὴ φίλος μου παρεγένετο ; πρός ; με, ἐξ ὁδοῦ καὶ ; οὐκ ἔχω ὃ παραθήσω αὐτῷ·
بَلْ مَتَى دُعِيتَ فَاذْهَبْ وَاتَّكِئْ فِي الْمَوْضِعِ الأَخِيرِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ الَّذِي دَعَاكَ يَقُولُ لَكَ: يَا صَدِيقُ، ارْتَفِعْ إِلَى فَوْقُ. حِينَئِذٍ يَكُونُ لَكَ مَجْدٌ أَمَامَ الْمُتَّكِئِينَ مَعَكَ.
ἀλλ᾽ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσον εἰς τὸν ; τόπον, ἔσχατον ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς ; σε, εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον. τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν ; συνανακειμένων σοι.
وَيَأْتِي إِلَى بَيْتِهِ وَيَدْعُو الأَصْدِقَاءَ وَالْجِيرَانَ قَائِلاً لَهُمُ: افْرَحُوا مَعِي، لأَنِّي وَجَدْتُ خَرُوفِي الضَّالَّ..
καὶ ; ἐλθὼν εἰς τὸν ; οἶκον συγκαλεῖ τοὺς ; φίλους καὶ ; τοὺς ; γείτονας λέγων αὐτοῖς· συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὸ ; πρόβατόν ; μου τὸ ; ἀπολωλός.¶
وَإِذَا وَجَدَتْهُ تَدْعُو الصَّدِيقَاتِ وَالْجَارَاتِ قَائِلَةً: افْرَحْنَ مَعِي لأَنِّي وَجَدْتُ الدِّرْهَمَ الَّذِي أَضَعْتُهُ.
καὶ εὑροῦσα συγκαλεῖται τὰς ; φίλας καὶ ; τὰς ; γείτονας λέγουσα· συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὴν ; δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα.¶
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اصْنَعُوا لَكُمْ أَصْدِقَاءَ بِمَالِ الظُّلْمِ، حَتَّى إِذَا فَنِيتُمْ يَقْبَلُونَكُمْ فِي الْمَظَالِّ الأَبَدِيَّةِ.
καὶ ; ἐγὼ λέγω· ὑμῖν ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ ; τοῦ ; μαμωνᾶ τῆς ; ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε δέξωνται ; ὑμᾶς εἰς τὰς ; σκηνάς.¶ αἰωνίους
وَسَوْفَ تُسَلَّمُونَ مِنَ الْوَالِدِينَ وَالإِخْوَةِ وَالأَقْرِبَاءِ وَالأَصْدِقَاءِ، وَيَقْتُلُونَ مِنْكُمْ.
παραδοθήσεσθε ; δὲ καὶ ; ὑπὸ γονέων καὶ ; ἀδελφῶν καὶ ; συγγενῶν καὶ ; φίλων, καὶ ; θανατώσουσιν ἐξ ; ὑμῶν.
فَصَارَ بِيلاَطُسُ وَهِيرُودُسُ صَدِيقَيْنِ مَعَ بَعْضِهِمَا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ، لأَنَّهُمَا كَانَا مِنْ قَبْلُ فِي عَدَاوَةٍ بَيْنَهُمَا.
ἐγένοντο ; δὲ καὶ ; ὁ ; Πιλᾶτος τε ; Ἡρῴδης φίλοι μετ᾽ ἀλλήλων· ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ γὰρ προϋπῆρχον ἐν ἔχθρᾳ ; ὄντες πρὸς ; ἑαυτούς
مَنْ لَهُ الْعَرُوسُ فَهُوَ الْعَرِيسُ، وَأَمَّا صَدِيقُ الْعَرِيسِ الَّذِي يَقِفُ وَيَسْمَعُهُ فَيَفْرَحُ فَرَحًا مِنْ أَجْلِ صَوْتِ الْعَرِيسِ. إِذًا فَرَحِي هذَا قَدْ كَمَلَ.
Ὁ ; ἔχων τὴν ; νύμφην ἐστίν. νυμφίος δὲ ὁ ; φίλος τοῦ ; νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ; ἀκούων ; αὐτοῦ, χαίρει χαρᾷ διὰ τὴν ; φωνὴν τοῦ ; νυμφίου. οὖν ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ αὕτη πεπλήρωται.
لاَ أَعُودُ أُسَمِّيكُمْ عَبِيدًا، لأَنَّ الْعَبْدَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَعْمَلُ سَيِّدُهُ، لكِنِّي قَدْ سَمَّيْتُكُمْ أَحِبَّاءَ لأَنِّي أَعْلَمْتُكُمْ بِكُلِّ مَا سَمِعْتُهُ مِنْ أَبِي.
οὐκέτι λέγω ; ὑμᾶς δούλους, ὅτι ὁ ; δοῦλος οὐκ οἶδεν τί ποιεῖ αὐτοῦ ; ὁ ; κύριος· δὲ ὑμᾶς ; εἴρηκα φίλους, ὅτι ἐγνώρισα ; ὑμῖν.¶ πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ ; μου ; πατρός
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
وَفِي الْغَدِ دَخَلُوا قَيْصَرِيَّةَ. وَأَمَّا كَرْنِيلِيُوسُ فَكَانَ يَنْتَظِرُهُمْ، وَقَدْ دَعَا أَنْسِبَاءَهُ وَأَصْدِقَاءَهُ الأَقْرَبِينَ.
Καὶ ; τῇ ἐπαύριον εἰσῆλθον εἰς ; τὴν ; Καισάρειαν· δὲ ὁ ; Κορνήλιος ἦν προσδοκῶν ; αὐτοὺς συγκαλεσάμενος τοὺς ; συγγενεῖς ; αὐτοῦ καὶ ; τοὺς ; φίλους. ἀναγκαίους
وَأُنَاسٌ مِنْ وُجُوهِ أَسِيَّا، كَانُوا أَصْدِقَاءَهُ، أَرْسَلُوا يَطْلُبُونَ إِلَيْهِ أَنْ لاَ يُسَلِّمَ نَفْسَهُ إِلَى الْمَشْهَدِ.
τινὲς ; δὲ τῶν Ἀσιαρχῶν ὄντες αὐτῷ ; φίλοι, πέμψαντες παρεκάλουν πρὸς ; αὐτὸν μὴ ; δοῦναι ἑαυτὸν εἰς τὸ ; θέατρον.
وَفِي الْيَوْمِ الآخَرِ أَقْبَلْنَا إِلَى صَيْدَاءَ، فَعَامَلَ يُولِيُوسُ بُولُسَ بِالرِّفْقِ، وَأَذِنَ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أَصْدِقَائِهِ لِيَحْصُلَ عَلَى عِنَايَةٍ
τῇ ; τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα, τε ; χρησάμενος ὁ ; Ἰούλιος τῷ ; Παύλῳ φιλανθρώπως ἐπέτρεψεν πορευθέντα πρὸς τοὺς ; φίλους τυχεῖν. ἐπιμελείας
وَتَمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: فَآمَنَ إِبْرَاهِيمُ بِاللهِ فَحُسِبَ لَهُ بِرًّا وَدُعِيَ خَلِيلَ اللهِ.
καὶ ; ἐπληρώθη ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· ἐπίστευσεν ; δὲ Ἀβραὰμ τῷ ; θεῷ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς ; δικαιοσύνην ἐκλήθη. φίλος θεοῦ
أَيُّهَا الزُّنَاةُ وَالزَّوَانِي، أَمَا تَعْلَمُونَ أَنَّ مَحَبَّةَ الْعَالَمِ عَدَاوَةٌ ِللهِ. فَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ مُحِبًّا لِلْعَالَمِ، فَقَدْ صَارَ عَدُوًّا ِللهِ.
μοιχοὶ καὶ ; μοιχαλίδες, οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ ; φιλία τοῦ ; κόσμου ἔχθρα ; ἐστιν; τοῦ ; θεοῦ ὃς ; ἂν; οὖν βουληθῇ εἶναι φίλος τοῦ ; κόσμου, καθίσταται. ἐχθρὸς τοῦ ; θεοῦ
سَلاَمٌ لَكَ. يُسَلِّمُ عَلَيْكَ الأَحِبَّاءُ. سَلِّمْ عَلَى الأَحِبَّاءِ بِأَسْمَائِهِمْ.
εἰρήνη σοι. ἀσπάζονταί σε οἱ ; φίλοι. ἀσπάζου τοὺς ; φίλους κατ᾽ ; ὄνομα.¶
سَلاَمٌ لَكَ. يُسَلِّمُ عَلَيْكَ الأَحِبَّاءُ. سَلِّمْ عَلَى الأَحِبَّاءِ بِأَسْمَائِهِمْ.
εἰρήνη σοι. ἀσπάζονταί σε οἱ ; φίλοι. ἀσπάζου τοὺς ; φίλους κατ᾽ ; ὄνομα.¶