ك
إصحاح
G4770
G4771.
G4772
المعنى المختصر للكلمة
sý: thou
اللفظ الأصلي σύ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (soo)
تكرار الورود في الكتاب 2627 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

thou

الإنجليزية — KJV Translation Tags
thou

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὑμῖν (233×) ὑμεῖς (149×) σὺ (87×) ὑμῖν· (67×) σοι (63×) ὑμῶν (55×) ἐν ; ὑμῖν (49×) ὑμῖν, (45×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2627 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَقَالَ أَيْضًا لِلَّذِي دَعَاهُ: إِذَا صَنَعْتَ غَدَاءً أَوْ عَشَاءً فَلاَ تَدْعُ أَصْدِقَاءَكَ وَلاَ إِخْوَتَكَ وَلاَ أَقْرِبَاءَكَ وَلاَ الْجِيرَانَ الأَغْنِيَاءَ، لِئَلاَّ يَدْعُوكَ هُمْ أَيْضًا، فَتَكُونَ لَكَ مُكَافَاةٌ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ τῷ κεκληκότι ; αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς ; φίλους ; σου μηδὲ τοὺς ; ἀδελφούς ; σου μηδὲ τοὺς ; συγγενεῖς ; σου μηδὲ γείτονας πλουσίους μήποτε ἀντικαλέσωσίν αὐτοὶ καὶ καὶ ; γένηται σοι. ἀνταπόδομά
وَقَالَ أَيْضًا لِلَّذِي دَعَاهُ: إِذَا صَنَعْتَ غَدَاءً أَوْ عَشَاءً فَلاَ تَدْعُ أَصْدِقَاءَكَ وَلاَ إِخْوَتَكَ وَلاَ أَقْرِبَاءَكَ وَلاَ الْجِيرَانَ الأَغْنِيَاءَ، لِئَلاَّ يَدْعُوكَ هُمْ أَيْضًا، فَتَكُونَ لَكَ مُكَافَاةٌ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ τῷ κεκληκότι ; αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς ; φίλους ; σου μηδὲ τοὺς ; ἀδελφούς ; σου μηδὲ τοὺς ; συγγενεῖς ; σου μηδὲ γείτονας πλουσίους μήποτε ἀντικαλέσωσίν αὐτοὶ καὶ καὶ ; γένηται σοι. ἀνταπόδομά
وَقَالَ أَيْضًا لِلَّذِي دَعَاهُ: إِذَا صَنَعْتَ غَدَاءً أَوْ عَشَاءً فَلاَ تَدْعُ أَصْدِقَاءَكَ وَلاَ إِخْوَتَكَ وَلاَ أَقْرِبَاءَكَ وَلاَ الْجِيرَانَ الأَغْنِيَاءَ، لِئَلاَّ يَدْعُوكَ هُمْ أَيْضًا، فَتَكُونَ لَكَ مُكَافَاةٌ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ τῷ κεκληκότι ; αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς ; φίλους ; σου μηδὲ τοὺς ; ἀδελφούς ; σου μηδὲ τοὺς ; συγγενεῖς ; σου μηδὲ γείτονας πλουσίους μήποτε ἀντικαλέσωσίν αὐτοὶ καὶ καὶ ; γένηται σοι. ἀνταπόδομά
فَيَكُونَ لَكَ الطُّوبَى إِذْ لَيْسَ لَهُمْ حَتَّى يُكَافُوكَ، لأَنَّكَ تُكَافَى فِي قِيَامَةِ الأَبْرَارِ.
καὶ ; ἔσῃ, μακάριος ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί ; σοι· γάρ ; σοι ἀνταποδοθήσεται ἐν τῇ ; ἀναστάσει τῶν ; δικαίων.¶
فَيَكُونَ لَكَ الطُّوبَى إِذْ لَيْسَ لَهُمْ حَتَّى يُكَافُوكَ، لأَنَّكَ تُكَافَى فِي قِيَامَةِ الأَبْرَارِ.
καὶ ; ἔσῃ, μακάριος ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί ; σοι· γάρ ; σοι ἀνταποδοθήσεται ἐν τῇ ; ἀναστάσει τῶν ; δικαίων.¶
فَابْتَدَأَ الْجَمِيعُ بِرَأْيٍ وَاحِدٍ يَسْتَعْفُونَ. قَالَ لَهُ الأَوَّلُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ حَقْلاً، وَأَنَا مُضْطَرٌّ أَنْ أَخْرُجَ وَأَنْظُرَهُ. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; ἤρξαντο πάντες ἀπὸ ; μιᾶς παραιτεῖσθαι.¶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ; πρῶτος ἠγόρασα ἀγρὸν καὶ ; ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ; ἰδεῖν ; αὐτόν· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ خَمْسَةَ أَزْوَاجِ بَقَرٍ، وَأَنَا مَاضٍ لأَمْتَحِنَهَا. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἠγόρασα πέντε ζεύγη βοῶν καὶ ; πορεύομαι δοκιμάσαι ; αὐτά· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ وَاحِدٌ مِنْ أُولئِكَ الرِّجَالِ الْمَدْعُوِّينَ يَذُوقُ عَشَائِي.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς ἐκείνων τῶν ; ἀνδρῶν τῶν ; κεκλημένων γεύσεταί μου ; τοῦ ; δείπνου
وَمَنْ مِنْكُمْ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يَبْنِيَ بُرْجًا لاَ يَجْلِسُ أَوَّلاً وَيَحْسِبُ النَّفَقَةَ، هَلْ عِنْدَهُ مَا يَلْزَمُ لِكَمَالِهِ.
Τίς ; γὰρ ἐξ ; ὑμῶν ὁ θέλων οἰκοδομῆσαι πύργον οὐχὶ καθίσας πρῶτον ψηφίζει τὴν ; δαπάνην εἰ ἔχει τὰ πρὸς; ἀπαρτισμόν;
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
أَيُّ إِنْسَانٍ مِنْكُمْ لَهُ مِئَةُ خَرُوفٍ، وَأَضَاعَ وَاحِدًا مِنْهَا، أَلاَ يَتْرُكُ التِّسْعَةَ وَالتِّسْعِينَ فِي الْبَرِّيَّةِ، وَيَذْهَبَ لأَجْلِ الضَّالِّ حَتَّى يَجِدَهُ.
τίς ἄνθρωπος ἐξ ; ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα καὶ ; ἀπολέσας ἓν ἐξ ; αὐτῶν οὐ καταλείπει τὰ ; ἐννέα ἐνενήκοντα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; πορεύεται ἐπὶ τὸ ; ἀπολωλὸς ἕως εὕρῃ ; αὐτό;
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ هكَذَا يَكُونُ فَرَحٌ فِي السَّمَاءِ بِخَاطِئٍ وَاحِدٍ يَتُوبُ أَكْثَرَ مِنْ تِسْعَةٍ وَتِسْعِينَ بَارًّا لاَ يَحْتَاجُونَ إِلَى تَوْبَةٍ.
Λέγω ὑμῖν ὅτι οὕτως ἔσται χαρὰ ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἐπὶ ; ἁμαρτωλῷ ἑνὶ μετανοοῦντι ἢ ; ἐπὶ ἐννέα ἐνενήκοντα δικαίοις οἵτινες ; οὐ χρείαν ; ἔχουσιν μετανοίας.¶
هكَذَا، أَقُولُ لَكُمْ: يَكُونُ فَرَحٌ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ بِخَاطِئٍ وَاحِدٍ يَتُوبُ.
Οὕτως, λέγω ὑμῖν, γίνεται χαρὰ ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ ; ἁμαρτωλῷ ἑνὶ μετανοοῦντι.¶
أَقُومُ وَأَذْهَبُ إِلَى أَبِي وَأَقُولُ لَهُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ،
ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου·
وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا. اِجْعَلْنِي كَأَحَدِ أَجْرَاكَ.
καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου. υἱός ποίησόν ; με ὡς ; ἕνα τῶν ; μισθίων ; σου.
وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا. اِجْعَلْنِي كَأَحَدِ أَجْرَاكَ.
καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου. υἱός ποίησόν ; με ὡς ; ἕνα τῶν ; μισθίων ; σου.
فَقَالَ لَهُ الابْنُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ، وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὁ ; υἱὸς πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου· καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου υἱός
فَقَالَ لَهُ الابْنُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ، وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὁ ; υἱὸς πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου· καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου υἱός
فَقَالَ لَهُ: أَخُوكَ جَاءَ فَذَبَحَ أَبُوكَ الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ، لأَنَّهُ قَبِلَهُ سَالِمًا.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ ὅτι ; ὁ ; ἀδελφός ; σου ἥκει, καὶ ; ἔθυσεν ὁ ; πατήρ ; σου τὸν ; μόσχον τὸν ; σιτευτόν, ὅτι αὐτὸν ; ἀπέλαβεν. ὑγιαίνοντα
فَقَالَ لَهُ: أَخُوكَ جَاءَ فَذَبَحَ أَبُوكَ الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ، لأَنَّهُ قَبِلَهُ سَالِمًا.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ ὅτι ; ὁ ; ἀδελφός ; σου ἥκει, καὶ ; ἔθυσεν ὁ ; πατήρ ; σου τὸν ; μόσχον τὸν ; σιτευτόν, ὅτι αὐτὸν ; ἀπέλαβεν. ὑγιαίνοντα
فَأَجَابَ وَقَالَ لأَبِيهِ: هَا أَنَا أَخْدِمُكَ سِنِينَ هذَا عَدَدُهَا، وَقَطُّ لَمْ أَتَجَاوَزْ وَصِيَّتَكَ، وَجَدْيًا لَمْ تُعْطِنِي قَطُّ لأَفْرَحَ مَعَ أَصْدِقَائِي.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ ; πατρὶ ; αὐτοῦ· ἰδοὺ δουλεύω ; σοι ἔτη τοσαῦτα καὶ ; οὐδέποτε παρῆλθον, ἐντολήν ; σου καὶ ; ἔριφον ἐμοὶ ; οὐδέποτε ; ἔδωκας ἵνα ; εὐφρανθῶ. μετὰ τῶν ; φίλων ; μου
فَأَجَابَ وَقَالَ لأَبِيهِ: هَا أَنَا أَخْدِمُكَ سِنِينَ هذَا عَدَدُهَا، وَقَطُّ لَمْ أَتَجَاوَزْ وَصِيَّتَكَ، وَجَدْيًا لَمْ تُعْطِنِي قَطُّ لأَفْرَحَ مَعَ أَصْدِقَائِي.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ ; πατρὶ ; αὐτοῦ· ἰδοὺ δουλεύω ; σοι ἔτη τοσαῦτα καὶ ; οὐδέποτε παρῆλθον, ἐντολήν ; σου καὶ ; ἔριφον ἐμοὶ ; οὐδέποτε ; ἔδωκας ἵνα ; εὐφρανθῶ. μετὰ τῶν ; φίλων ; μου
وَلكِنْ لَمَّا جَاءَ ابْنُكَ هذَا الَّذِي أَكَلَ مَعِيشَتَكَ مَعَ الزَّوَانِي، ذَبَحْتَ لَهُ الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ.
δὲ ὅτε ἦλθεν, ὁ ; υἱός ; σου οὗτος ὁ καταφαγών σου ; τὸν ; βίον μετὰ πορνῶν ἔθυσας αὐτῷ τὸν ; μόσχον.¶ τὸν ; σιτευτὸν
فَقَالَ لَهُ: يَا بُنَيَّ أَنْتَ مَعِي فِي كُلِّ حِينٍ، وَكُلُّ مَا لِي فَهُوَ لَكَ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ μετ᾽ ; ἐμοῦ πάντοτε καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν. σά
فَقَالَ لَهُ: يَا بُنَيَّ أَنْتَ مَعِي فِي كُلِّ حِينٍ، وَكُلُّ مَا لِي فَهُوَ لَكَ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ μετ᾽ ; ἐμοῦ πάντοτε καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν. σά
وَلكِنْ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ نَفْرَحَ وَنُسَرَّ، لأَنَّ أَخَاكَ هذَا كَانَ مَيِّتًا فَعَاشَ، وَكَانَ ضَالُا فَوُجِدَ.
δὲ ἔδει, εὐφρανθῆναι καὶ ; χαρῆναι ὅτι ὁ ; ἀδελφός ; σου οὗτος ἦν νεκρὸς καὶ ; ἀνέζησεν καὶ ; ἦν ἀπολωλὼς καὶ ; εὑρέθη.¶
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اصْنَعُوا لَكُمْ أَصْدِقَاءَ بِمَالِ الظُّلْمِ، حَتَّى إِذَا فَنِيتُمْ يَقْبَلُونَكُمْ فِي الْمَظَالِّ الأَبَدِيَّةِ.
καὶ ; ἐγὼ λέγω· ὑμῖν ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ ; τοῦ ; μαμωνᾶ τῆς ; ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε δέξωνται ; ὑμᾶς εἰς τὰς ; σκηνάς.¶ αἰωνίους
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اصْنَعُوا لَكُمْ أَصْدِقَاءَ بِمَالِ الظُّلْمِ، حَتَّى إِذَا فَنِيتُمْ يَقْبَلُونَكُمْ فِي الْمَظَالِّ الأَبَدِيَّةِ.
καὶ ; ἐγὼ λέγω· ὑμῖν ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ ; τοῦ ; μαμωνᾶ τῆς ; ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε δέξωνται ; ὑμᾶς εἰς τὰς ; σκηνάς.¶ αἰωνίους